Το άρθρο 42 παρ.7 της Συνθήκης της Λισσαβόνας προβλέπει ότι «εάν ένα κράτος – μέλος υποστεί ένοπλη επίθεση στο έδαφος του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που διαθέτουν».
Η πρόσφατη επίθεση με «ντρόουν» στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου στην Κύπρο, στην οποία διαμένει μεγάλος αριθμός Κυπρίων, συνιστά προφανώς επίθεση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ήδη αποσταλείσα στρατιωτική βοήθεια από Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Ολλανδία αφορά στις διμερείς τους σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία και όχι ενεργοποίηση της ρήτρας συνδρομής της Ε.Ε.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όφειλαν να προχωρήσουν σε ενεργοποίηση του άρθρου 42 παρ.7 της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Δεν το έπραξαν.
Η δε πρόεδρος της Επιτροπής κ.Φον Ντερ Λάιεν δήλωσε: «Παρά το γεγονός ότι η επίθεση στο Ακρωτήρι της Κύπρου δεν είναι επίθεση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, εν τούτοις η Ε.Ε συμπαρίσταται στην Κύπρο».
Δήλωση θλιβερή, καθώς η Πρόεδρος της Επιτροπής συμμερίζεται την άποψη ότι οι βρετανικές βάσεις συνιστούν βρετανικό έδαφος. Θέση αντίθετη με επανειλημμένα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την αποικιοκρατία, αλλά και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση Μαυρικίου, η οποία ισχύει erga omnes (έναντι πάντων) και συνεπώς και για τα βρετανικά αποικιοκρατικά κατάλοιπα στην Κύπρο.
Συνεπώς, η πρόεδρος της Επιτροπής με τη δήλωση της απέκλεισε την ενεργοποίηση του άρθρου 42 παρ.7 της ισχύουσας Συνθήκης της Λισσαβόνας.
Δηλαδή, ακόμα ένας κρίκος στην αλυσίδα της εκκωφαντικής απουσίας της Ε.Ε στη διεθνή πολιτική σκηνή. Ακόμα και όταν αυτή η απουσία αφορά κράτος – μέλος της Ε.Ε.
Ο βασικός πυλώνας πολιτικών της Ε.Ε, αυτός της κοινής εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας, παραμένει ανενεργός.
Ας ξεκινήσουμε με μια βασική επισήμανση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ασφαλώς μια υπερδύναμη, σε επίπεδο οικονομικό. Πολιτικά όμως, εξακολουθεί να έχει σοβαρότατες αδυναμίες. Οι δυνατότητες της να έχει σοβαρή επίδραση στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, είναι περιορισμένες. Ο λόγος είναι απλός. Δεν έχει κοινή εξωτερική πολιτική ούτε κοινή άμυνα.
Οι πόλεμοι στα Βαλκάνια, ο πόλεμος στον Κόλπο, το χάος στο Αφγανιστάν, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η μεσανατολική πολεμική κρίση, με επίκεντρο τη Γάζα και η σημερινή πολεμική σύρραξη ΗΠΑ – Ισραήλ – Ιράν, έχουν επιβεβαιώσει αυτό το ευρωπαϊκό πρόβλημα. Αν η Ευρώπη είχε συλλογική εξωτερική πολιτική και άμυνα, δε θα ζητούσε την αμερικανική παρέμβαση στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Η απουσία μιας πραγματικά κοινής εξωτερικής πολιτικής, για ένα θέμα τόσο δικό της, σε μια γειτονιά της Ευρώπης, οδήγησε τους ευρωπαίους ηγέτες στο να ζητήσουν από την Ουάσιγκτον να παρέμβει. Με τον ίδιο τρόπο, η Ευρώπη, αν υπήρχε ως συντεταγμένη πολιτική οντότητα, θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο σε μια περιοχή που την αφορά, ακόμα και περισσότερο από τις ΗΠΑ. Στη Μέση Ανατολή (Γάζα) και στο Ιράν. Σε ότι αφορά τη ρωσοουκρανική κρίση, η Ε.Ε καμιά πρωτοβουλία δεν ανέλαβε για τον τερματισμό της.
Θεμελιώδης προϋπόθεση για μια επανατοποθέτηση της Ευρώπης στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι είναι μια Ευρωπαϊκή Ένωση ομοσπονδιακού χαρακτήρα, που να ελέγχεται δημοκρατικά από ένα ισχυρό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και που να μπορεί να μετέχει αποφασιστικά στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι.
Συμπέρασμα. Η Ευρώπη για να προασπίσει τα συμφέροντα της, την ειρήνη, τη σταθερότητα και τη δημοκρατία στον κόσμο, οφείλει να συγκροτηθεί σε μια πραγματική πολιτική οντότητα, δηλαδή να αποκτήσει κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας και τα μέσα για να υλοποιεί την πολιτική αυτή.
