Πώς μπορεί να μετρήσει για μας σήμερα, ύστερα από δεκάδες επανεκδόσεις, η Πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη; Πώς να διαβάσουμε την Ασκητική του αντιφατικού και πολύτροπου Νίκου Καζαντζάκη; Τι απορίες έχει ένας κριτικός ξαναδιαβάζοντας τη Ζωή εν τάφω του Στράτη Μυριβήλη;

Βετεράνος της ελληνικής κριτικής, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ο κριτικός λογοτεχνίας του «Βήματος», διατρέχει στον τόμο Τα χρώματα του κύβου. Σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023 (εκδ. Πατάκη) δυόμισι αιώνες ελληνικής πεζογραφικής παραγωγής εντοπίζοντας σημαίνοντα κείμενα σε κομβικές στιγμές που προαναγγέλλουν την εμφάνιση νέων ειδών ή τάσεων ή το πέρασμα από ένα λογοτεχνικό ρεύμα σε ένα άλλο και επισημαίνοντας τις ρήξεις και τις συνέχειες, όπως έλεγε ο νεοελληνιστής Παναγιώτης Μουλλάς. Χρησιμοποιώντας το εύρημα του «κύβου του μικρού ταχυδακτυλουργού», ενός παιχνιδιού της παιδικής του ηλικίας, αντιστοιχεί τις ποικιλόχρωμες έδρες του κύβου σε ποικίλες φάσεις της ελληνικής πεζογραφίας.

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ο κριτικός λογοτεχνίας του «Βήματος», εντοπίζει σημαίνοντα κείμενα που προαναγγέλλουν την εμφάνιση νέων ειδών ή τάσεων

Διερευνητικές τομές

Στην πολυσέλιδη μελέτη του Η κίνηση του εκκρεμούς. Ατομα και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017 (εκδ. Πόλις, 2018) είχε επικεντρωθεί στην πεζογραφία της μεταπολίτευσης παρουσιάζοντας αναλυτικά τη βιβλιοπαραγωγή της και τοποθετώντας την στον άξονα ιδιωτικό – συλλογικό. Το βιβλίο ήταν, με τον τρόπο του, μια Ιστορία της αχαρτογράφητης ελληνικής πεζογραφίας της τελευταίας πεντηκονταετίας. Στον νέο ευχείρωτο τόμο κριτικών δοκιμίων το χρονικό άνυσμα διευρύνεται αλλά ο συγγραφέας γίνεται πιο επιλεκτικός.

Κάνοντας διερευνητικές τομές στο σώμα της ελληνικής πεζογραφίας εξάγει φέτες λογοτεχνικής ζωής. Η αρχή γίνεται με την Πάπισσα Ιωάννα (1866) του Ροΐδη και, καθώς κάθε εποχή επιλέγει τις δικές της αναγνώσεις στα κείμενα, ο Χατζηβασιλείου εκτιμά ότι αυτό το εμβληματικό κείμενο στην καθαρεύουσα έχει απήχηση σήμερα χάρη στον παιγνιώδη χαρακτήρα της γραφής του, όπου Ιστορία, λογοτεχνική φαντασία και ειρωνεία συναντιούνται, παρά εξαιτίας του αντικληρικαλιστικού και σατιρικού του πνεύματος που γοήτευε στην εποχή του. Συζητά πώς οι ιδεολογικές και οι αισθητικές ερμηνείες του έργου του Παπαδιαμάντη συνιστούν ένα «συγκλονιστικό βάρος» για τον αναγνώστη. Αναδεικνύει έναν Κρυστάλλη που υπερβαίνει τη λαογραφία και την ηθογραφία παίρνοντας αποστάσεις από τον τυπικό ρεαλισμό τους με την ποιητική πρόζα του.

Εξηγεί γιατί θεωρεί τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, με τους όρους της σύγχρονης αναγνωστικής εμπειρίας, ένα προβληματικό έργο αλλά τον διηγηματογράφο Μυριβήλη έναν συγγραφέα που έγραψε έξω από τους ιδεολογικούς και εξωτερικούς «περισπασμούς» της εποχής του. Αναδεικνύει το φανταστικό στη Βάρδια (1954) και στα μικρά πεζά (1987) του Νίκου Καββαδία και σχολιάζει το πέρασμα από τον «εξημμένο μοντερνισμό» της πρώτης στην ιστορική συνείδηση των δεύτερων.

Αστυνομικά, επιστολογραφία, αυτοβιογραφία

Θέση στον τόμο έχει και η δημοφιλής «κανονικοποιημένη» πλέον αστυνομική λογοτεχνία. Ο συγγραφέας θυμίζει τις απαρχές της με το ανώνυμο μυθιστόρημα Ο Σέρλοκ Χολμς σώζων τον κ. Βενιζέλον (1914) προτού ασχοληθεί με το Εγκλημα του Ψυχικού (1928) του Παύλου Νιρβάνα και συνεχίσει με τον Γιάννη Μαρή, που έβγαλε το αστυνομικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του 1950 από το περιθώριο, και τους νεότερους Ανδρέα Αποστολίδη και Φίλιππο Φιλίππου. Τεκμηριώνει γιατί οι επιστολές του Νίκου Καχτίτση αποτελούν ένα αμιγώς λογοτεχνικό υλικό ενός λογοτεχνικού εργαστηρίου εικοσιτετράωρης λειτουργίας.

