Πριν από μερικούς μήνες το ακροατήριο περίμενε με ανυπομονησία τα «νέα κόμματα» που έρχονταν με φόρα να βγάλουν τη χώρα από τον βάλτο.

Με σειρά αναμονής ή εμφάνισης ήταν το κόμμα Τσίπρα, το κόμμα Καρυστιανού και το κόμμα Σαμαρά.

Οδεύοντας προς το Αγιο Πάσχα του 2026, οι «νέοι» αποδείχτηκαν κάπως σαν τους βαρβάρους του Καβάφη. Ακόμη τους περιμένουμε «στην αγορά συναθροισμένοι».

Και τα νέα δεν είναι πολύ αισιόδοξα.

Η Καρυστιανού μπουρδουκλώθηκε στα πολιτικά. Αναμενόμενο. Αν κάθε μάνα που έχανε το παιδί της έφτιαχνε κόμμα, δεν θα είχαμε Βουλή αλλά γραφείο τελετών.

Ο Τσίπρας σαλπάρισε πλησίστιος για την «Ιθάκη» (να τος πάλι ο Καβάφης!) κι από τότε αγνοείται κάπου ανάμεσα στη Βόνιτσα και την Αμφιλοχία.

Ο Σαμαράς εμφανίζεται σποραδικά σε έναν ιδιότυπο ανταρτοπόλεμο που κανείς δεν έχει καταλάβει γιατί γίνεται, μεταξύ ποιων και με ποιον σκοπό.

Και έτσι οι δημοσκοπήσεις πήραν την κατιούσα, ακόμη κι όταν μετρούν τη «φερόμενη πρόθεση» υποστήριξης κάποιου «υποθετικού κόμματος».

Η μία ερμηνεία είναι ότι αυτή η κοινωνία δεν ανοίγει εύκολα δρόμο στους νέους, ακόμη κι όταν είναι κομματάκι σιτεμένοι.

Η άλλη είναι ότι η προσδοκία που είχε καλλιεργηθεί ήταν λίγο φούσκα και ξεφούσκωσε στην πρώτη στροφή.

Ούτως ή άλλως, είτε η κοινωνία δεν αισθανόταν επαρκώς πως βουλιάζει, είτε δεν περίμενε τη σωτηρία της από μια ιερομόναχη που μιλάει αραμαϊκά.

Αλλά το εύλογο συμπέρασμα είναι νομίζω προφανές και το ξέραμε από πριν: δεν αρκεί να είσαι νέος για να αρέσεις.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αναρίθμητα νέα κόμματα μπήκαν ή διεκδίκησαν να μπουν στη Βουλή. Από τη ΔΗΜΑΡ και το Ποτάμι έως τη Νίκη, το ΚΙΔΗΣΟ και την Κωνσταντοπούλου περνώντας από τον Λεβέντη και τον Βαρουφάκη.

Ακόμη κι αν προσπεράσουμε τον Καμμένο με τους ΑΝΕΛ, τη Χρυσή Αυγή ή τους Σπαρτιάτες.

Μόνο ο Βελόπουλος κέρδισε μια διάρκεια. Βγήκε και στις εκλογές του 2019 και στις δύο αναμετρήσεις του 2023 που ακολούθησαν. Οι υπόλοιποι είτε δεν μπήκαν στη Βουλή, είτε δεν επανεξελέγησαν σε πρώτη ευκαιρία.

Ολοι αυτοί βεβαίως ήταν νέοι. Αλλά καταφανώς δεν άρεσαν όλοι.

Σε σημείο που η λιτανεία αδικοχαμένων κομμάτων και χαραμισμένης νεότητας επιβεβαιώνει ένα απλό γεγονός.

Πως δεν αρκεί όπως ο Χορν στην ομώνυμη ταινία να χοροπηδάς κατεβαίνοντας τις σκάλες και να φωνάζεις «είμαι νέος, είμαι νέος!». Πρέπει και να το αποδεικνύεις με νέες ιδέες, νέες μεθόδους και νέους τρόπους σκέψης.

Από τα τρία νέα κόμματα όμως που θα αναστάτωναν υποτίθεται την πολιτική σκηνή δεν ακούσαμε τίποτα καινούργιο και τίποτα διαφορετικό.