Η ΚΕΠΠΑ ήλθε ακριβώς, έστω και με καθυστέρηση, να καλύψει αυτό το έλλειμα.
Η ΚΕΠΠΑ θεσπίστηκε με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1993 και βασικά εκφράζει τη βούληση της Ε.Ε., να επιβεβαιώσει την ταυτότητα της στη διεθνή σκηνή. Σύμφωνα με την ίδια συνθήκη, η ΚΕΠΠΑ περιλαμβάνει την προοδευτική διαμόρφωση κοινής αμυντικής πολιτικής, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε κοινή άμυνα, εφόσον το αποφασίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η ΚΕΠΠΑ αποτελεί τον 3ο πυλώνα της Ε.Ε. (1ος πυλώνας ιθαγένεια – ΟΝΕ και 2ος πυλώνας, εσωτερικό δίκαιο και εναρμόνιση).
Στη συνέχεια, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τον Ιούνιο του ’99 στην Κολωνία, προχώρησε σε αποφάσεις για απόκτηση δυνατότητας ύπαρξης ενόπλων δυνάμεων, για σκοπούς διαχείρισης και πρόληψης κρίσεων. Τον Δεκέμβριο του ’99, στο Ελσίνκι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, προσδιορίζοντας ένα αριθμητικό πλαίσιο δημιουργίας ευρωπαϊκού στρατού, μέχρι το 2003. Στο Συμβούλιο της πορτογαλικής πόλης Φεϊρα, τον Ιούνιο του 2000, συναποφασίστηκαν τα στρατιωτικά και πολιτικά όργανα που θα κατευθύνουν πολιτικά και θα έχουν τον στρατηγικό έλεγχο των στρατιωτικών επιχειρήσεων της Ένωσης.
Οι σχέσεις με το ΝΑΤΟ καθορίζονται στη βάση μια «θεσμοθετημένης συνεργασίας», ενώ σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι με πρόταση της Ελλάδας, της Σουηδίας, της Φιλανδίας και της Ιρλανδίας, επιτεύχθηκε σαφής αναφορά στις αρχές του ΟΗΕ, ως προς την στρατιωτική δράση της ΚΕΠΠΑ. Δηλαδή, δράσεις στα πλαίσια των ψηφισμάτων και των αποφάσεων του διεθνούς οργανισμού.
Ο ακριβής σχεδιασμός είναι ότι μέχρι το 2003, τα κράτη μέλη έπρεπε να είναι σε θέση να αναπτύσσουν, μέσα σε 60 ημέρες, για ένα τουλάχιστον χρόνο, στρατιωτική δύναμη 50 – 60 χιλιάδων ανδρών, ικανή να ανταποκριθεί σε όλο το φάσμα των λεγόμενων αποστολών PETERSBERG δηλαδή:
- Ανθρωπιστικές αποστολές και αποστολές διάσωσης
- Αποστολές διατήρησης της ειρήνης.
- Αποστολές ενόπλων δυνάμεων, για τη διαχείριση κρίσεων συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων αποκατάστασης της ειρήνης. Υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Βέβαια όλες αυτές οι αποφάσεις και διακηρύξεις έμειναν εν πολλοίς ανενεργές, καθώς η Ε.Ε εξακολουθεί να είναι απούσα από τη διεθνή πολιτική σκηνή και παραμένει παθητικός θεατής σε μείζονες κρίσεις.
Η ηχηρή αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, η αμήχανη ακινησία της Ε.Ε στην μ εσανατολική κρίση και το ρωσοουκρανικό και τώρα στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, οδηγούν ήδη σε επιτάχυνση των εξελίξεων προς αποφάσεις για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική Ασφάλειας. Ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν, με δηλώσεις του μίλησε για τον από πολλού συζητούμενο Ευρωπαϊκό Στρατό. Η δε Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα Φον Ντερ Λάϊεν, ανέφερε: «Δεν υπάρχει κανένα ζήτημα ασφάλειας και άμυνας για το οποίο η απάντηση είναι λιγότερη συνεργασία».
Η PESCO, που θεσπίστηκε το 2017, και στην οποία συμμετέχουν 25 κράτη – μέλη, είναι ένα βήμα, κυρίως για αξιοποίηση των αμυντικών δυνατοτήτων, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι ουσιαστική εγκαθίδρυση κοινής άμυνας και ασφάλειας. Όπως και το πρόγραμμα «safe».
Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο επιτέλους η Ε.Ε θα περάσει από τα λόγια στην πράξη, για διαμόρφωση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Με κατανόηση βέβαια ότι ούτε κοινή εξωτερική πολιτική, ούτε ασφάλεια μπορεί να υπάρξει, χωρίς ισχυρή και αποτελεσματική κοινή άμυνα.
*Πρώην Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου





