Αν φυλλομετρήσει κανείς έστω και επιδερμικά την ιστορία της Ιερουσαλήμ, θα διαπιστώσει πως η ιερή πόλη για Χριστιανούς, Μουσουλμάνους και Εβραίους μοιάζει να έχει θεμελιωθεί πάνω σε ένα βαθύ και απρόβλεπτο ρήγμα. Γεωπολιτικό, διπλωματικό και – αναπόφευκτα – θρησκευτικό.

Δε θα υπήρχε καλύτερος και πιο ανάγλυφος τρόπος να το διαπιστώσει ιδίοις όμασι κάποιος από την τελετή της αφής του Αγίου Φωτός που πραγματοποιείται κάθε χρόνο το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου.

Μια από τις κορυφαίες λειτουργικές στιγμές της Ορθοδοξίας εκτυλίσσεται υπό το κράτος δρακόντειων μέτρων ασφαλείας, παρουσία χιλιάδων ανδρών και γυναικών των ισραηλινών αρχών ασφαλείας, ακόμα και εν μέσω οδοφραγμάτων στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ. Με πρακτικές δηλαδή που παρεμποδίζουν ή ενίοτε ακόμα και προσβάλουν τη θρησκευτική ελευθερία των προσκυνητών.

Ειδικά φέτος το Πάσχα, με τη Μέση Ανατολή να βρίσκεται για έναν ακόμα χρόνο στη δίνη του πολέμου και την εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν να μοιάζει το ίδιο στέρεη με τσόφλι λαμπριάτικου αβγού, η τελετή έχει λάβει a priori μια ακόμα πιο δραματική διάσταση που προφανώς ρίχνει βαριά τη σκιά της στην κατάνυξη και τους θρησκευτικούς συμβολισμούς.

Περιμένοντας το Άγιο Φως

Η διαδικασία της αφής – και κυρίως η αγωνιώδης επιχείρηση της μεταφοράς του Αγίου Φωτός εκτός Ισραήλ -, μια παράδοση εδραιωμένη και καθιερωμένη εδώ και δεκαετίες – έχει λάβει διαστάσεις αγωνιώδους θρίλερ.

Από την άλλη θα σκεφτόταν κάποιος πως η δυσκολία, οι διαμάχες και οι εντάσεις είναι στοιχεία μπολιασμένα στο DNA της Ιερουσαλήμ.

Όπως για παράδειγμα έχει παρατηρήσει εύστοχα ο ιστορικός Σάιμον Μοντεφιόρε στο μνημειώδες έργο του «Ιερουσαλήμ: Η Βιογραφία», η Ιερουσαλήμ είναι ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά παράδοξα του κόσμου.

Δεν διαθέτει ποτάμι, δεν έχει λιμάνι, ούτε αξιόλογο φυσικό πλούτο και βρισκόταν ανέκαθεν μακριά από τους μεγάλους εμπορικούς δρόμους. Κι όμως, αυτή η άνυδρη πόλη από πέτρα και άμμο μετατράπηκε σε κέντρο του θρησκευτικού κόσμου αλλά και μήλον της έριδος: «πρωτεύουσα δύο λαών και ιερό τριών θρησκειών», όπως γράφει.

Μια πόλη που κατακτήθηκε, καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε δεκάδες φορές μέσα στους αιώνες και όπου ο θρησκευτικός φανατισμός αρθρώνεται συχνά σε αυτό που οι ψυχίατροι έχουν ονομάσει σύνδρομο της Ιερουσαλήμ — μια κατάσταση όπου η ένταση της πίστης και της ιστορίας μοιάζει να υπερβαίνει τα όρια της πραγματικότητας.

Παράλληλα, όπως αναλύει η ιστορικός θρησκειών Κάρεν Άρμστρονγκ στο βιβλίο της «Jerusalem: One City, Three Faiths», η Ιερουσαλήμ αποτελεί την επιτομή της έννοιας της «ιερής γεωγραφίας».

Σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες δεν έχτισαν τα ιερότερά τους σύμβολα κυριολεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Η ίδια η τοπογραφία της πόλης μετατράπηκε σε έναν διαρκή αγώνα κυριαρχίας και επικράτησης, όπου κάθε πέτρα, κάθε αυλή, ακόμα και κάθε σκαλοπάτι μπορεί να γίνει θρυαλλίδα σύγκρουσης.

Οι μουσουλμάνοι κλειδοκράτορες του Πανάγιου Τάφου

Σε αυτό το σταυροδρόμι όπου συναντώνται οι δρόμοι της πολιτικής, της ιστορίας, της γεωγραφίας και της θρησκευτικής πίστης είναι τοποθετημένος και ο Ναός της Αναστάσεως. Ή αλλιώς το ιερότερο σημείο του χριστιανικού κόσμου.

