Η σαρωτική νίκη του κυβερνώντος Λαϊκού Κόμματος της Ινδίας στις τοπικές εκλογές της Δυτικής Βεγγάλης δεν ήταν μόνο η ρεβάνς του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι απέναντι στην απώλεια της αυτοδυναμίας στο εθνικές εκλογές του 2024. Σηματοδοτεί τις ευρύτερες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, τη ριζική μετατόπιση του πολιτικού εκκρεμούς προς τον ινδουιστικό εθνικισμό και την περαιτέρω αποδυνάμωση του Κόμματος του Κογκρέσου το οποίο οικοδόμησε τη νεότερη Ινδία πάνω στα χαλάσματα της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Πριν από δέκα χρόνια το Λαϊκό Κόμμα (Bharatiya Janata Party-BJP) του Μόντι κυβερνούσε μεν ολόκληρη την Ινδία του ενάμιση δισεκατομμυρίου κατοίκων, όμως διέθετε μόλις τρεις έδρες στην τοπική βουλή του κρατιδίου (ομόσπονδης πολιτείας) της Δυτικής Βεγγάλης.
Τώρα το BJP κατέλαβε 207 από τις 294 έδρες στη Δυτική Βεγγάλη, που είναι η τρίτη πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της χώρας (περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι σε μια έκταση λίγο παραπάνω από το άθροισμα της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας), πάνω στο δέλτα του ποταμού Γάγγη και στα σύνορα με το Μπαγκλαντές.
Στο δέλτα του Γάγγη βρίσκεται η Καλκούτα, κτήση της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών από τα μέσα του 18ου αιώνα και πρωτεύουσα μέχρι το 1911, με τον αντίστοιχο κοσμοπολιτισμό και τις ανισότητες που χαρακτηρίζουν έως σήμερα την περιοχή.
Σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Δυτικής Βεγγάλης είναι μουσουλμάνοι (27 %), ωστόσο η πολιτεία έχει αποφύγει, σε σημαντικό βαθμό, τις αιματηρές θρησκευτικές συγκρούσεις που έγιναν σε άλλες περιοχές. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την ανεκτικότητα έπαιξε η αριστερή κυβέρνηση που ασκούσε την τοπική εξουσία επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.
Το Αριστερό Μέτωπο, με βασική συνιστώσα το Μαρξιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας, βρισκόταν στην εξουσία επί 37 χρόνια (επτά συνεχόμενες εκλογικές νίκες, από το 1977 έως το 2011), προάγοντας την αγροτική μεταρρύθμιση, την αποκέντρωση και την ειρηνική συνύπαρξη.
Οι εσωτερικές έριδες, κρούσματα διαφθοράς και ένα πρόγραμμα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων γης, είχαν ως αποτέλεσμα την ήττα του Αριστερού Μετώπου το 2011 και την επικράτηση μιας φράξιας του Κόμματος του Κογκρέσου (AITC) με 215 έδρες, υπό την ηγεσία της Μάματα Μπάνερτζι, της πρώτης γυναίκας πρωθυπουργού της Δυτικής Βεγγάλης.
Η Μπάνερτζι εξελέγη ακόμα δυο φορές και παρέμεινε στο αξίωμα επί 15 χρόνια, διατηρώντας το πνεύμα της ανεκτικότητας και της συνύπαρξης των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων.
Οι κυβερνήσεις της στιγματίστηκαν από σκάνδαλα διαφθοράς, όμως προώθησαν προγράμματα για τη στήριξη των γυναικών και των φτωχών σπουδαστών, ενώ η Μπάνερτζι ήταν μεταξύ των 100 πιο επιδραστικών ατόμων στη λίστα του περιοδικού Time το 2021.
Εκλογές σε δύο φάσεις
Στις εκλογές του περασμένου Απριλίου (έγιναν σε δυο φάσεις, 23 και 29 του μηνός, ενώ τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν προχθές Δευτέρα) η Μπάνερτζι δεν εξελέγη ούτε βουλευτής.
Η ίδια κατήγγειλε μεθοδεύσεις του BJP και αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα υποστηρίζοντας ότι το κόμμα του Μόντι «έκλεψε περισσότερες από 100 έδρες» σε περιφέρειες όπου το αποτέλεσμα ήταν οριακό.
