Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ξεκίνησε την πορεία του ως ηθοποιός για να στραφεί τελικά στη σκηνοθεσία. Ιδρυτής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, που εδώ και τριάντα χρόνια δίνει ένα ισχυρό παρών στο ελληνικό θεατρικό γίγνεσθαι, έδωσε ο ίδιος τη σκυτάλη στον γιο του, για να το συνεχίσει.
Ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, ετοιμάζεται τώρα για μια ακόμα σκηνοθεσία σε ένα είδος με το οποίο καταπιάνεται για πρώτη φορά, την επιθεώρηση: Είναι η παράσταση «Εγώ θα σας τα πω», η οποία και θα περιοδεύσει το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα με έναν πλούσιο θίασο -η πρεμιέρα θα δοθεί στις 4 Ιουνίου στο Βεάκειο του Πειραιά.
Πρώτη φορά κάνετε επιθεώρηση. Ποια είναι η σχέση σας με το είδος;
Η σχέση μου με την επιθεώρηση έχει μεγάλο και ωραίο παρελθόν. Ο πατέρας μου είχε μαγαζί στην Ιπποκράτους, δίπλα στο θέατρο Ακροπόλ. Κι εγώ κατέβαινα από το σπίτι μας, στα Άνω Ιλίσια, με το λεωφορείο, ήμουν τότε Ε’ Δημοτικού, και πήγαινα στο κατάστημα του πατέρα μου και από εκεί με θυμάμαι να μπαίνω στο Ακροπόλ και να βλέπω επιθεωρήσεις -την εποχή του Μπουρνέλη.
Κι επειδή ήμουν καλό και γλυκό παιδί, με είχαν συμπαθήσει η ταμίας, οι ταξιθέτριες και με έβαζαν μέσα στις παραστάσεις. Έτσι αγάπησα την επιθεώρηση. Όταν αποφάσισα να γίνω ηθοποιός και μπήκα στη σχολή, όπως ήταν φυσικό, το σνόμπαρα κι εγώ το είδος. Τότε περάσαμε στον Ίψεν, στον Σαίξπηρ και στην αρχαία τραγωδία.
Στην επιθεώρηση είχα δει τους πάντες -Μίμη Φωτόπουλο, Ντίνο Ηλιόπουλο, Βασίλη Αυλωνίτη, Ζωζώ Σαπουντζάκη, το ζευγάρι Αλέκος Λειβαδίτης-Ρένα Ντορ.
Πώς και δεν ασχοληθήκατε ως τώρα;
Επειδή το θαύμαζα πάρα πολύ, το θεωρούσα και πάρα πολύ σοβαρό. Θαύμαζα αυτούς τους ανθρώπους. Επιπλέον είχα παρατηρήσει ότι οι ηθοποιοί της επιθεώρησης δεν ιδρώνουν κι αυτό με παρέπεμπε στην αρχή της αποστασιοποίησης -να μην ταυτίζεται δηλαδή ο ηθοποιός με τον ρόλο.
Κι αυτό είναι κάτι που πιστεύω μέχρι σήμερα. Παίζω έναν ρόλο, δεν είμαι ο ρόλος. Το θέατρο είναι παίζω, παιχνίδι. Επιθεώρηση δεν έχω παίξει, έπαιξα όμως στο Ακροπόλ όταν ήμουν νέος ηθοποιός, με τη Νόνικα Γαληνέα ως Μέριλιν Μονρόε, τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο και πολλούς ακόμα στο «Μερικοί το προτιμούν καυτό».
Τώρα σκηνοθετείτε αλλά δεν συμμετέχετε στη συγγραφή των κειμένων…
Πράγματι, δεν γράφω γιατί κάποιοι άλλοι το κάνουν καλύτερα από μένα. Υπάρχει μια ομάδα, ο Δημήτρης Χαλιώτης και ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος που γράφει και στίχους και μαζί τους ο Θέμης Καραμουρατίδης στη μουσική. Όλοι μαζί άλλωστε ήρθαν, σαν παρέα, και μου το πρότειναν.
Αυτό που μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ κι έχει να κάνει και με το Θέατρο του Νέου Κόσμου είναι ότι το κεντρικό στοιχείο στην επιθεώρηση, ως προς τα κείμενα, έχει καθαρά πολιτική σκέψη. Πάντα.
