Καθώς η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυστηρότερους περιβαλλοντικούς στόχους και μια συνεχώς εντεινόμενη ανάγκη για περιορισμό των πρωτογενών πόρων, μια σιωπηλή τεχνολογική επανάσταση ξεδιπλώνεται μέσα στα εργοστάσια, τα κέντρα ανακύκλωσης και τα βιομηχανικά οικοσυστήματά της. Η τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με εξελιγμένη ρομποτική και πολυτροπική αισθητήρια αντίληψη, αναδιαμορφώνει όχι μόνο τον τρόπο που διαχωρίζουμε και επεξεργαζόμαστε τα υλικά και τις πρώτες ύλες, αλλά και τον τρόπο που τα αντιλαμβανόμαστε ως οικονομική και περιβαλλοντική αξία. Για δεκαετίες, η διαλογή αποβλήτων βασιζόταν σε απλές μηχανικές αρχές. Σήμερα, συστήματα βαθιάς μάθησης (deep learning) μπορούν να αναλύσουν πολυφασματικά και ακτινογραφικά δεδομένα, αναγνωρίζοντας ακόμη και υλικά με ελάχιστες μεταξύ τους διαφορές. Τα μοντέλα βαθιάς μάθησης αποτελούν τον εγκέφαλο των συστημάτων διαλογής μιας και καθοδηγούν τα ρομποτικά συστήματα να διαλέξουν και να ξεχωρίσουν το κάθε αντικείμενο, προσφέροντας ανάκτηση υλικών αγγίζοντας ακρίβεια μέχρι και 99%.

Παράλληλα, η νέα γενιά ρομποτικών υποδομών, από ultra-fast delta robots έως συνεργατικούς βραχίονες και αυτόνομα οχήματα, έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει σε απόλυτο συγχρονισμό μέσα σε σύνθετες ροές αποβλήτων και να μεταμορφώσει ριζικά τις διαδικασίες διαχείρισης αποβλήτων. Το αποτέλεσμα είναι ένας διαχωρισμός με πρωτοφανή καθαρότητα, ταχύτητα και αξιοπιστία: από την αναγνώριση ξύλου, μετάλλων, ρινισμάτων σιδήρου και πλαστικών υψηλής πολυπλοκότητας έως την ταξινόμηση σύνθετων βιομηχανικών αποβλήτων και υλικών κατεδάφισης. Αυτή η τεχνολογία δεν βελτιώνει απλώς την ανακύκλωση αλλά επιτρέπει τη διατήρηση της αξίας των υλικών μέσα στον κύκλο ζωής τους, μετατρέποντας τα απόβλητα σε νέους πόρους και ενισχύοντας ουσιαστικά την κυκλική οικονομία.

Eτσι, δημιουργείται για πρώτη φορά η δυνατότητα μιας μεγάλης κλίμακας, βιώσιμης και πραγματικά κυκλικής βιομηχανικής αλυσίδας. Οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης και μια σειρά από τεχνολογίες-πυλώνες της, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συναντούν τα Digital Product Passports (DPP), τα «ψηφιακά διαβατήρια» δηλαδή των προϊόντων που θα καταγράφουν πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση, την προέλευση, το περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους και τις δυνατότητες ανακύκλωσης.