Ισα-ίσα. Σε πολλά εμφανίστηκαν πιο αναχρονιστικά κι από τα παλιά. Ούτε μία νέα ιδέα, ούτε μία σύγχρονη προσέγγιση, ούτε μία πρωτότυπη αντίληψη που να ξεχωρίζει.

Γιατί λοιπόν οι παλιές συνταγές να αποτελέσουν καταφύγια αποκαρδιωμένων ψηφοφόρων;

Από την άλλη πλευρά όμως και στις σημερινές συνθήκες, αυτός ο κατακερματισμός δεν είναι άμοιρος επιπτώσεων.

Οχι μόνο επειδή ενισχύει εκ των πραγμάτων την κυριαρχία του ισχυρότερου κόμματος αλλά κι επειδή αποδυναμώνει όσους ακολουθούν και θέλουν να την αμφισβητήσουν.

Θυμίζω πως οι κάλπες του 2023 έβγαλαν στην αξιωματική αντιπολίτευση τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο οποίος στα τρία χρόνια που ακολούθησαν διασπάστηκε τρεις ή τέσσερις φορές χωρίς να μετράω το επερχόμενο κόμμα Τσίπρα κι ουδείς γνωρίζει σήμερα αν αυτό θα είναι το τέλος της διαδρομής.

Η κατάσταση δηλαδή έφτασε στα όρια του αστείου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές με 17,83%, έφυγε ο Τσίπρας από αρχηγός, άλλαξαν άλλους δύο αρχηγούς, μοιράστηκαν σε τρία κόμματα και τώρα ο Τσίπρας φιλοδοξεί να εμφανίσει ένα νέο κόμμα, το οποίο θα μαζέψει τους μισούς (στην καλύτερη περίπτωση…) από τους ψηφοφόρους του 2023. Δεν το λες και μεγάλη ζαριά.

Συνεπώς πώς μπορεί να λειτουργήσει σε αυτές τις συνθήκες η «αξιωματική αντιπολίτευση» που βγήκε από την κάλπη;

Στις 29 Μαρτίου 2025, ο Φάμελλος είχε ανακοινώσει στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ ότι «ο Μητσοτάκης μετράει ημέρες». Εκτοτε έχουν μετρηθεί 365 ημέρες και υποθέτω ότι ο Μητσοτάκης ακόμη μετράει διότι δεν τον βλέπω να βιάζεται να εγκαταλείψει το Μέγαρο Μαξίμου.

Με άλλα λόγια, ο κατακερματισμός του κομματικού συστήματος σε παλιά και νέα κόμματα έχει ένα πραγματικό αποτέλεσμα: στερεί από την αντιπολίτευση το τεκμήριο της κυβερνησιμότητας, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική αλλαγή.

Αυτό όμως δεν εξηγεί από μόνο του το ξεφούσκωμα των νέων κομμάτων. Θέμα προσώπων; Ιδεών; Συνθηκών; Δεν είναι εύκολο να πεις.

Ακόμη περισσότερο που επικρατεί η γενικευμένη κι αναπόδεικτη ψευδαίσθηση ότι το καινούργιο σημαίνει και κάτι το διαφορετικό.

Δεν ισχύει. Ή έστω δεν ισχύει συχνά.

Το δυτικό δημοκρατικό σύστημα έχει στηριχθεί σε κόμματα ακόμη και αιωνόβια που στην πορεία του χρόνου έχουν κατορθώσει να ανανεωθούν, να εκσυγχρονιστούν ή ακόμη και να προσαρμοστούν στα δεδομένα μιας νέας εποχής.

Διότι οι εποχές αλλάζουν. Τα κόμματα δεν είναι απαραίτητο ότι αλλάζουν με τον ίδιο τρόπο ή τον ίδιο ρυθμό, όσο τις ακολουθούν και τις υπηρετούν.

Μια διαπίστωση που σημειώνω σήμερα με ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα από τη στιγμή που φαίνεται πως αποφύγαμε τις ψευδαισθήσεις κάποιων νέων κομμάτων που υποτίθεται θα έφερναν τα πάνω κάτω στην πολιτική ζωή.

Δεν ξέρω λοιπόν αν φταίνε οι νέοι. Δεν ξέρω καν αν φταίνε οι παλιοί.

Αλίμονο όμως στους νέους που δεν θα πάρουν τη θέση των παλιών στην πάροδο του χρόνου.

Αλλά που θα την πάρουν ως νέοι. Κι όχι ως παλιοί που νεάζουν.