Διαχρονικά σατιρίζει πολιτικούς και με ονόματα, κάτι που εμένα δεν μου αρέσει και στη δική μας επιθεώρηση ονόματα δεν υπάρχουν. Ο θεατής θα καταλάβει σε ποιον αναφερόμαστε, αλλά δεν ονοματίζουμε. Με ενδιαφέρει η καθαρά πολιτική σάτιρα. Και τώρα, λόγω της παράστασης, διάβασα πολλά για το είδος που ξεκίνησε το 1894 και άνθισε στις αρχές του 20ου αιώνα…
Στην πρώτη φάση ήταν και πολύ φτωχό, με ανθρώπους που δεν ήταν επαγγελματίες. Στην πορεία, και με όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα και στην Αθήνα, όλα έμπαιναν μέσα στην επιθεώρηση, τα επίκαιρα, όχι με την έννοια της είδησης.
«Δεν είμαι πολιτικός για να αλλάξω τον τόπο, είμαι σκηνοθέτης και θέτω ερωτήσεις».
Νούμερο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δηλαδή υπάρχει στην παράσταση;
Ναι, ο ΟΠΕΚΕΠΕ υπάρχει, και νούμερο και τραγούδι και χορευτικό. Το πολιτικό στοιχείο έχει σχέση και με εμένα και την διαδρομή μου. Και για να απαντήσω για τα κείμενα, δεν γράφω αλλά παρεμβαίνω αν υπάρχει κάτι που δεν μου αρέσει.
Είναι όμως ξεκάθαρο ότι ο καθένας κάνει τη δουλειά του, τα παιδιά γράφουν -και γράφουν πολύ ωραία, εγώ σκηνοθετώ και όταν κάτι δεν με βρίσκει σύμφωνο, το κόβουμε.
Με ενδιαφέρει, όσα δεν μου άρεσαν στις επιθεωρήσεις όταν τις παρακολουθούσα μέσα στα χρόνια, να μην μπουν τώρα στη δική μας. Και δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε ονόματα, εκτός από την ακραία περίπτωση που είναι ο Σεφερλής.
Δεν σας αρέσει;
Καθόλου. Είναι σεξιστής, ρατσιστής. Όταν στέκεται πάνω στη σκηνή και βλέπει μια ευτραφή κυρία να κακαρίζει από τα γέλια, θα γυρίσει και θα της πει «μωρή χοντρή». Το έχω δει. Πήγα μια φορά για να δω τι είναι αυτό το φαινόμενο ως φαινόμενο.
Έχει όρια η σάτιρα;
Η σάτιρα βεβαίως και έχει όρια. Το κέντρο της επιθεώρησης είναι ο ηθοποιός. Δεν είναι τυχαίο ότι σκηνοθέτης στην επιθεώρηση ήταν ο χορογράφος. Επίσης έπαιξε ρόλο το τέλος της χούντας που έφερε κάτι νέο με το «Ελεύθερο Θέατρο». Με γοήτευε πολύ γιατί έβλεπα αυτό το καινούργιο.
Η επιθεώρηση έχει να κάνει με την εξέλιξη. Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, κοινωνικά, πολιτικά και αισθητικά. Μετά το ’80 άρχιζε το είδος να εξαφανίζεται λόγω κακής ποιότητας.
Υπάρχει όμως ένας άνθρωπος τον οποίο εγώ εκτιμώ και συνεχίζω να βλέπω τις επιθεωρήσεις του -όποτε ανεβάζει. Είναι ο Σταμάτης Φασουλής. Εκτιμώ αυτό που έχει κάνει μόνος του, μετά, στην πορεία -από τότε που έκανε το «Βίρα τις Άγκυρες».
Το θέατρο αλλάζει, εξελίσσεται όπως και η κοινωνία και μάλλον πιο καλά εξελίσσεται το θέατρο από την κοινωνία, για να λέμε την αλήθεια. Και μου αρέσει η σύγχρονη ματιά πάνω στην επιθεώρηση, όχι η μοντέρνα – προσωπικά μου ταιριάζει η λέξη σύγχρονη, όχι μοντέρνα.
Η πολιτική ορθότητα είναι εμπόδιο σήμερα στο είδος; Ο χοντρός που δεν λέγεται πια χοντρός…
Δεν επιτρέπονται αυτά σήμερα και καλώς δεν επιτρέπονται. Ειδικά από το #metoo και μετά, όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι απαγορευμένα. Και δεν θα ήθελα να κάνω τέτοια αστεία ούτε νομίζω ότι αυτό μειώνει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Έτσι κι αλλιώς, το θέατρο που πιστεύω έχει να κάνει με σεβασμό σε όλα αυτά. Γιατί τέτοιοι χαρακτηρισμοί ταπεινώνουν τους ανθρώπους. Και δεν μπορεί στην επιθεώρηση να είμαι ένας άλλος άνθρωπος.