Ακούγεται μάλλον παράδοξο ότι κλειδοκράτορες του Παναγίου Τάφου είναι εδώ και αιώνες δύο μουσουλμανικές οικογένειες της Ιερουσαλήμ: οι Νουσέιμπε και οι Τζούντε.

Κάθε ξημέρωμα, το βαρύ μαντεμένιο κλειδί αλλάζει χέρια για να ανοίξει το πιο εμβληματικό μνημείο της Χριστιανοσύνης — μια πρακτική που καθιερώθηκε από τον Σαλαντίν μετά το 1187 ακριβώς για να διασφαλιστεί η ουδετερότητα και να αποτραπούν οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των ίδιων των χριστιανικών δογμάτων.

Εκεί, στο υποβλητικό ημίφως του Παναγίου Τάφου, λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο μια τελετή που μοιάζει με τη νοητή γραμμή που ενώνει το ιστορικό παρελθόν της Ανατολικής Μεσογείου με τη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η αφή της φλόγας: Το τυπικό και η πατριαρχική ευχή

Από νωρίς το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, η ατμόσφαιρα στον Ναό της Αναστάσεως έχει ένταση που παλινδρομεί μεταξύ πνευματικής ενατένισης και γηπεδικού φανατισμού.

Το άρωμα από το λιβάνι και τα κεριά ανακατεύεται με τον ιδρώτα και το καρδιοχτύπι χιλιάδων προσκυνητών που συρρέουν παραδοσιακά από κάθε γωνιά του ορθόδοξου κόσμου.

Η τελετή ακολουθεί ένα αυστηρά καθορισμένο τυπικό που εκτελείται από τον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη. Λίγο πριν την είσοδό του στο ιερό Κουβούκλιο, ο προκαθήμενος αποβάλλει την αρχιερατική του μίτρα και τον βαρύ σάκο, μένοντας μόνο με το λευκό στιχάριο.

Αυτή η συμβολική «απογύμνωση» δεν είναι απλώς ένδειξη ταπεινότητας απέναντι στο θείο, αλλά και κατάλοιπο ενός ιστορικού πρωτοκόλλου ελέγχου — μιας άτυπης, διαχρονικής απόδειξης προς τους αλλόθρησκους κυρίαρχους της πόλης (και τις ανταγωνίστριες ομολογίες) ότι δεν φέρει πάνω του κανένα μέσο τεχνητής ανάφλεξης.

Αφού ελεγχθεί, περνά τον προθάλαμο του Παρεκκλησίου του Αγγέλου και εισέρχεται απολύτως μόνος στον σκοτεινό, στενό χώρο του ίδιου του Τάφου.

Εκεί, γονατιστός, αναγιγνώσκει την καθιερωμένη μυστική ευχή. Τα λεπτά της σιωπής που ακολουθούν είναι ίσως τα πιο αγωνιώδη της χρονιάς για την Ιερουσαλήμ.

Δεύτε λάβετε φως (και selfies)

Οι ψαλμωδίες – συχνά και οι ιαχές – των πιστών, που κρατούν δεσμίδες από τριάντα τρία κεριά —όσα και τα χρόνια του Χριστού—, αντηχούν εκκωφαντικά στους πέτρινους θόλους.

Την ίδια στιγμή, πάνοπλοι αστυνομικοί προσπαθούν να διατηρήσουν την τάξη, όταν δηλαδή δεν περιπαίζουν και δεν απωθούν με βία τους προσκυνητές, όπως δυστυχώς συνέβη πέρσι, προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Πατριαρχείου.

Όταν τελικά ο Πατριάρχης προβάλει τις αναμμένες δεσμίδες των κεριών από τις δύο ωοειδείς οπές του Κουβουκλίου, οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και η μετάδοση της ιερής φλόγας στο ναό γίνεται εν ριπή οφθαλμού.

Μέσα σε δευτερόλεπτα ο Πανάγιος Τάφος παραδίδεται σε μία δεσμίδα παλλόμενου φωτός με πολλούς πιστούς να περνούν τη φλόγα πάνω από τα χέρια ή ακόμα και το πρόσωπό τους, για να επιβεβαιώσουν την αφήγηση που θέλει το Άγιο Φως να μην προκαλεί τραυματισμούς ή εγκαύματα στο ανθρώπινο δέρμα.

