Στη νουβέλα Στους 44° υπό σκιάν (εκδ. Κίχλη), η Μελίσσα Στοΐλη επιστρέφει στη φλεγόμενη Θεσσαλονίκη του καύσωνα του 1987 και χτίζει έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα και το αλλόκοτο ενώνονται αξεδιάλυτα. Στην αποπνικτική αυτή ατμόσφαιρα, όπου η θερμοκρασία λειτουργεί σαν μυστικός μηχανισμός που αποσταθεροποιεί σώματα και ψυχές, οι ήρωές της παλεύουν όχι μόνο με όσα συμβαίνουν γύρω τους, αλλά και με όσα καίνε μέσα τους.
Ο Αντρέας, ο μοναχικός πρωταγωνιστής που επιστρέφει από το προηγούμενο βιβλίο της, τη συλλογή διηγημάτων Απ’ το μπαλκόνι να φύγεις (εκδ. Κίχλη, 2022), γίνεται η γέφυρα ανάμεσα στο παλιό και το νέο, σε μια καθημερινότητα που λιώνει και σε έναν κόσμο γεμάτο παράδοξα: πλοία στον ουρανό, σκιάχτρα που πετούν, μάγοι, θίασοι και μορφές που κουβαλούν μυστικά σαν βάρος στο στήθος. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον κόσμο του αλλόκοτου και του φανταστικού όλα αποκτούν μια γοητευτική ελαφρότητα χάρη στη γραφή της Στοΐλη, εμποτισμένη από την ευαισθησία και το χιούμορ της, τη λοξή ματιά της πάνω στη ζωή και τους ανθρώπους και τη δύναμη της πένας της που στήνει κόσμους και χαρακτήρες ζωντανούς και αναπνέοντες.

Μελίσσα Στοΐλη. Στους 44° υπό σκιάν. Εκδόσεις Κίχλη, 2025, σελ. 116, τιμή 11,99 ευρώ
Σε κάθε της έργο – είτε μιλάμε για τα γαστρονομικά αφηγήματα Και διηγώντας τα… να τρως (εκδ. Κίχλη, 2015) είτε για τα διηγήματά της είτε για τα δημοσιογραφικά της κείμενα – ξέρει πώς να ισορροπεί αβίαστα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας φέρνοντας μπροστά μας εικόνες που μας θυμίζουν πόσο εύθραυστος και ταυτόχρονα μαγικός μπορεί να είναι ο κόσμος γύρω μας.
Τι σας οδήγησε να ξεχωρίσετε τον Αντρέα και να τον μεταφέρετε από το σύμπαν του προηγούμενου βιβλίου σας σε αυτή τη νέα νουβέλα;
«Είχε εκδοθεί το Απ’ το μπαλκόνι να φύγεις και επεξεργαζόμουν κάποιες ιδέες για να προχωρήσω στο επόμενο βιβλίο. Υπήρχαν όμως κάποιοι χαρακτήρες από το προηγούμενο που έμοιαζαν να έχουν εγκατασταθεί στο μυαλό μου. Σαν να ήταν παλιοί φίλοι από τους οποίους είχα καιρό να πάρω νέα τους. Αναρωτιόμουν αν ο Αντρέας είχε βρει καινούργια δουλειά, αν οι πληγές του – εσωτερικές και εξωτερικές – είχαν επουλωθεί, αν είχε πάρει άλλη τροπή η ζωή του. Ισως επειδή κάποια στοιχεία της προσωπικότητάς του, όπως η μοναχικότητά του ακόμη και όταν περιτριγυρίζεται από πολύ κόσμο και οι τάσεις φυγής που έχει, να μου είναι πολύ γνώριμα. Εν τέλει, ο Αντρέας έγινε το κεντρικό πρόσωπο στη νέα νουβέλα και μέσα σε δύσκολες, από κάθε άποψη, συνθήκες βρήκε έναν άλλον τρόπο να συνεχίσει».
Τα πλοία που εμφανίζονται στον ουρανό και τα σκιάχτρα που πετούν τη νύχτα στη νουβέλα έχουν συμβολικό νόημα ή πρόκειται για καθαρά φανταστικά στοιχεία;
«Και στις δύο αυτές περιπτώσεις συμβολίζουν τους φόβους των ηρώων για όσα ανεξήγητα συμβαίνουν στις ζωές τους. Οσο περισσότερο προσπαθούν να βάλουν σε τάξη στο χάος που επικρατεί γύρω τους τόσο πιο αναπάντεχα γεγονότα εμφανίζονται μπροστά τους. Ομως, πίσω από κάθε παράδοξο που συμβαίνει υπάρχει εξήγηση. Και αυτό – όπως συμβαίνει και στη ζωή – είναι μια παρηγοριά σε έναν παράλογο κόσμο».
Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτε όταν «ζωντανεύετε» μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη; Την αντιλαμβάνεστε πρώτα ως γεωγραφικό χώρο ή ως συναισθηματικό τοπίο γεμάτο μνήμες και ενέργεια;
«Συμβαίνουν και τα δύο. Προηγείται η ύπαρξη του συναισθηματικού τοπίου και ακολουθεί η λεπτομερής καταγραφή του γεωγραφικού χώρου. Χρησιμοποιώ χάρτες, κατόψεις κτιρίων, φωτογραφίες σπιτιών, αποκόμματα εφημερίδων, ανακαλώ εικόνες που έχω δει, περπατώ και πάλι σε δρόμους που έχω καιρό να βαδίσω. Η ίδια η Θεσσαλονίκη στη συγκεκριμένη νουβέλα καθορίζει το ύφος, τη δομή και την έκβαση της ιστορίας».
Οι ήρωές σας συχνά αναζητούν νόημα μέσα σε αλλόκοτα ή επικίνδυνα περιβάλλοντα. Τι σας τραβάει στη διερεύνηση των «ακραίων» ή λιγότερο «mainstream» συνθηκών της ανθρώπινης εμπειρίας;
«Οι ακραίες συνθήκες αναγκάζουν τους ανθρώπους να αποκαλυφθούν. Βάζω τους ήρωες σε οριακές καταστάσεις για να ξυπνήσω τις αγωνίες τους και να τους υποχρεώσω να αντιμετωπίσουν τα τέρατα που τους τρομοκρατούν».
Η μαγεία, τα μυστικά και τα αλλόκοτα γεγονότα εμφανίζονται συχνά στα έργα σας. Είναι ένας τρόπος να διαχειριστείτε την πραγματικότητα ή μια μέθοδος να την υπερβείτε μέσα από τη λογοτεχνία;
«Υπάρχει έντονο το μεταφυσικό στοιχείο διότι έτσι αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Αν σταθείς στην παραλία της Θεσσαλονίκης κοιτάζοντας τη θάλασσα μπορείς να νιώσεις αυτή την υπερβατική εμπειρία. Σαν να υπάρχει ένας δίαυλος μεταξύ του ορατού και αόρατου. Μάλλον έτσι διαχειρίζομαι την πραγματικότητα. Και αυτό εκφράζεται μέσα από τη γραφή».
Η ζέστη στη νουβέλα λειτουργεί σχεδόν ως χαρακτήρας, αντανακλώντας εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων. Πιστεύετε ότι το φυσικό περιβάλλον μπορεί να συνομιλήσει με την ψυχή του ανθρώπου και να επηρεάσει τις πράξεις του;
«Ο ζεστός καιρός είναι ένα αφηγηματικό μέσο που έχει χρησιμοποιηθεί συχνά στη λογοτεχνία. Ισως “γιατί μ΄ αυτές τις ζέστες το αίμα το τρελό αφορμίζει” όπως λέει ο Σαίξπηρ στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Εισάγοντας μια τέτοια καιρική συνθήκη σε ένα μυθιστόρημα, αλλά και στον κινηματογράφο, νιώθεις πως όπου να ‘ναι κάποιος θα χάσει τα λογικά του. Στους 44ο υπό σκιάν, ο καύσωνας υποδηλώνει πως η φυσική τάξη των πραγμάτων έχει ανατραπεί. Την ώρα που τα σώματα λιώνουν κάτω από τις υψηλές θερμοκρασίας, που η ανάσα γίνεται δύσκολη και τα κουμπιά των ρούχων ανοίγουν, όλα είναι πιθανά να συμβούν. Οντως λειτουργεί ως χαρακτήρας και μάλιστα σε πρωταγωνιστικό ρόλο».
Πώς η δουλειά σας ως δημοσιογράφου και η προϋπηρεσία σας στην υποκριτική επηρεάζουν την προσέγγισή σας στη μυθοπλασία; Υπάρχουν στοιχεία – παρατήρησης, έρευνας – που μεταφέρονται από το θέατρο ή τη δημοσιογραφία στη λογοτεχνία σας;
«Θα έλεγα ότι η υποκριτική και η δημοσιογραφία καθορίζουν απόλυτα τον τρόπο που γράφω. Ας πούμε ο τρόπος που έμαθα να προσεγγίζω έναν ρόλο είναι και ο τρόπος που χτίζω έναν ήρωα. Για να πεις μια ατάκα στο θέατρο πρέπει να έχεις “δει” τον ήρωα στην καθημερινότητά του. Να ξέρεις πώς ξυπνάει, πώς περπατάει, τι τον απασχολεί, αν του αρέσει η εξοχή ή η πόλη, αν θυμώνει εύκολα ή αν μιλάει πολύ. Ετσι μπορεί να ζωντανέψει στη σκηνή, να γίνει άνθρωπος με σάρκα και οστά. Αυτό συμβαίνει και στη λογοτεχνία.
Ξέρω για τους ήρωές μου πολύ περισσότερα από αυτά που γράφω. Από την άλλη η δημοσιογραφία μού έχει μάθει την έρευνα, τη χρήση της γλώσσας και τους τρόπους να κρατάς το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο μέχρι την τελευταία λέξη. Και οι δύο, η υποκριτική και η δημοσιογραφία, μου έχουν μάθει τη σκληρή δουλειά. Γιατί η λογοτεχνία είναι πολύ απαιτητική. Πρέπει να διαβάζεις, να κρίνεις και να παρατηρείς την ώρα που διαβάζεις, και να γράφεις πολύ».