Ο ρόλος της επιθεώρησης οφείλει να είναι αντιπολιτευτικός;
Αυτός είναι ο χαρακτήρας της. Πάντα ήταν σάτιρα απέναντι στους κυβερνώντες και την εξουσία. Αυτή είναι η πηγή. Και όσο πιο καλό ήταν το επίπεδο, τόσο πιο ωραία φωτιζόταν. Και τώρα αισθάνομαι ότι κάνω, συμπτωματικά, επιθεώρηση στην καλύτερη εποχή.
Με την έννοια ότι σας εκφράζει το περιεχόμενό της, ότι ταυτίζεστε;
Δεν ταυτίζομαι όπως δεν ταυτίζομαι με τους ήρωες των έργων που ανεβάζω -κλασικά ή σύγχρονα. Με αφορά, με ενδιαφέρει να είναι καλά γραμμένο. Ένα θέατρο προπαγάνδας δεν με αφορούσε ποτέ.
«Μάλλον πιο καλά εξελίσσεται το θέατρο από την κοινωνία»
Σήμερα, ως πολίτης, αισθάνεστε θυμωμένος;
Όχι. Γιατί ο θυμός δεν μου είναι χρήσιμος. Μια πολιτεία έχει βασικές αποστολές, όπως να στηρίζει τους πολίτες στο οικονομικό, κοινωνικό ή άλλο επίπεδο. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να δεχτώ πράγματα που είναι σε βάρος των πολλών, είτε αυτό λέγεται μίζα είτε ρουσφέτι.
Η δημοκρατία δεν έχει να κάνει με κόμματα. Εγώ θέλω να είμαι δημοκράτης ως πολίτης, θέλω να είμαι δημοκρατικός άνθρωπος. Δεν έχει σημασία τι ψηφίζεις ή τι ψηφίζω.
Παραμένετε αριστερός;
Ναι, έτσι όπως έχω εγώ την αριστερά στο μυαλό μου. Έτσι κι αλλιώς σήμερα δεν υπάρχει εφαρμογή της αριστεράς. Από την στιγμή που δεν είσαι εξουσία, κυβέρνηση, μπορείς να είσαι μόνο λόγια κι αυτό ισχύει για οποιοδήποτε κόμμα.
Στην πράξη φαίνεται τι είσαι, ποιες είναι οι αξίες και οι αρχές σου, και τι πραγματικά θέλεις να αλλάξεις σε έναν τόπο. Δεν είμαι πολιτικός για να τον αλλάξω, είμαι σκηνοθέτης και θέτω ερωτήσεις. Ερωτήματα μπαίνουν και στην επιθεώρηση αλλά χωρίς να κουνάμε το δάχτυλο.
Οι επιλογές σας είχαν κάποιο τίμημα;
Ναι. Πιστεύω ότι η επιχορήγηση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου κόπηκε για λόγους καθαρά πολιτικούς -στην αρχή μειώθηκε και στη συνέχεια κόπηκε εντελώς. Και αναρωτιέμαι γιατί δεν δόθηκε καμία εξήγηση.
Το υπουργείο είναι υποχρεωμένο να δώσει εξήγηση. Και απλώς θέλω να επισημάνω ότι φτιάχνοντας το θέατρο Κνωσός το Θέατρο του Νέου Κόσμου έφερε τον Τόμας Οστερμάιερ, που δεν τον έχει φέρει κανένα θέατρο ούτε επιχορηγούμενο ούτε εμπορικό…
Το υπουργείο Πολιτισμού δεν έχει κάνει τίποτα για τον Σύγχρονο Πολιτισμό, έχει κάνει για την Αρχαιολογία. Αυτό ξέρει η υπουργός, αυτό κάνει. Στην Ελλάδα δεν τους αφορά ο σύγχρονος πολιτισμός, κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά με όλες, διαχρονικά. Για μένα το θέμα είναι να παράγεται έργο στον πολιτισμό κι αυτό είναι που δεν βλέπω.
Μετά τη θητεία σας στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου ακολούθησαν η Κατερίνα Ευαγγελάτου και τώρα ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Πώς βλέπετε αυτή τη σκυταλοδρομία;
Καταρχάς να πούμε ότι ο Γιώργος Λούκος είναι αυτός που άλλαξε πολλά πράγματα στο Φεστιβάλ. Όταν ανέλαβα εγώ, μετά τη σύντομη παραμονή του Γιαν Φαμπρ, δεν βρήκα τίποτα, ούτε ένα μολύβι και όπως είπα και τότε χαρακτηριστικά, τη σκυτάλη τη βρήκα στο χώμα πεταμένη.
