Για όσους μελετούν την αρχαία Ελλάδα, η κλασική εποχή, μέσες άκρες ο 5ος και ο 4ος αιώνας π.Χ., αποτελεί μια χαρακτηριστική μελέτη περίπτωσης της αποτυχίας να αντληθούν διδάγματα από την ιστορία. Κοντά στην αρχή της συγκεκριμένης περιόδου, οι Έλληνες είδαν τους Πέρσες, ηγεμόνες μιας αχανούς αυτοκρατορίας, να υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους και να αποτυγχάνουν σε δύο εισβολές στην Ευρώπη, τη δεύτερη φορά με καταστροφικό τρόπο. Ωστόσο, μετά από αυτά τα επεισόδια, οι κυρίαρχες ελληνικές δυνάμεις της εποχής, η Αθήνα και η Σπάρτη, έκαναν πάνω κάτω ό,τι είχαν κάνει και οι Πέρσες. Και εκείνες υπερέβησαν τις δυνάμεις τους, εισέβαλαν σε εδάφη που δεν μπορούσαν να κατακτήσουν ή να ελέγξουν, και οδήγησαν τις πολιτείες τους σε συμφορές.
Εύγλωττες φωνές προειδοποίησαν τους Έλληνες να μην ακολουθήσουν αυτό το μονοπάτι, αλλά εις μάτην. Οι θεατρικοί συγγραφείς της Αθήνας δραματοποίησαν τις τραγικές ιστορίες βασιλιάδων, συμπεριλαμβανομένου του Ξέρξη της Περσίας, των οποίων οι υπερφίαλες φιλοδοξίες οδήγησαν τους ηγεμόνες στην καταστροφή. Οι «Ιστορίες» του Ηροδότου, που πιθανότατα γράφτηκαν στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., εξιστορούσαν την περσική ήττα ως ένα υπόδειγμα των κινδύνων του αλόγιστου ιμπεριαλισμού. Μια επιγραφή στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς προειδοποιούσε άκαρπα τους επισκέπτες του μαντείου: μηδέν άγαν, δηλαδή «τίποτα σε υπερβολή.
Η ιστορία της αθηναϊκής υπερέκτασης είναι περισσότερο γνωστή σήμερα από την αντίστοιχη σπαρτιατική, σε μεγάλο βαθμό επειδή ο Θουκυδίδης, ένας από τους καλύτερους ιστορικούς της αρχαιότητας, την κατέγραψε στην εξιστόρησή του για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε το 431 π.Χ.
Το τέλος του πολέμου και ο απόηχος της νίκης της Σπάρτης επί της Αθήνας, κατά τα έτη 404-371 π.Χ., μας είναι γνωστά μέσα από τα συγγράμματα του Ξενοφώντα, ενός λιγότερο διεισδυτικού παρατηρητή. Ο Ξενοφών προσπαθεί ενίοτε να δείξει ότι και οι Σπαρτιάτες απώλεσαν την αυτοσυγκράτησή τους και ξεπέρασαν τις δυνάμεις τους. Ωστόσο, οι κατώτερες αφηγηματικές του ικανότητες, καθώς και η τάση του να υποβαθμίζει τα σπαρτιατικά σφάλματα, καθιστούν αυτό το θέμα δυσδιάκριτο στα έργα του.
Ο Άντριου Μπέιλις (Andrew Bayliss), ο συγγραφέας του βιβλίου «Σπάρτη: Η Άνοδος και η Πτώση μιας Αρχαίας Υπερδύναμης», είναι ένας πιο επιδέξιος συγγραφέας από τον Ξενοφώντα. Όπως υποδηλώνει ο υπότιτλος του βιβλίου, ο κ. Μπέιλις, μελετητής της ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ στην Αγγλία, εντάσσει σταθερά τους Σπαρτιάτες στο διαχρονικό μοτίβο της υπερέκτασης που οδηγεί στην πτώση. Η ιστορία που αφηγείται, ιδιαίτερα στο ζοφερό τελικό της κεφάλαιο, θα έπρεπε να αποτελεί υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τους ηγέτες των σύγχρονων εθνών.
Το αλλόκοτο κοινωνικό σύστημα από το οποίο η Σπάρτη αντλούσε τη δύναμή της ανάγεται στην πρώιμη ιστορία της. Βασιζόμενος σε αποσπασματικές και σχεδόν μυθικές πηγές, ο κ. Μπέιλις συνθέτει μια εύλογη θεωρία για το πώς οι Σπαρτιάτες, μέλη της δωρικής υποομάδας του ελληνικού λαού, έφτασαν στο σπίτι τους στον νότο της Πελοποννήσου, της απέραντης νότιας χερσονήσου της Ελλάδας, και ξεκίνησαν μια σειρά πολέμων με τους γείτονές τους. Μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ., η κατάκτηση των Μεσσηνίων, των Ελλήνων στα γόνιμα εδάφη προς τα δυτικά τους, τους είχε εξασφαλίσει ένα τεράστιο σώμα από δούλους, γνωστούς ως είλωτες, των οποίων η εργασία εξασφάλιζε τις σοδειές για την τροφή τους.
Απαλλαγμένοι από τις αγροτικές εργασίες και φοβούμενοι τις εξεγέρσεις των ειλώτων, οι Σπαρτιάτες ανέπτυξαν τον λιτό τρόπο ζωής τους και το αυστηρό πρόγραμμα στρατιωτικής εκπαίδευσης. Το σύστημά τους διασφάλιζε ότι οι άνδρες Σπαρτιάτες -γνωστοί ως όμοιοι ή «ίσοι»-, επειδή το κράτος τους παραχωρούσε ομοιόμορφα τμήματα γης, μπορούσαν να ζουν ως «κύριοι με άφθονο ελεύθερο χρόνο», όπως τους αποκαλεί ο κ. Μπέιλις (αν και «ελεύθερος χρόνος» θα πρέπει να νοηθεί ως η ελευθερία να γυμνάζονται και να κάνουν συνεχώς ασκήσεις σε μια μορφή ισόβιας στρατιωτικής εκπαίδευσης). Οι είλωτες έτρεφαν αυτούς τους υψηλόβαθμους στρατιώτες και εξυπηρετούσαν κάθε τους ανάγκη· μια πηγή αναφέρει ότι κάθε Σπαρτιάτης που ριχνόταν στη μάχη εναντίον των Περσών είχε στην υπηρεσία του επτά είλωτες.
Ο κ. Μπέιλις σπάνια εκφέρει κρίση για τους Σπαρτιάτες και σημειώνει ότι, τους τελευταίους αιώνες, είχαν τόσους θαυμαστές όσους και επικριτές. Ωστόσο, η ανάγκη τους να κρατούν συλλογικά την μπότα τους στον λαιμό των δούλων τους –σε μια ετήσια τελετή, την κρυπτεία, οι νεαροί Σπαρτιάτες προσπαθούσαν να κυνηγήσουν και να σκοτώσουν εξέχοντες είλωτες– του δημιουργεί την εντύπωση μιας σχέσης μίσους. «Οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να… θεωρηθούν ως παράσιτα, που τρέφονταν από την καταναγκαστική εργασία των ειλώτων τους», γνωμοδοτεί.
Η Σπάρτη μπορούσε να διαπλάθει τους πολίτες της σε υπερ-πολεμιστές, αλλά δεν μπορούσε να αυξήσει τον αριθμό τους. Με τον υψηλό πήχη που έθετε για την είσοδο στο ελίτ σύστημα εκπαίδευσής της, και με τα αρτηριοσκληρωτικά συζυγικά της έθιμα να περιορίζουν τα ποσοστά γεννητικότητας, ο πληθυσμός των ομοίων μειωνόταν, την ίδια ώρα που τα γειτονικά κράτη αναπτύσσονταν. Η Σπάρτη χρειαζόταν συμμάχους για να συμπληρώσει την πολεμική της παράταξη, γι’ αυτό και εγκατέστησε υποτελείς ηγέτες σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, οι οποίοι έγιναν σύμμαχοί της στον πόλεμο κατά της Αθήνας.
Ο κ. Μπέιλις δίνει μια πειστική περιγραφή του Πελοποννησιακού Πολέμου, μιας 27ετούς αδυσώπητης αναμέτρησης που τελικά κατέληξε στην κυριαρχία της Σπάρτης. Διακρίνει την αλήθεια πίσω από τον υψηλόφρονα ισχυρισμό των Σπαρτιατών ότι ήταν υπερασπιστές της ελευθερίας που πολεμούσαν μια «πόλη-τύραννο», την Αθήνα, η οποία καταπίεζε τους υπηκόους της αυτοκρατορίας της: «Μετά από όλες τις διακηρύξεις που είχαν κάνει για την απελευθέρωση της Ελλάδας από την αθηναϊκή τυραννία, [οι Σπαρτιάτες] απλώς την αντικατέστησαν με τη δική τους». Γεμάτη αυτοπεποίθηση μετά την ήττα της Αθήνας, η Σπάρτη ξεκίνησε το δικό της αυτοκρατορικό πρόγραμμα, αντισταθμίζοντας τον φθίνοντα πληθυσμό της με το να κρατά ακόμα πιο σφιχτά τους υπηκόους της.
Η δύναμη της παράταξης των Σπαρτιατών ομοίων είχε μειωθεί σε περίπου 1.000 άνδρες όταν ένας εξοργισμένος Σπαρτιάτης βασιλιάς, ο Αγησίλαος, εκβίασε μια τελική αναμέτρηση με τη Θήβα, μια πολύ πιο πολυπληθή πόλη. Στη Μάχη των Λεύκτρων, το 371 π.Χ., οι Θηβαίοι έκριναν, ορθά, ότι οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοι της Σπάρτης είχαν κουραστεί να πολεμούν για τους δικούς της σκοπούς και θα αργούσαν να εμπλακούν στη μάχη. Ο ηγέτης της Θήβας, ο Επαμεινώνδας, λέγεται ότι σήκωσε ένα φίδι και του έλιωσε το κεφάλι, για να δείξει στα στρατεύματά του πώς η εξουδετέρωση αυτών των χιλίων Σπαρτιατών θα αδρανοποιούσε τον υπόλοιπο εχθρικό στρατό. Η επιτυχία αυτού του τεχνάσματος έβαλε τέλος στην κυριαρχία της Σπάρτης ως ελληνικής υπερδύναμης.
Ο κ. Μπέιλις αντιπαραβάλλει την αποτυχία της Σπάρτης με την επιτυχία της Ρώμης, ενός κράτους που παραχωρούσε ελεύθερα την ιδιότητα του πολίτη σε μη Ρωμαίους, συμπεριλαμβανομένων όσον προέρχονταν από ηττημένα έθνη. «Η πεισματική άρνηση των Σπαρτιατών να μοιραστούν τον πλούτο και τις κατακτήσεις τους με άλλους Έλληνες περιόρισε της δυνατότητα ανάπτυξής τους», γράφει. «Η μόνη ελευθερία που ενδιέφερε τους Σπαρτιάτες ήταν η δική τους». Όσοι αναλογίζονται την τροχιά της Σπάρτης δεν θα αποδειχθούν, ελπίζει κανείς, τόσο τυφλοί απέναντι στα διδάγματα της ιστορίας όσο οι ίδιοι οι Έλληνες.






