«Μ΄ αυτά προσφέρω
ένα έδεσμα
Από μέλι και ζύμη κατάκοπη,
Δεν είναι λίγα, πίστεψέ με,
Τα πουλιά που μαζεύονται γύρω μου»
Δήμητρα Χριστοδούλου
Διάβασα σαν ένα roman-fleuve τους δύο τόμους των Ποιημάτων της Δήμητρας Χριστοδούλου (1974-2010 και 2011-2024) από τις εκδόσεις Θράκα. Επιβεβαίωσα για μια ακόμη φορά τη γνώμη μου για τη μεγάλη ελληνίδα ποιήτρια: σε αυτό το «ημερολόγιο γραφείου» όπου καταγράφεται, σαν σε αξονική τομογραφία, όλη η νεοελληνική κοινωνία, οι καημοί και τα παθήματά της, και την ίδια στιγμή γράφεται μια μοναδική γυναικεία ποίηση η οποία τρέφει όχι μόνο τη γενιά της αλλά και τις επόμενες.
Ενα καρδιογράφημα της ανεπάρκειας όσων η ποίηση δεν τους θεραπεύει, δεν γίνεται η «κλινική» τους, δεν διαγιγνώσκει τον ασθενή τους βίο αναγγέλλοντας τον θεραπευτικό της τρόπο, αλλά δίνει ζωή στη χαμοζωή στα όρια μιας γλώσσας που επιστρέφει μετατοπισμένη και συνεχώς ανανεούμενη, ως «υπόθεση υγείας».

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Ποιήματα [Α] 1974-2010, Ποιήματα [Β] 2011-2024, Εκδόσεις Θράκα, 2026, σελ. 648 + 472, τιμή 30,19 + 25 ευρώ
Ισως αυτό το φάρμακο της Χριστοδούλου, αυτό το υπομονετικό της εργόχειρο – ο «μέγας ιστός» μιας μοναχικής Πηνελόπης ανάμεσά μας –, αυτή η ακριβή πίκρα από το φαρμάκι μιας μελαγχολικής ψυχής, να αναγγέλλει στα καθ’ ημάς το μεγάλο «Βιβλίο» που ονειρεύτηκε ο Μαλαρμέ για την κατάληξη του κόσμου. Την ίδια στιγμή, όμως, η Χριστοδούλου με τα ποιήματα αυτά – τον ιστό αράχνης που καλύπτει πέντε δεκαετίες – συλλαμβάνει τον αναγνώστη της και τον κατασπαράζει σαν άλλη Πενθεσίλεια. Κι επειδή ο κώδικας των Αμαζόνων απαγόρευε την αυτοκτονία, η Πενθεσίλεια χάνεται καθώς βυθίζεται στο όρυγμα του εαυτού της.
Κάθε ποίημα της Χριστοδούλου, παραλλαγή κάποιου άλλου τη στιγμή που κατατίθεται, μεταφέρεται σε ό,τι θα ονόμαζα ανύπαρκτη μεταφορά, διότι το νόημα είναι η λέξη της, σε βαθμό που η ποιήτρια να «επαφίεται στη γενναιοδωρία των άστρων / ώστε να στιχουργήσω κάποτε έτσι» (η Μπλανς Ντιμπουά έλεγε: «στην καλοσύνη των ξένων»).
Το ποίημα είναι ένα «αντι-κείμενο» που φέρει το λακανικό όνομα «υπερηδονή», ως ένα αναπόφευκτο πλεόνασμα απόλαυσης που δεν μπορεί να ενσωματωθεί ή να εκφραστεί πλήρως μέσα από τη γλώσσα και το Συμβολικό. Και υπ’ αυτή την έννοια – ενός «υπέρ» (plus) – συνδέεται και προάγει ό,τι θα ονόμαζα «υπεροδύνη», για να περιοριστώ στον Οσιμα και την ταινία που σφράγισε τη γενιά μας: την «Αυτοκρατορία των αισθήσεων». Γιατί η Χριστοδούλου είναι η δική μου γενιά – σε κάθε γενεά.
ΥΓ.: Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι ένα βιβλίο αξίζει περισσότερο από το άρθρο που το παρουσιάζει σε ένα περιοδικό ή στην εφημερίδα. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: οι συγγραφείς καλούνται να γίνουν δημοσιογράφοι ή να μιμηθούν ή και να κολακεύσουν τους δημοσιογράφους ώστε το βιβλίο τους να πορευθεί για κάποιο χρονικό διάστημα πριν οδηγηθεί μοιραία στην πολτοποίηση. Και επειδή γνωρίζω εξ ιδίων την περιπλοκή αυτή, θα ήθελα να εξηγηθώ (και όχι να «αθωωθώ») επανεισάγοντας τον φουκοϊκό όρο του dispositif (μηχανισμός-πλέγμα) για να δείξω ότι η σχέση βιβλίου και άρθρου αποτελεί ένα πολύγραμμο σύνολο συντεθειμένο με γραμμές «διαφορετικής φύσης». Αναζήτησα κι εγώ την ένταξη των δύο θηριωδών τόμων της Χριστοδούλου στο dispositif, αφού προηγουμένως εγκαταστάθηκα στο κουβάρι.
«Το τηγανίζουν οι ηρωικοί πεσόντες» γράφει η Χριστοδούλου σε ένα από τα τελευταία ποιήματά της, υπαινισσόμενη, πιστεύω, τους κοινοτάρχες του σιναφιού. Διότι «όταν εστέφθη βασιλεύς ο κοινοτάρχης μας / χαρές κι ελπίδες στο δύσμοιρο χωριό μας».