Γι’ αυτό και δεσμεύτηκα να παραδώσω όταν θα ολοκλήρωνα τη θητεία μου, όπως και έκανα. Θα μπορούσα να καταργήσω ποτέ την Πειραιώς 260, όταν δεν υπήρχε ως τότε τίποτα για τον σύγχρονο πολιτισμό; Όταν, πριν τον Λούκο, ελάχιστοι είχαν δικαίωμα Επιδαύρου και όχι η νεότερη γενιά;
Και θεωρώ ότι συνεχίζεται ένα Φεστιβάλ με αυτά τα χαρακτηριστικά, με την εξωστρέφεια και το άνοιγμα. Άσχετα αν έχω κάποιες διαφωνίες, όπως η κατάργηση του Λυκείου Επιδαύρου από την Κατερίνα Ευαγγελάτου, το οποίο πίστευα ότι είχε ουσία και εμπεριείχε θεατρική παιδεία. Θεωρούσα και θεωρώ ότι το Λύκειο το είχε ανάγκη όχι μόνο το Φεστιβάλ αλλά η χώρα.
Ήταν κάτι πολύ σημαντικό κι αυτό φάνηκε όταν μέσα σε τρία χρόνια ήρθαν από την Ελλάδα και το εξωτερικό χιλιάδες ηθοποιοί νέοι, σπουδαστές Δραματικών Σχολών, φοιτητές από θεατρολογικές σχολές και παράλληλα εκατοντάδες καθηγητές από όλο τον πλανήτη.
Αυτό δεν το γκρεμίζεις, δεν το πετάς, δεν το εξαφανίζεις. Ο επόμενος μπορεί να το αλλάξει, να το κάνει καλύτερο. Γιατί η υποδομή που δημιουργήθηκε είναι πολύ σημαντική για το ελληνικό θέατρο και τους ηθοποιούς.
«Παίζω έναν ρόλο, δεν είμαι ο ρόλος».
Η επιτυχία της παράστασης «Μια Άλλη Θήβα» ήταν μια έκπληξη για εσάς;
Αν και εγώ δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο, ναι, είναι μια έκπληξη. Για καιρό προσπαθούσα να καταλάβω γιατί τόσο μεγάλη επιτυχία.
Για μια παράσταση που ξεκίνησε κανονικά και ξαφνικά, μια μέρα, μετά τις γιορτές εκείνης της πρώτης χρονιάς, ανέβηκε, έγινε μια εκτόξευση. Και έκτοτε είναι sold out σε όλη την Ελλάδα. Με τον χρόνο άρχισα να καταλαβαίνω το πώς ταυτίζονται οι άνθρωποι με τον ήρωα κυρίως που ερμηνεύει ο Δημήτρης Καπουράνης.
Από ένα σημείο και μετά, μια παράσταση δεν γίνεται και μόδα;
Η μόδα, όπως και στα ρούχα, αν είναι καλή, δεν με πειράζει καθόλου. Βέβαια αυτό το έργο πιάνει πολλά θέματα.
Πώς σχολιάζετε την επιστροφή Αλέξη Τσίπρα στην ενεργό πολιτική σκηνή; Περιμένετε κάτι;
Εγώ θα ήθελα η αριστερά γενικότερα να βρει τους τρόπους, να καταλάβει πράγματα, αλλά δεν μπορεί συνέχεια να απολογείται για αυτά που έκανε πριν από δέκα χρόνια. Αυτό είναι ένα κολπάκι χωρίς ενδιαφέρον πολιτικό.
Τώρα βρισκόμαστε σε μια προεκλογική περίοδο. Κι εγώ θα ήθελα να υπάρξει μια αλλαγή. Αν αυτός θα είναι ο Τσίπρας, δεν ξέρω. Αν ο Τσίπρας μπορεί να συσπειρώσει την αριστερά, μακάρι… Αλλά πρέπει να γίνει μια αλλαγή.
Ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος, πατέρας, παππούς: Ποιος είναι ο πιο ωραίος ρόλος για εσάς;
Το πιο ωραίο πράγμα στη ζωή μου είναι τα παιδιά και όχι μόνο τα δικά μου. Ειδικά με τα μικρά παιδιά έχω μια μεγάλη λατρεία -σταματάω στον δρόμο και μιλάω και παίζω με τα παιδάκια στο καρότσι και κάθονται οι μαμάδες ή οι μπαμπάδες και με κοιτάνε.
