Είναι κάποια βιβλία που καταλαβαίνεις από την πρώτη στιγμή ότι η επιτυχία τους, εκτός από άμεση, θα είναι και θορυβώδης. Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδ. Πόλις), όμως, σε αντίθεση με το βιβλίο της, παραμένει ευαίσθητη απέναντι στα ακανόνιστα ηχητικά κύματα που προκαλεί εδώ και λίγους μήνες το «μικρό» της.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου, χωρίς να το γνωρίζει όταν έγραφε το βιβλίο, θα «έπεφτε» πάνω στους 200 της Καισαριανής και την επικαιρότητα γύρω από τις φωτογραφίες. Η ιστορία της, σε μια τρομακτική συγκυρία, μάς μεταφέρει στα χρόνια της Κατοχής και τους ατιμώρητους δωσίλογους αν και η ίδια δεν θέλει σε καμία περίπτωση η ιερότητα των φωτογραφιών να συσχετιστεί με το βιβλίο της.
Το «Επί σκοπώ πλουτισμού» ενώνει τη λογοτεχνία με τη μνήμη έπειτα από την έρευνα της Ελισάβετ Χρονοπούλου στα πρακτικά και στις δίκες των δωσιλόγων. Αυτόματα, δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο τα πρόσωπα που γνωρίζουμε στις σελίδες, είναι πραγματικά. Η καλή λογοτεχνία, άλλωστε, αυτό κάνει: δημιουργεί ερωτήματα.
View this post on Instagram
Εκτός από επίκαιρο, το «Επί σκοπώ πλουτισμού» είναι ταπεινό, λιτό, σκληρό και τρυφερό συγχρόνως, σε μια σπάνια ισορροπία που κάνει το βιβλίο να διαβάζεται απνευστί. Από τη μία έχουμε τους άγριους ξυλοδαρμούς, τον λιμό, την ηθική που πνίγεται στις λάσπες και από την άλλη το στοιχείο της ανυπακοής, της αντίδρασης και της αγάπης. Στο ενδιάμεσο, ένα μυστικό που ξεδιπλώνεται μεθοδικά, φέρνει κοντά τις δύο πλευρές.
Ο αφηγητής μας, Γιώργος Ασλανίδης, ένα «ακόμη ανιστόρητο παιδί της λήθης» όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος του.
Μέσω ενός μπλε τετραδίου, λοιπόν, μαθαίνει και μαθαίνουμε περισσότερα για τον παππού του, το άτομο που του αφαίρεσε τη ζωή, αλλά και την Αμαλία, η σκιά της οποίας μας ακολουθεί από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου, λίγο πριν εμφανιστεί το κατατοπιστικό και εξαιρετικά χρήσιμο επίμετρο του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδη.
Η συγγραφέας και κινηματογραφίστρια, Ελισάβετ Χρονοπούλου, μιλάει στο «Βήμα» για το «Επί σκοπώ πλουτισμού», την αναμέτρηση με το παρελθόν, αλλά και τα παιδιά της λήθης.
Για αρχή, θέλω να μάθω αν κάποια από τα πρόσωπα του βιβλίου είναι πραγματικά, αλλά και πώς φτάσατε να γράφετε τις πρώτες γραμμές του βιβλίου…
Κανένα πρόσωπο δεν είναι πραγματικό. Οι χαρακτήρες είναι όλοι επινοημένοι, όπως και η πλοκή, τα περιστατικά, αλλά και τα «τεκμήρια» που ενσωματώνονται στην αφήγηση, οι επιστολές, τα ποιήματα, τα πρακτικά της δίκης. Ο δωσίλογος Γεώργιος Ασλανίδης είναι μυθοπλαστικό πρόσωπο όπως και όλοι οι μάρτυρες που καταθέτουν στη δίκη του, αλλά και οι προσωπικές ιστορίες που αφηγούνται. Χαίρομαι που μου δίνετε την ευκαιρία να το διευκρινίσω, επειδή έχει σημασία για μένα, δεν θα το έβρισκα ηθικά σωστό να εκθέσω υπαρκτά πρόσωπα και τις οικογένειές τους.
Ωστόσο, όλα όσα βάζω στο στόμα των μαρτύρων, αλλά και ο τρόπος που τα διατυπώνουν, η γλώσσα που χρησιμοποιούν, η ψυχική τους κατάσταση όπως διαφαίνεται μέσα από τις καταθέσεις τους, έχουν βασιστεί στην έρευνά μου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στα αυθεντικά πρακτικά των δικών των δωσιλόγων Αθηνών 1945-1949. Έγραψα τα πρακτικά της δίκης του Ασλανίδη, αντλώντας τα περιστατικά από τις αυθεντικές καταθέσεις, ως προς τη δράση των δωσιλόγων δεν επινόησα το παραμικρό. Τα πρόσωπα είναι φανταστικά αλλά αυτά που τους συνέβησαν, συνέβησαν στα αλήθεια. Δεν τα έπλασε η φαντασία μου, δυστυχώς τα έπλασε η ίδια η ζωή, ξεπερνώντας κάθε ανθρώπινη φαντασία.