Η διαφάνεια που θα εισάγουν τα DPP μετατρέπει τα υλικά που μέχρι χθες θεωρούνταν άχρηστα σε πολύτιμες, ιχνηλάσιμες δευτερογενείς πρώτες ύλες. Ταυτόχρονα, θα επιτρέπει στις ρυθμιστικές αρχές να παρακολουθούν την κυκλική πορεία των υλικών, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη, τη συμμόρφωση και τον στρατηγικό σχεδιασμό. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, που μόλις έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στην Ευρώπη, η πολιτική και η έρευνα κινούνται πλέον με κοινό προσανατολισμό: τη μετάβαση σε μια παραγωγή χαμηλού αποτυπώματος, πλήρως κυκλική και ψηφιακά υποστηριζόμενη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επενδύει σε μεγάλα ερευνητικά προγράμματα που στοχεύουν στην απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού και στη δημιουργία τεχνολογιών που δίνουν διαφάνεια και ιχνηλασιμότητα σε κάθε στάδιο του κύκλου ζωής ενός προϊόντος. Παράλληλα, η νέα ευρωπαϊκή πολιτική για την κυκλική οικονομία θέτει ξεκάθαρους στόχους: λιγότερα απόβλητα, περισσότερους πόρους σε κυκλοφορία, παραγωγή προσαρμοσμένη στις ανάγκες του κλίματος και της κοινωνίας. Ωστόσο, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Η Βιομηχανία 5.0 απαιτεί ένα διαφορετικό μοντέλο συνεργασίας ένα δικτύωμα περιφερειακών συμμαχιών όπου δημόσιες αρχές, ερευνητικά κέντρα, βιομηχανίες, τοπικές επιχειρήσεις και διεθνείς φορείς πολιτικής μοιράζονται γνώση, πρακτικές υλοποιήσεις, ανάγκες και προκλήσεις. Η κλιματική κρίση είναι πολυδιάστατη και οι λύσεις της προκύπτουν μόνο όταν η τεχνολογία δεν μένει στον «πύργο της έρευνας», αλλά δοκιμάζεται, αποτυγχάνει, βελτιώνεται και τελικά ξαναχτίζει τις παραγωγικές διαδικασίες σε πραγματικές συνθήκες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά με καινοτόμα έρευνα και με πρωτοβουλίες που φέρνουν πιο κοντά όλους τους κρίσιμους παράγοντες του βιομηχανικού οικοσυστήματος. Στο Κορωπί Αττικής, το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτου Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών (ΕΠΙΣΕΥ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), έχει δημιουργήσει έναν από τους πιο δραστήριους βιομηχανικούς κόμβους καινοτομίας, όπου παντρεύονται η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική αυτονομία και η ψηφιακή ιχνηλασιμότητα των υλικών. Εκεί αναπτύσσονται και δοκιμάζονται ολοκληρωμένα συστήματα διαλογής και εφαρμογές Digital Product Passports, με στόχο να αποδείξουν ότι οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να λειτουργήσουν όχι μόνο στα εργαστήρια, αλλά στις απαιτητικές συνθήκες της πραγματικής βιομηχανίας – εκεί όπου κρίνονται η απόδοση, η αξιοπιστία και η πραγματική δυνατότητα για ευρύτερη υιοθέτηση. Οπως σημειώνει ο Δρ Αγγελος Αμδίτης, Διευθυντής Ερευνας και Ανάπτυξης του ΕΠΙΣΕΥ, «το όραμα είναι ένα πλήρως κυκλικό, διαφανές και ψηφιακά ιχνηλάσιμο παραγωγικό οικοσύστημα, όπου κάθε υλικό βρίσκει ξανά τη θέση του στην παραγωγή και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα μειώνεται δραστικά σε κάθε στάδιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επόμενη πρόκληση είναι ξεκάθαρη: η ελληνική έρευνα –με όλη την τεχνογνωσία, τα πρωτότυπα και τα εργαστηριακά της επιτεύγματα– πρέπει να μιλήσει ακόμη πιο άμεσα με τη βιομηχανία και τις πραγματικές ανάγκες της. Να «κουμπώσει» στις παραγωγικές αλυσίδες, να κατανοήσει τα επιχειρησιακά εμπόδια, να συναντήσει τους ανθρώπους που βρίσκονται στα εργοστάσια, στις μονάδες ανακύκλωσης, στους χώρους διαλογής. Και να συνδημιουργήσει μαζί τους την επόμενη μέρα». Γιατί η καινοτομία στη Βιομηχανία 5.0 δεν γεννιέται μόνο από τους αλγόριθμους ή τα ρομπότ, αλλά από τις συμμαχίες, τις πραγματικές ανάγκες, τις τοπικές συνεργασίες και τη δυνατότητα να μετατραπεί η τεχνολογία σε πρακτική, εφαρμόσιμη λύση. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το στοίχημα –αλλά και η ευκαιρία– της ευρωπαϊκής μετάβασης απέναντι στην κλιματική κρίση.

*Ο δρ Φώτιος Κωνσταντινίδης είναι ερευνητής ΕΠΙΣΕΥ ΕΜΠ, διευθυντής του Τμήματος «Βιομηχανία 5.0 και Εξυπνη Παραγωγή» του I-SENSE Group
**Ο δρ Γεώργιος Τσιμικλής είναι διευθυντής του τμήματος «Εξυπνα Διασυνδεδεμένα Συστήματα»