Η ένταση, ο συνωστισμός, οι selfie φωτογραφίες με το θαυματουργό φως ανά χείρας και βέβαια η θρησκευτική έκσταση είναι τέτοιου μεγέθους ώστε στο παρελθόν έχουν σημειωθεί περιστατικά τραυματισμών ή ακόμα και ποδοπατήματος προσκυνητών.

Από το αρχαίο λυχικό στο σύμβολο των Σταυροφοριών

Παρά τις διαστάσεις και τις τιμές – στη χώρα μας αρχηγού κράτους – που αποδίδονται στο Άγιο Φως, η καταγωγή της τελετής δεν είναι τόσο μυστικιστική και θεόπνευστη όσο πολλοί θεωρούν.

Οι ρίζες της σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία βρίσκονται στο αρχαίο χριστιανικό έθιμο του «Λυχνικού», δηλαδή την ευλογία του φωτός κατά τον εσπερινό. Περί το 385 μ.Χ., η Ισπανίδα προσκυνήτρια Ηγερία περιγράφει την τελετή στους Αγίους Τόπους χωρίς καμία αναφορά σε θαυματουργική εμφάνιση φωτός.

Η πρώτη σαφής μνεία σε υπερφυσικό φαινόμενο εμφανίζεται αρκετούς αιώνες αργότερα, γύρω στο 870 μ.Χ. Η πραγματική μεταμόρφωση της τελετής συνέβη όμως κατά την αιματοβαμμένη εποχή των Σταυροφοριών.

Τότε η Ιερουσαλήμ έγινε το επίκεντρο ενός βίαιου ανταγωνισμού μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών δυνάμεων, ενώ το ίδιο το θαύμα του φωτός άρχισε να λειτουργεί ως σύμβολο θεϊκής νομιμοποίησης. Η κατοχή του σήμαινε εύνοια του Θεού και, κατ’ επέκταση, πολιτική και εδαφική ηγεμονία.

Παρά τις αλλεπάλληλες αλλαγές εξουσίας —αραβικές δυναστείες, Μαμελούκοι, Οθωμανοί, Βρετανοί, σύγχρονο κράτος του Ισραήλ— η τελετή επιβίωσε από την πολιτική πραγματικότητα κάθε εποχής.

Το Status Quo: η θεσμοθέτηση της καχυποψίας

Σήμερα, η λειτουργία του Ναού της Αναστάσεως, όπου θα περίμενε κανείς να πρυτανεύει η αγάπη, η συνεννόηση και η ομόνοια, αποτελεί ίσως το πιο εύθραυστο θρησκευτικό καθεστώς στον κόσμο.

Η συνύπαρξη των Ελληνορθοδόξων, Αρμενίων, Ρωμαιοκαθολικών, Κοπτών, Συρίων και Αιθιόπων βασίζεται στο περίφημο καθεστώς του Status Quo, το οποίο θεσμοθετήθηκε με φιρμάνι το 1852 από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και επισφραγίστηκε από τη Συνθήκη των Παρισίων το 1856.

Στόχος του ήταν να σταματήσει τις αδιάκοπες συγκρούσεις μεταξύ των χριστιανικών δογμάτων — συγκρούσεις που είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο έντασης ώστε προσμετρήθηκαν στις αφορμές που οδήγησαν στον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, κάθε τετραγωνικό εκατοστό του ναού ανήκει σε συγκεκριμένο δόγμα. Κάθε κίονας, κάθε παρεκκλήσι, κάθε σκαλοπάτι υπάγεται σε αυστηρά καθορισμένα δικαιώματα.

Το πιο εμβληματικό σύμβολο αυτής της εύθραυστης ισορροπίας είναι η περίφημη «Ακίνητη Σκάλα»: μια ξύλινη σκάλα που βρίσκεται στο ίδιο σημείο της πρόσοψης του ναού από τον 18ο αιώνα. Κανείς δεν την μετακινεί, γιατί κανένα δόγμα δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα του άλλου να το κάνει.

Το plan C του 2026

Φέτος το ούτως ή άλλως εύθραυστο σύστημα ισορροπιών του Παναγίου Τάφου βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα δύσκολη πραγματικότητα.

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν στη Μέση Ανατολή έχει μετατρέψει τη μεταφορά του Αγίου Φωτός σε έναν εξαιρετικά περίπλοκο επιχειρησιακό γρίφο.

Η πρόσφατη ανακοίνωση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για τις τελετές της Μεγάλης Εβδομάδας είναι ενδεικτική της κατάστασης. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «ο ανθρώπινος πόνος βαρύνει λίαν τους Αγίους Τόπους».

Το Πατριαρχείο αποφάσισε να περιορίσει την παρουσία προσκυνητών αυστηρά στο εσωτερικό των ναών, αποφεύγοντας τις δημόσιες πομπές ή τις μεγάλες συγκεντρώσεις πιστών.