Ήταν ακριβώς η εμπειρία της ανάγνωσης των αυθεντικών αρχείων που με ανάγκασε να γράψω το βιβλίο. Ήταν τόσο αποσταθεροποιητική που έπρεπε κάπως να τη διαχειριστώ, να την ξορκίσω, προσπαθώντας να βρω μια λογική στο παράλογο. Να αναζητήσω λόγους πίσω από τις πράξεις, να σκάψω μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό για να βρω αιτίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον άνθρωπο σε μια τέτοια ηθική απογύμνωση.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με το παρελθόν. Τι σας τραβάει δημιουργικά σε αυτό;
Η πρώτη, αυθόρμητη απάντηση που μου έρχεται, είναι ότι το παρελθόν μού προκαλεί θαλπωρή. Μια επίσκεψη στο παρελθόν είναι σαν επίσκεψη στο σπίτι της γιαγιάς μου. Χειμώνας έξω βαρύς, η γιαγιά κι εγώ πλάι στη σόμπα, σύκα, καρύδια και ιστορίες από τα παλιά. Την ίδια θαλπωρή νιώθω όταν βυθίζομαι ξανά και ξανά στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ή ξαναδιαβάζω σελίδες από τη Λωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου. «Παρεπίδημος ήμην τον καιρόν εκείνον εις τους λόφους της Δεξαμενής, εις του Λυκαβηττού τα κράσπεδα», και «Σαν έφτασε ο Άι-Βασίλης στην Πόλη τα μεσάνυχτα, σκόνταψε και κόντεψε να σπάσει τα μούτρα του μες στα στενά σοκάκια, γιατί ο μπεχτσής δεν είχε προλάβει να ανάψει όλες τις λάμπες του δρόμου».
Όμως υπάρχει κι η άλλη όψη, οι ιστορίες από τα παλιά που σε μεταφέρουν στο στοιχειωμένο δάσος, σε εφιαλτικές εποχές όπως αυτή που μου αφηγήθηκαν οι δίκες των δωσιλόγων. Και στις δύο περιπτώσεις, είτε μέσα από τη θαλπωρή είτε μέσα από τη φρίκη, το θαυμαστό που βιώνει κανείς ταξιδεύοντας στο παρελθόν είναι η σύνδεση με την κοινή μας ανθρώπινη μοίρα. Η επίγνωση ότι η ανθρώπινη περιπέτεια είναι η προσωπική μας ιστορία, ότι είμαστε μέρος αυτής της περιπέτειας. Είμαστε πλασμένοι από το παρελθόν, όχι; Το ατομικό και το συλλογικό. Κι ύστερα σκέφτομαι, να, όταν καταφεύγουμε στην ψυχοθεραπεία για να διαχειριστούμε ένα παρόν που μας φαίνεται μη διαχειρίσιμο, συχνά ξεκινάμε αναλύοντας το παρελθόν, αναζητώντας τις αιτίες των προβλημάτων μας στους μηχανισμούς που μας διαμόρφωσαν, που μας έκαναν αυτό που γίναμε.
Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι ένα πρώτο βήμα για να γίνουμε καλύτεροι για τον εαυτό μας και τους άλλους. Νομίζω πως όλοι συμφωνούμε πως η κοινωνία μας πάσχει από μεγάλο βαθμό παθογένειας, πως μας ταλαιπωρεί και την ταλαιπωρούμε και ταλαιπωρούμε και ο ένας τον άλλο. Οπότε, η κατανόηση και ανάλυση του κοινού μας παρελθόντος, ίσως μας βοηθήσει να γίνουμε ο ατομικός και συλλογικός εαυτός που θα θέλαμε.
Είναι τρομερή η συγκυρία με τις φωτογραφίες της Καισαριανής, έτσι δεν είναι;
Χμ, όχι. Η ιερότητα αυτών των φωτογραφιών δεν επιτρέπει νομίζω τον παραμικρό συσχετισμό τους με το βιβλίο.
Η επιτυχία του «Επί σκοπώ πλουτισμού», που ακόμα βρίσκεται στην αρχή του, αλλά και η επιτυχία των «Δωσίλογων» (εκδ. Αλεξάνδρεια) του Μ. Χαραλαμπίδη, δείχνει ότι έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν;
Η μεγάλη επιτυχία των «Δωσιλόγων» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη φανερώνει πως τελικά αρκετός κόσμος ενδιαφέρεται για όσα το κοινό μας παρελθόν μας κρατά κρυμμένα, και έχει τη γενναιότητα να μη στρουθοκαμηλίζει, να μην κλείνει τα μάτια στα ένοχα οικογενειακά μας μυστικά. Κι αυτό δείχνει, νομίζω, πως δεν είμαστε και τόσο ικανοποιημένοι από τη σημερινή εικόνα της κοινωνίας μας, ότι μας ενδιαφέρει να αναστοχαστούμε πάνω στα λάθη του παρελθόντος, για να δούμε τι μας έφερε ως εδώ και να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι.
