Κατά πόσον διαμορφώνει ο τόπος, η γενέτειρα κάποιου, την ευαισθησία και τα γραπτά του; Κάπως έτσι ξεκίνησε η κουβέντα με τον Γιάννη Ευθυμιάδη τις προάλλες. «Ο Πειραιάς υπήρξε ανέκαθεν μια ανοιχτή κοινωνία, πολυπολιτισμική θα τολμούσα να πω, μια πόλη που αγκάλιασε τους πρόσφυγες, απ’ όπου έλκω και την καταγωγή μου. Είναι μια πόλη που είχε πάντα γλωσσική ανοιχτωσιά, μεγάλη ελευθερία. Προφανώς παίζει ρόλο και η θάλασσα, η ανάμειξη αστικών και λαϊκών στρωμάτων. Ο Πειραιάς απελευθέρωνε και απελευθερώνει πνευματικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις με την καθαρότητα του αέρα που διαπερνά την πόλη» είπε προς «Το Βήμα» ο ίδιος.
Αφορμή για τη συνομιλία του με την εφημερίδα στάθηκε το Corpus amoris που μόλις κυκλοφόρησε από τη «Νεφέλη», το καινούργιο του βιβλίο. Η ποίηση, θυμήθηκε ο Ευθυμιάδης, τον βρήκε απλά και αβίαστα.
«Πρωτοέγραψα χωρίς καμιά προσδοκία, χωρίς στόχο. Η ποίηση, η καλή ποίηση, πρέπει να προκύπτει φυσικά, σαν την αναπνοή. Βεβαίως μετά την αρχική σύλληψη όλα μπαίνουν κάτω από το υφάδι και το στημόνι σκληρής δουλειάς, μιας επισταμένης επεξεργασίας που, στις πιο ευλογημένες στιγμές, όταν ολοκληρωθεί, δίνει την εντύπωση ότι συντελέστηκε χωρίς καμιά απολύτως προσπάθεια».

Γιάννης Ευθυμιάδης
Corpus amoris [ερωτικά ποιήματα 2004-2025]
Εκδόσεις Νεφέλη, 2026, σελ. 160,
τιμή 13,30 ευρώ
Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο γράφων ανθολογεί ο ίδιος τον εαυτό του; Πώς ήταν αυτή η διαδικασία και πώς δομήθηκε, συγκεκριμένα, το νέο σας βιβλίο;
«Τον τελευταίο καιρό έγραψα μια σειρά από ερωτικά ποιήματα, τα “αδημοσίευτα” όπως τιτλοφορούνται στην έκδοση. Κι ύστερα μου γεννήθηκε η ανάγκη να μαζέψω δίπλα σ’ αυτά και κάποια ομόθεμα, ερωτικά ποιήματα από παλιότερα βιβλία μου. Ο αριθμός που προέκυψε ήταν εντυπωσιακά μεγάλος και… βρέθηκα μπροστά στη δυσκολία της επιλογής, της αυτοανθολόγησης. Επιχείρησα να θέσω διάφορα κριτήρια, αλλά τελικά αφέθηκα σε αυτό που θεωρώ ασφαλέστερο: στην καθαρότητα της συγκίνησης. Παρέκαμψα κάθε τεχνικό, γλωσσικό ή άλλο στοιχείο και επέλεξα τα ποιήματα που εξακολουθούσαν να με συγκινούν περισσότερο».
Να σταθούμε στον όρο «ερωτικά ποιήματα». Δεν είναι λίγο σαν να τα ξεχωρίζουμε από τα υπόλοιπα; Πάντως, αν καλώς τα ξεχωρίζουμε, ποιες είναι οι ποιότητες εκείνες που τα καθιστούν «ερωτικά» ακριβώς;
«Οι ποιητές μέσα στους τόσους αιώνες γράφουν πάντα για τα ίδια θέματα… Για τον έρωτα, για τον θάνατο, για τη ζωή, για τη μοίρα… Καθένα από τα μεγάλα αυτά θέματα ανοίγεται βέβαια και προς όλα τα άλλα, μα και διατηρεί μια κάποια αυτονομία. Αλίμονο αν δεν δίναμε στον έρωτα την κυρίαρχη, την αυτόνομη θέση που του πρέπει. Δεν είναι η ποίηση που τον ξεχωρίζει και τον αναδεικνύει σε ένα από τα κυρίαρχα θέματά της. Είναι η ζωή που επιβάλλει την παντοδυναμία του».
Η λογοτεχνία, η ποίηση, πώς εμπλουτίζει την ερωτική εμπειρία;
«Η ποίηση και η ζωή είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Πότε προπορεύεται η μία και πότε η άλλη. Η ποίηση εμπνέεται από τη ζωή, αλλά και η ζωή παίρνει παλμό, βαθαίνει το συναίσθημά της, βρίσκει τα λόγια που εκφράζουν καλύτερα το βίωμά της από την ποίηση. Ειδικότερα στην ερωτική ποίηση, που, ειλικρινά την θεωρώ ένα ναρκοπέδιο στον ποιητικό λόγο, η απόπειρα του ποιητή να εκφράσει το βαθύ ερωτικό συναίσθημα από τη μια με τρόπο μοναδικό και πρωτοφανέρωτο κι από την άλλη να καταφέρει να γίνουν οι λέξεις του λέξεις των άλλων είναι μια μικρή μεγάλη νίκη».