Η απόφαση είναι πράξη σεβασμού απέναντι στην ανθρώπινη τραγωδία στη Γάζα, στις επιθέσεις κατά αμάχων στη Δυτική Όχθη, στην πολεμική σύρραξη μεταξύ Ισραήλ και Ιράν και στους περιορισμούς πρόσβασης σε ιερούς χώρους όπως το τέμενος Αλ Άκσα.

Για την ελληνική διπλωματία, η κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί δημιουργεί την ανάγκη για έναν εξαιρετικά σύνθετο σχεδιασμό που ανανεώνεται ώρα με την ώρα. Στο τραπέζι βρίσκονται τρεις διαφορετικές εναλλακτικές.

Το λεγόμενο Plan A προβλέπει την παραδοσιακή αποστολή κυβερνητικού αεροσκάφους στο Τελ Αβίβ που θα μεταφέρει το Άγιο Φως στην Ελλάδα το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου.

Μόλις τη Μεγάλη Τρίτη ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Λοβέρδος διαβεβαίωσε ότι η μεταφορά του Αγίου Φωτός θα γίνει και φέτος, όπως τις προηγούμενες χρονιές. Έδωσε μάλιστα και μια ιδέα για το σχεδιασμό που προβλέπει πως κυβερνητικό αεροσκάφος θα προσγειωθεί το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου στο Τελ Αβίβ.

Η ελληνική αντιπροσωπεία θα κατευθυνθεί κατόπιν στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ για να παρακολουθήσει την τελετή αφής και αμέσως μετά την παραλαβή του από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων θα ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο σχέδιο στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή για λόγους ασφαλείας η απογείωση από το αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Το Plan B εξετάζει εναλλακτικές διαδρομές μέσω φιλικών χωρών της περιοχής — όπως η Ιορδανία ή η Αίγυπτος — όπου το Άγιο Φως θα μεταφερθεί οδικώς με διπλωματική συνοδεία και αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Για παν ενδεχόμενο και για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες στο συρτάρι της ελληνικής κυβέρνησης βρίσκεται και ένα Plan C.

Αν – ο μη γένοιτο – η κατάσταση στη Μέση Ανατολή καταστήσει αδύνατη οποιαδήποτε μεταφορά του Αγίου Φωτός από τον εναέριο χώρο του Ισραήλ, οι ελληνικές ενορίες θα ανάψουν τις λαμπάδες από το Άγιο Φως της προηγούμενης χρονιάς.

Η ιερή φλόγα άλλωστε διατηρείται άσβεστη όλο τον χρόνο σε ορθόδοξους ναούς — όπως η Εξαρχία του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα – αλλά και σε πολλές εκκλησίες και ιερές μονές της χώρας.

Υπήρχε Ανάσταση πριν το Άγιο Φως;

Η σχέση της Ελλάδας με το Άγιο Φως – είτε κανείς πιστεύει στη θαυματουργική καταβολή του, είτε όχι – έχει τη δική της ιστορία, στην οποία καθρεφτίζεται το αδιαχώριστο έως σήμερα καθεστώς μεταξύ κράτους και Εκκλησίας.

Η θεσμοθετημένη, επίσημη μεταφορά του Αγίου Φωτός είναι μια μάλλον πρόσφατη πρακτική. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η μεταφορά του δεν είχε κανέναν επίσημο κρατικό χαρακτήρα.

Το Άγιος Φως έφτανε συνήθως αθόρυβα με τα πλοία της γραμμής από το Ισραήλ ή μέσω προσκυνητών που επέστρεφαν από την Αγία Γη, συχνά αρκετές ημέρες μετά την Ανάσταση.

Η αλλαγή ξεκίνησε το 1988 με ιδιωτικές πρωτοβουλίες για τη μεταφορά του από την Ιερουσαλήμ, αλλά η πραγματική τομή ήρθε το 2001.

Τότε, το ελληνικό κράτος αποφάσισε να αναβαθμίσει την άτυπη παράδοση, θεσμοθετώντας την επίσημη μεταφορά του Αγίου Φωτός με έξοδα του κράτους, ειδική πτήση κυβερνητικού αεροσκάφους και συμμετοχή κυβερνητικής αντιπροσωπείας.

Αποφασίστηκε ακόμα να αποδίδονται στη φλόγα επίσημες «τιμές αρχηγού κράτους» κατά την άφιξή της επί ελληνικού εδάφους.