Σε ό,τι αφορά το δικό μου βιβλίο, η πρόθεσή μου ήταν να γράψω λογοτεχνία και όχι Ιστορία. Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο τοποθέτησα την μυθοπλασία μου εξυπηρετούσε το θέμα με το οποίο επιχείρησα να καταπιαστώ, που ήταν τα όρια της ηθικής μας δυνατότητας. Ακραίες ιστορικές περίοδοι εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό και από την καταβύθισή μας σ’ αυτές, αναδύονται ενδεχομένως και ανοιχτοί λογαριασμοί μας με το παρελθόν.
Παράλληλα, όμως, δεν προκαλούν εντύπωση οι παραπάνω επιτυχίες από τη στιγμή που, αποδεδειγμένα νομίζω, υπάρχουν πολλά «παιδιά της λήθης»;
Μήπως το ενδιαφέρον των παιδιών της λήθης για το παρελθόν οφείλεται στο ότι έχουμε τελικά ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του;
Είναι η λογοτεχνία ένα από τα «όπλα» μας ώστε να έρθουν πιο κοντά στην ιστορία τα παιδιά της λήθης;

@HEUER. Eπίσκεψη με ξεναγό στην Ακρόπολη τις πρώτες ημέρες μετά την άφιξη της μονάδας του Χόιερ στην Αθήνα, στις αρχές του Δεκεμβρίου του ΄43.
Μακάρι να μπορούσα να απαντήσω καταφατικά σ’ αυτή την ερώτηση. Όμως η λογοτεχνία, αν και αποκαλύπτει αλήθειες για την ανθρώπινη κατάσταση, ως προς την ιστορία, ο εκπαιδευτικός της ρόλος, αν και υπαρκτός, δεν μπορεί παρά να είναι ρευστός, με δεδομένο ότι η αντικειμενικότητα δεν είναι στις υποχρεώσεις της λογοτεχνίας, ούτε η τήρηση της ιστορικής ακρίβειας. Όπως λέει ωραιότατα ο Μίλαν Κούντερα: «Το μυθιστόρημα δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Εκτός από τον Θερβάντες».
Μία από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές του βιβλίου είναι αυτή με τον παππού και το κρέας. Πώς δημιουργήθηκε αυτή η εικόνα στο μυαλό σας; Ποια ήταν η έμπνευση;
Η εικόνα είχε σχηματιστεί στο μυαλό μου όταν ακόμη έκανα την έρευνα για το προηγούμενο βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Ο Έτερος εχθρός» (εκδ. Πόλις). Ερευνώντας την ψυχολογική επίδραση του λιμού, και την πρωτοφανή, συντριπτική διάρρηξη των διαπροσωπικών και κοινωνικών δεσμών που προκάλεσε, και ιδιαίτερα μέσα από μαρτυρίες που με σόκαραν, πλάστηκε κάπως κι αυτή η εικόνα ως πιθανή βάση για ένα διήγημα, ανάμεσα σε άλλες.
Μπήκε στη σκαλέτα εκείνου του βιβλίου, αλλά τελικά δεν αναπτύχθηκε. Δεν κατάφερα να βρω μια ενδιαφέρουσα ιστορία να την πλαισιώσω τότε, ίσως και ακριβώς επειδή είναι τόσο ανατριχιαστική. Αποτέλεσε όμως τελικά το νήμα που συνδέει τα δύο βιβλία, αφού αυτό το περιστατικό είναι και το εναρκτήριο της αφήγησης του παρελθόντος στο επί σκοπώ πλουτισμού.
Βιώνουμε μια καθημερινή αναμέτρηση με το παρελθόν ακόμα κι αν δεν το γνωρίζουμε;
Δουλεύοντας τη σχέση του αφηγητή με τη νεκρή Αμαλία, ένα πρόσωπο που πέθανε 30 χρόνια πριν εκείνος γεννηθεί, έγραψα αρκετούς διαλόγους τους, ασκήσεις που δεν μπήκαν στο σώμα του βιβλίου. Ο παρακάτω διάλογος είναι ένας από αυτούς. Θα μπορούσε να είναι μια απάντηση στο ερώτημά σας;
Αμαλία: Δεν χρειάζεται να φοβάσαι τόσο πολύ. Ξέρεις, η ζωή δεν είναι και τίποτα φοβερό. Είναι μόνο ένας χορός. Μπαίνουμε στον χορό, χορεύουμε για λίγο κι ύστερα βγαίνουμε και μπαίνουν άλλοι στη θέση μας. Αυτό είναι όλο.
Γιώργος: Πού πάμε όταν βγούμε απ’ τον χορό;
Αμαλία: Μα… Έξω απ’ τον χορό. Εκεί που είμαι τώρα.
Γιώργος: Ναι αλλά πού είσαι; Πού κατοικείς;
Αμαλία: Στη σκέψη σου χαζοπούλι. Εκεί κατοικώ. Πού αλλού;
Γιώργος: Τότε… Μα τότε… Μα τότε είσαι δική μου.