Πριν από τις εκλογές διαγράφηκαν σχεδόν 7 εκατομμύρια ονόματα από τους εκλογικούς καταλόγους ενώ υπολογίζονται σε πάνω από 2,5 εκατομμύρια οι πολίτες που δεν μπόρεσαν να ψηφίσουν.
Το BJP έλαβε 29,2 εκατομμύρια ψήφους και ποσοστό 45,8% (σημειώνοντας άνοδο 7,7%) ενώ το AITC πήρε 26 εκατομμύρια ψήφους και ποσοστό 40,8% (υποχωρώντας κατά 7,2%).
Νικητής η διάδοση του εθνικισμού μέσω fake news
Σύμφωνα με Ινδούς αναλυτές, ακόμα και αν υπήρξαν παρατυπίες, το εκλογικό αποτέλεσμα είναι πολύ ισχυρό, και αποτελεί προϊόν συστηματικής πολιτικής προπαγάνδας με βασικό άξονα την ενίσχυση του εθνικισμού μέσω της διάδοσης fake news.
Κεντρικός πυλώνας του σχεδιασμού ήταν η καλλιέργεια της εθνικής και θρησκευτικής αντιπαλότητας απέναντι στους «εισβολείς», τους «παράνομους μετατανάστες» από το γειτονικό, μουσουλμανικό Μπαγκλαντές.
«Λάδι στη φωτιά» από το κόμμα Μόντι
Από το 2017 παρατηρείται αύξηση των εντάσεων μεταξύ των ινδουιστών και της μουσουλμανικής μειονότητας, ειδικά κατά την περίοδο θρησκευτικών εορτών, με τα στελέχη του BJP να ρίχνουν λάδι στη φωτιά κατηγορώντας την (απερχόμενη) τοπική κυβέρνηση της Δυτικής Βεγγάλης για «υπερβολική ανοχή» απέναντι στις ισλαμικές «προκλήσεις», στις οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την πώληση και κατανάλωση βόειου κρέατος σε δημόσιους χώρους, την στιγμή που η αγελάδα είναι για τους ινδουιστές ιερό ζώο, σεβαστό και προστατευόμενο.
Ιστορική νίκη για του Μόντι
«Ο λωτός άνθισε στη Δυτική Βεγγάλη» δήλωσε ο Μόντι μετά από την ιστορική νίκη του κόμματός του, το οποίο έχει ως έμβλημα έναν ολάνθιστο λωτό.
Παίζοντας το χαρτί του εθνικισμού απέναντι στο μουσουλμανικό Πακιστάν (που είναι πυρηνική δύναμη όπως και η Ινδία), ο πρωθυπουργός Μόντι παραμένει στην εξουσία επί 12 χρόνια.
Η αδιαμφισβήτητη πρόοδος της πολυπληθέστερης χώρας του κόσμου σε όλους τους τομείς επί πρωθυπουργίας του (από την οικονομία μέχρι το διάστημα), συνδυάζεται με τις μεγάλες ανισότητες, την ενίσχυση των φοβικών αντανακλαστικών απέναντι στο Ισλάμ αλλά και την αδυναμία της αντιπολίτευσης να προβάλει πειστικό εναλλακτικό σχέδιο.
Το βάρος των Γκάντι
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Ραούλ Γκάντι, γόνος της πολιτικής δυναστείας του Νεχρού, του Ρατζίβ και της Σόνιας Γκάντι, κληρονόμησε μαζί με το όνομα και τo βάρος της «παλαιάς ελίτ» της Ινδίας.
Οι επόμενες γενικές εκλογές στην Ινδία προγραμματίζονται για το 2029. Ο Μόντι θα είναι τότε 78 ετών. Προς το παρόν δεν έχει ορίσει πολιτικό διάδοχο, ενώ το ζήτημα αποτελεί «ταμπού» για το κόμμα του. Το πιο πιεστικό ζήτημα σήμερα είναι οι τριγμοί στην ινδική οικονομία από την ενεργειακή κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στον Κόλπο.
Ωστόσο οι ψηφοφόροι στη Δυτική Βεγγάλη δεν αποδοκίμασαν τον Μόντι, αλλά τους αντιπάλους του.