Σχολιάζει την αυτοβιογραφική συνθήκη με αφορμή το αυτοβιογραφικό αφήγημα Τότε που ζούσαμε (1974) του ποιητή, πεζογράφου αλλά και βουλευτή της Αριστεράς Ασημάκη Πανσέληνου. Συζητεί τη θέση του μυθιστορήματος Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη (2014) της Μέλπως Αξιώτη στο πλαίσιο του ελληνικού μοντερνισμού και στέκεται στην Αυτοβιογραφία (1881) της Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, η οποία «μακριά από το να αποτελεί διακήρυξη των γυναικείων δικαιωμάτων ή καταγγελία της κυριαρχίας του ανδρικού φύλου» παραμένει η τολμηρή φωνή της πρώτης ελληνίδας πεζογράφου η οποία γράφει για την ελευθερία της που πνίγεται στο κατάκλειστο συντηρητικό περιβάλλον της εποχής της.

Κι όταν εξετάζει τη λειτουργία του μύθου και της αφήγησης (στο σενάριο) της ταινίας «Ο θίασος» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου κάνει το βήμα που επιχειρούν γάλλοι και αμερικανοί κριτικοί όλο και συχνότερα: την επιστράτευση των λογοτεχνικών εργαλείων για την ανάλυση οπτικοακουστικών αφηγημάτων, ταινιών ή τηλεοπτικών σειρών σε μια διαθεματική προσέγγιση.

Μειώνοντας την απόσταση

Ισως παρατηρήσει κάποιος ότι αρκετά κεφάλαια του τόμου αφορούν τον Καραγάτση αλλά δεν γίνεται εκτενής αναφορά σε ξεχωριστά κεφάλαια, λόγου χάριν στον μυθιστοριογράφο Αγγελο Τερζάκη ή στον Κοσμά Πολίτη, ή ότι στους νεότερους συγγραφείς του 21ου αιώνα ο συγγραφέας περιορίζεται στον Νίκο Μάντη και στον Χρήστο Οικονόμου.

Γίνεται φανερό ότι σκοπός του δεν είναι να συμπεριλάβει τους πάντες, αλλά να επισημάνει κείμενα και χρονικές στιγμές κατά τις οποίες παρατηρείται μια αλλαγή παραδείγματος. Κυρίως όμως, έχω την αίσθηση, επιχειρεί να επικοινωνήσει με το κοινό διανύοντας την απόσταση που συνήθως χωρίζει τον κριτικό από τον μέσο αναγνώστη.

Σκέφτομαι, διαβάζοντας τον τόμο, τον περίφημο αμερικανό κριτικό και θεωρητικό Χάρολντ Μπλουμ και τον Δυτικό κανόνα του, όπου ο Μπλουμ δίνει ένα πανόραμα της δυτικής λογοτεχνίας, σχολιάζει ερμηνευτικές προσεγγίσεις και «κανονικοποιεί» συγγραφείς και κείμενα.

Ο τόμος που πρωτοκυκλοφόρησε το 1994 συζητήθηκε πολύ από τους μελετητές της λογοτεχνίας και αποτελεί έκτοτε σημαντικό έργο αναφοράς. Το 2000 όμως ο Μπλουμ κυκλοφόρησε και τον τόμο Πώς και γιατί διαβάζουμε, έναν τόμο για το ευρύ κοινό, στον οποίο αναλύει με λόγο απλό γνωστά έργα και μεταφέρει τον ζήλο του για τη λογοτεχνία.

Προπονητής ανάγνωσης

Αντίστοιχη μου φαίνεται η περίπτωση του Χατζηβασιλείου. Αν Η κίνηση του εκκρεμούς ήταν ένας τόμος με ιδιαίτερο ιστοριογραφικό και κριτικό ενδιαφέρον πρωτίστως για τους μελετητές, τα Χρώματα του κύβου απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Εχοντας μακρά θητεία στη βιβλιοκριτική, ο συγγραφέας θέλει να πλησιάσει ένα κοινό που ενδιαφέρεται για την καλή λογοτεχνία αλλά συχνά δεν ξέρει πώ να την προσεγγίσει, διστάζει ή φοβάται αν θα την «καταλάβει».

Ο Χατζηβασιλείου παρουσιάζεται σε τούτον τον τόμο ως μέρος αυτού του κοινού· το πρώτο πληθυντικό, που χρησιμοποιεί συστηματικά, δηλώνει τις προθέσεις του: «Πώς να διαβάσουμε την Ασκητική;», «Τι να κρατήσουμε από τον Μάριο Χάκκα;». Με λόγο σαφή προτρέπει τους αναγνώστες να δηλώσουν ρητά τι τους αρέσει και τι δεν τους αρέσει στον Παπαδιαμάντη, αποκαλύπτοντας πρώτος τι δεν αρέσει στον ίδιο, και σε τόνο εξομολογητικό γράφει: «Ξαναδιαβάζω τη Ζωή εν τάφω και οι εντυπώσεις μου, πρέπει να πω, είναι πολύ έντονες…». Απενοχοποιεί τη διαδικασία της ανάγνωσης για τον αμύητο στη λογοτεχνία και καθιστά προσπελάσιμους σημαντικούς συγγραφείς και έργα.

Είναι, εκτιμώ, μια μεγάλη συμβολή του που συμπληρώνει τα εμβριθή και εμπεριστατωμένα κριτικά του μελετήματα. Μετακινούμενος από τη θέση τού δρώντα αθλητή κριτικού στη θέση του προπονητή ανάγνωσης, καταρρίπτει ανασφάλειες και τυχόν ενοχές των επίδοξων αναγνωστών λογοτεχνίας και μεταφέρει στους ασκούμενους όλη τη γνώση και τον ενθουσιασμό του για κείμενα γνωστά και σημαντικά, που τροφοδότησαν μια πολυγραφότατη καριέρα πολλών δεκαετιών.