Αν κάτι κυριαρχεί στα ποιήματα αυτά είναι το σώμα, σαν αγωγός όλων των άλλων πραγμάτων ή φαινομένων. Σχεδόν σε κάθε σύνθεση, το σώμα βρίσκεται στην αρχή και στο τέλος. Υπάρχει όμως – και είναι εντονότατη – μια ενέργεια ανάμεσα. Πώς θα την προσδιορίζατε;
«Το σώμα έχει τη δική του γλώσσα, τη δική του μνήμη, τη δική του νοημοσύνη. Ο πολιτισμός μας μάς φόρτωσε με ιδεολογήματα, με ιδεοληψίες κάποιες φορές τόσο, που απομακρυνθήκαμε από την ελευθερία και τη σοφά ενστικτώδη αντίληψη του σώματος. Υπάρχουν δυνάμεις που δεν τιθασεύονται από καμιά λογικοκρατούμενη προσέγγιση. Κι εκεί είναι που ο καθένας, αν επιχειρήσει να υποτάξει αυτές τις δυνάμεις στη λογική, νικιέται κατά κράτος. Θα έλεγα ότι παρόμοια είναι και η λειτουργία της ποίησης. Απαιτεί να ακολουθήσουμε με πίστη το ένστικτό μας και να απελευθερωθούμε για να απελευθερώσουμε».
Διακρίνονται καθαρά στα ποιήματά σας οι διαστάσεις της μουσικότητας, της ρίμας και μιας παιγνιώδους αντίληψης για τη γλώσσα. Ολα αυτά επιβάλλονται, τρόπον τινά, από τα ίδια τα ελληνικά ή από ποιητικές φωνές που τις αισθάνεστε κοντινές και προσφιλείς;
«Πράγματι η μακρά ποιητική μας παράδοση μας έχει κληροδοτήσει ρυθμούς, μια εγγενή μουσικότητα των στίχων. Είναι και η μεγάλη ευλογία του ελληνικού τραγουδιού από την αρχαιότητα ως σήμερα, τόσο σφιχταγκαλιασμένου με τη ζωή μας, με την κάθε μέρα μας. Μα είναι και η γλώσσα μας που, νομίζω, αν όχι επιβάλλει, πάντως υποβάλλει τους ρυθμούς και τις ρίμες της, τη μουσική που έχει μέσα στα κύρια υλικά της. Φλερτάρω, πράγματι, συχνά πότε με τον έμμετρο και πότε με έναν έρρυθμο στίχο. Είναι ο ρυθμός σαν μια κοίτη στιβαρή, για να κυλήσει μέσα της ορμητικό το συναίσθημα».
Αν σας ζητούσα οπωσδήποτε να επιλέξετε από τα επίθετα «εξομολογητική» ή «δοξαστική», ποιο από τα δύο θα τοποθετούσατε δίπλα στην ποίησή σας;
«Νομίζω πως γράφουμε για δύο λόγους: για να φωνάξουμε την ανάγκη να μας αγαπούν και για να φωνάξουμε ό,τι αγαπάμε. Υπό το πρίσμα αυτό θα χαρακτήριζα την ποίησή μου και “εξομολογητική”, αν εξομολογείται την ανάγκη μου να με αγαπούν, και “δοξαστική” με την έννοια πως θέλει να υμνήσει ό,τι αγαπώ, ό,τι με έχει διαμορφώσει. Αισθάνομαι ευλογημένος για τον τόπο μου, για τη γλώσσα που μιλώ, για τα βιώματά μου, μα πάνω απ’ όλα για τους ανθρώπους που αγάπησα και αγαπώ. Γι’ αυτούς κυρίως θέλω να μιλώ μέσα στα ποιήματά μου».
Εκδηλώνετε τη δημιουργικότητά σας σε ποικίλα πεδία: ποίηση, θέατρο, εικαστικά. Πώς κινείστε μεταξύ αυτών;
«Η τέχνη είναι ενιαία και αδιαίρετη. Η ποίηση, η ζωγραφική, το θέατρο είναι επιμέρους εκφάνσεις της που συχνά επικοινωνούν, αλληλεπιδρούν, αλληλοσυμπληρώνονται. Νιώθω τυχερός που έχω στο οπλοστάσιό μου τεχνικές από όλες αυτές τις τέχνες. Διαπιστώνω συχνά ότι εικόνες εισβάλλουν δυναμικά μέσα στα ποιήματά μου, ιδέες και ποιητικές συλλήψεις ορίζουν τα εικαστικά μου έργα, και τα δύο αυτά βρίσκουν τη θέση τους μέσα στο θέατρο. Είναι όμορφο να μπορεί κανείς να μπαινοβγαίνει από τη μια τέχνη στην άλλη. Μοιάζει σαν τα παιχνίδια που παίζαμε παιδιά, με την αφέλεια και συνάμα τη σοφία που είχαν».
Είστε, επίσης, εκπαιδευτικός. Τι γίνεται λάθος, σε σχέση με τα γράμματα και τις τέχνες, στα σχολεία μας;
«Δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για να έρχονται οι μαθητές σε επαφή με τις τέχνες και τα γράμματα με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο: χρειάζεται πολιτική βούληση από τη μία και έρωτας του εκπαιδευτικού για το αντικείμενο από την άλλη. Ως προς το πρώτο, διαπιστώνω πως μέρα με τη μέρα οι τέχνες υποχωρούν, συνθλίβονται κάτω από τη λαίλαπα του τεχνοκρατισμού. Κι όσοι συνάδελφοι, δυστυχώς όχι όλοι, βρίσκουν τη δύναμη να αγαπήσουν τις τέχνες και τα γράμματα με πάθος και αποπειρώνται να μεταδώσουν την αγάπη τους αυτή και στα παιδιά, προσκρούουν πάνω στη σκληρότητα, την ακαμψία, τις αγκυλώσεις του εκπαιδευτικού μας συστήματος».