Έκτοτε, η επιλογή αυτή αναζωπυρώνει τον δημόσιο διάλογο. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές βλέπουν τον αυτονόητο σεβασμό στην επικρατούσα θρησκεία, την εθνική ταυτότητα και την παράδοση.

Από την άλλη, οι επικριτές κάνουν λόγο για αχρείαστο οικονομικό κόστος, πολιτική εργαλειοποίηση του θρησκευτικού συναισθήματος και διάβρωση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους.

Μια σκυταλοδρομία πίστης και διπλωματίας

Πάντως, η μεταφορά του Αγίου Φωτός δεν είναι ελληνική επινόηση ή αποκλειστική πατέντα.

Από το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ, το Άγιο Φως ταξιδεύει κάθε χρόνο μέσα σε λίγες ώρες σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο: στη Μόσχα, στο Βουκουρέστι, στη Σόφια, στο Βελιγράδι, στην Τιφλίδα, στη Λευκωσία.

Έτσι, μια τελετή που εκτυλίσσεται στα στενά σε βαθμό ασφυξίας πέτρινα δρομάκια της παλιάς πόλης της Ιερουσαλήμ πυροδοτεί ένα εντυπωσιακό δίκτυο θρησκευτικής και πολιτιστικής διπλωματίας που εκτείνεται από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Καύκασο.

Θεϊκό θαύμα ή θρησκευτική τελετουργία;

Παρά τη βαθιά συγκίνηση και την ακλόνητη πίστη εκατομμυρίων πιστών στο θαύμα, ακόμα ο τρόπος της αφής του Αγίου Φωτός παραμένει αντικείμενο διαφωνιών.

Σκεπτικιστές και ιστορικοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια τελετουργική αναπαράσταση που απέκτησε με την πάροδο των αιώνων μυστηριακό χαρακτήρα.

Τη συζήτηση αναζωπύρωσε έντονα τα τελευταία χρόνια η πολύκροτη έρευνα του δημοσιογράφου Δημήτρη Αλικάκου, ο οποίος, επικαλούμενος on camera μαρτυρίες και συνεντεύξεις από τους ίδιους τους κληρικούς και Αγιοταφίτες μοναχούς, υποστήριξε ότι η ανάφλεξη γίνεται με φυσικό τρόπο, από ανθρώπινο χέρι.

Οι σφοδρές αντιδράσεις, οι δικαστικές διαμάχες που ακολούθησαν με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και οι πρόσφατες αθωωτικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων για τον δημοσιογράφο, προσέθεσαν μια νέα, νομική και επικοινωνιακή διάσταση στο ζήτημα.

Ίσως γι’ αυτό, ακόμη και το ίδιο το Πατριαρχείο αποφεύγει συχνά στα επίσημα κείμενά του τον όρο «θαύμα», προτιμώντας να μιλά πιο προσεκτικά για μια πράξη βαθιάς πνευματικής σημασίας και για τον αγιασμό του φυσικού φωτός.

Για τον πυρήνα της Εκκλησίας, άλλωστε, η ουσία δεν βρίσκεται στον μηχανικό ή χημικό τρόπο ανάφλεξης της φλόγας, αλλά στον ίδιο της τον συμβολισμό: στη μετάδοση του φωτός της Ανάστασης στους πιστούς.

Η ιερή φλόγα στις φλόγες του πολέμου

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η ιστορία του Αγίου Φωτός είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μοίρα της ίδιας της Ιερουσαλήμ. Ενός τόπου όπου, όπως σημειώνουν οι ιστορικοί, το θείο και το κοσμικό, η πίστη και η γεωπολιτική, δύσκολα μπορούν να διαχωριστούν.

Φέτος, με τον εναέριο χώρο του Ισραήλ να είναι ένα πραγματικό πεδίο μάχης και τους πυραύλους και τα drones να απειλούν κάτι που για άλλους είναι έθιμο, για κάποιους θαύμα και για άλλους διαχρονική αφορμή για γκρίνια, ίσως είναι η ευκαιρία να αναζητήσουμε εκείνο που βρίσκεται πέρα από το ορατό.

Ότι η ελπίδα της Ανάστασης που συμβολίζει το Άγιο Φως δεν εξαρτάται από τον τύπο του αεροπλάνου που θα το μεταφέρει, ούτε από τις κοσμικές τιμές που θα απολαύσει.

Αλλά από το εάν το αφήγημα και κυρίως το νόημά του μπορούν — έστω και για μια στιγμή — να φωτίσουν το σκοτάδι ενός κόσμου ορκισμένου θαρρείς να προτάσσει ή ακόμα και να εφευρίσκει εκείνα που τον χωρίζουν, τον διχάζουν και τον διαιρούν.