Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο φιλόσοφος που σφράγισε τον δημόσιο διάλογο στη μεταπολεμική Γερμανία περισσότερο από κάθε άλλον διανοούμενο, έφυγε από τη ζωή το Σάββατο σε ηλικία 96 ετών, στο Στάρνμπεργκ της Βαυαρίας, όπως ανακοίνωσε ο εκδοτικός οίκος Suhrkamp.
Η είδηση του θανάτου του σηματοδοτεί το τέλος μιας πορείας επτά δεκαετιών, κατά τις οποίες ο Χάμπερμας δεν περιορίστηκε στους πανεπιστημιακούς τοίχους, αλλά παρενέβαινε δραστικά σε κάθε κρίσιμη καμπή της σύγχρονης ιστορίας.
Από τη Χιτλερική Νεολαία στη Σχολή της Φρανκφούρτης
Γεννημένος το 1929, ο Χάμπερμας ανήκε στη γενιά που έζησε τη ναζιστική φρίκη στην εφηβεία της. Η εμπειρία αυτή, σε συνδυασμό με ένα εκ γενετής πρόβλημα ομιλίας, που τον έστρεψε στη μελέτη της επικοινωνίας, διαμόρφωσε το έργο του. Επηρεασμένος από τους Αντόρνο και Χορκχάιμερ, ανέδειξε τη σημασία της «δημόσιας σφαίρας» και του ορθολογικού διαλόγου ως αναχώματα στον ολοκληρωτισμό.
Η μάχη για τη «Γερμανική Ενοχή»
Ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα της πορείας του ήταν η στάση του το 1986, όταν υπερασπίστηκε τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος έναντι ιστορικών που προσπαθούσαν να το σχετικοποιήσουν. Για τον Χάμπερμας, η συμφιλίωση με το παρελθόν (Vergangenheitsbewältigung) δεν ήταν απλώς μια ηθική υποχρέωση, αλλά το θεμέλιο της δημοκρατικής ταυτότητας της Γερμανίας.
Ουκρανία και Μιλιταρισμός: Οι τελευταίες, πικρές προειδοποιήσεις
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Χάμπερμας βρέθηκε στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής. Η επιφυλακτικότητά του για την αποστολή βαρέων όπλων στην Ουκρανία και οι εκκλήσεις του για διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα, προκάλεσαν οργισμένες αντιδράσεις. Ο ίδιος, ωστόσο, παρέμεινε πιστός στην πεποίθησή του ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να διολισθήσει ξανά σε μια «πολεμική νοοτροπία», που απειλεί τις δημοκρατικές της κατακτήσεις.
Μια κληρονομιά υπό πολιορκία
Ο βιογράφος του, Φίλιπ Φελς, περιγράφει έναν άνθρωπο που έφυγε «μελαγχολικός», βλέποντας τον πασιφισμό να υποχωρεί και την ακροδεξιά (AfD) να γιγαντώνεται. Ο θάνατος του Χάμπερμας αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό σε μια εποχή που η ανάγκη για ορθολογική συναίνεση μοιάζει πιο επιτακτική —και ταυτόχρονα πιο ανέφικτη— από ποτέ.