Μάλλον κάτι καλό εκπέμπω. Κι αυτό το ζω με τα εγγόνια μου, ζω την εξέλιξή τους, τώρα είναι πια εφηβάκια, πρώτη και δευτέρα γυμνασίου. Μου αρέσει αυτή η αθωώτητα που υπάρχει ακόμα και μαζί με τον τρόπο που δουλεύει το μυαλό τους, όλο αυτό με συγκινεί.
Δεν θέλω να μιλάω πολύ για τα εγγόνια μου γιατί βουρκώνω. Είναι μια βαθιά συγκίνηση για μένα το ότι έχω δύο εγγόνια. Αλλά και με τον γιο μου, όταν εκείνος ήταν παιδί, είχα μια πολύ στενή προσωπική σχέση μαζί του.
Κάναμε εκδρομές στη θάλασσα αλλά και στο βουνό, θυμάμαι όταν ήταν τεσσάρων ετών που είχαμε πάει στην Αετομιλίτσα Γράμμου -με μουλάρι και από κάτω γκρεμός…
Το Θέατρο του Νέου Κόσμου που ιδρύσατε πριν τριάντα χρόνια, είναι κι αυτό ένα παιδί σας;
Και παραπάνω από παιδί μου… Η δημιουργία αυτού του θεάτρου είναι, νομίζω, ό,τι καλύτερο έχω κάνει στη ζωή μου -και το ξεκίνησα χωρίς να έχω χρήματα. Και όταν φύγω από τη ζωή δεν θα ήθελα να γίνει μπαρ.
Πριν λίγα χρόνια παραδώσατε τη σκυτάλη στον γιο σας. Τι σας οδήγησε σ’αυτή την απόφαση;
Ο γιος μου ο Μίλτος Σωτηριάδης δούλευε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου από το Λύκειο και στη διάρκεια των σπουδών του στη Δραματική Σχολή. Μεγάλωσε μέσα στο θέατρο.
Στη συνέχεια πήγε στο Λονδίνο όπου σπούδασε θεατρική παραγωγή. Αυτονόητα, λοιπόν, όταν γύρισε ανέλαβε περισσότερα καθήκοντα στον τομέα που τον ενδιέφερε -είχε και τα προσόντα.
Σταδιακά λοιπόν τον άφηνα να παίρνει πρωτοβουλίες και στην πορεία, σταδιακά πάντα, πέρασε στα χέρια του. Εκείνος έκανε ανοίγματα και αντίστοιχα εγώ έκανα δύο βήματα πίσω στη δουλειά. Κι αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα μόνο να σκηνοθετώ, κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ. Στη συνέχεια του το παρέδωσα στα χέρια του.
Νομίζω ότι όταν μεγαλώνεις είναι καλό να δίνεις σε έναν νέο άνθρωπο τα ηνία, από το να περιμένεις ως την τελευταία σου στιγμή -να θέλεις να το κρατήσεις εσύ. Δεν θα μου άρεσε να είμαι σαν τους παλιούς καφετζήδες που κάθονται έξω από το καφενείο και είναι μέσα στη γκρίνια και κοιτάνε πώς σερβίρει τον καφέ ο γιος…
Πώς βλέπετε σήμερα τη νέα γενιά στο θέατρο;
Σε συνέχεια των προηγουμένων θα έλεγα ότι έχω μεγάλη εμπιστοσύνη και ελπίδα για τις νεότερες γενιές που μπαίνουν στο θέατρο. Αλλά υπάρχουν προβλήματα. Είναι πολλές οι παραστάσεις που γίνονται μέσα στον χρόνο -φτάνουν τις 1500, ρεκόρ Γκίνες, θα έλεγα και πρόκειται για ένα ελληνικό φαινόμενο.
Καταλαβαίνω ότι νέο παιδί που τελειώνει τη σχολή δεν μπορεί να βρει δουλειά. Είναι αλήθεια ότι η αγορά δεν χρειάζεται 600 παιδιά που βγαίνουν κάθε χρόνο -μπορεί να απασχολήσει 30-50 καινούργιους, γιατί δεν αποσύρονται και τόσοι πολλοί παλιοί.
Οπότε οι νέοι κάνουν μια ομάδα με τους συμμαθητές και τους φίλους τους κι αν αυτή η πρώτη δουλειά τους πάει καλά ή έτσι πιστεύουν, αμέσως θέλουν να περάσουν σε ένα επόμενο στάδιο, να γίνουν επαγγελματίες.
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε τόσους θιάσους και τόσα θέατρα. Υπάρχει μια διαστρέβλωση στο πως προχωράει αυτό το επάγγελμα στην Ελλάδα.
Κεντρική Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/SOOC







