Λίγες μέρες μεσολάβησαν από την κοινή επιχείρηση μεξικανικών ενόπλων δυνάμεων και αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, κατά του αρχηγού του πανίσχυρου καρτέλ Χαλίσκο Νέα Γενιά (CJNG), Νεμέσιο Ρουμπέν Οσεγκέρα Σερβάντες, γνωστού με το προσωνύμιο «Ελ Μέντσο», που οδήγησε στον θάνατό του.

Όμως, ο αιματηρός απολογισμός (73 νεκροί συνολικά), η πολυεπίπεδη απάντηση του καρτέλ (εκατοντάδες επιθέσεις σε 15 πολιτείες και 60 δήμους) και η ένταση (πυρπολήσεις ομοσπονδιακών τραπεζών, αποκλεισμοί οδικών αρτηριών, εμπρησμοί οχημάτων), επαναφέρουν στην επιφάνεια προβληματισμούς για τη διάβρωση της ιστορικής χώρας της αμερικανικής ηπείρου από εγκληματικά δίκτυα.

Εκτιμήσεις του ακαδημαϊκού περιοδικού Science για το 2023, υπολόγιζαν σε 175.000 τον αριθμό των μελών των πάσης φύσεως μεγάλων και μικρών καρτέλ, που δρουν στο Μεξικό. Πρόκειται για συντηρητικό υπολογισμό, αφού δεν προσμετρώνται περιστασιακοί συνεργάτες ή διεφθαρμένοι κρατικοί λειτουργοί, που συμπληρώνουν τα «στρατεύματα» των εγκληματικών οργανώσεων.

Τελικά, κατά πόσον τα διαβόητα καρτέλ κυβερνούν τη Χώρα των Αζτέκων; Το Βήμα μίλησε με τη Μαρία Καλντερόν, συνεργάτιδα του think tank Inter-American Dialogue, με ειδίκευση στο Μεξικό, για την πραγματική επιρροή των καρτέλ στη χώρα, τη στάση της κυβέρνησης και τον ρόλο που διαδραματίζει ο αμερικανικός παράγοντας.

«Κατακερματισμένη χώρα»

Πρώτο ερώτημα που προκύπτει από την έκταση των εχθροπραξιών ανάμεσα στα μέλη του CJNG και τους άνδρες της Εθνοφρουράς και του στρατού, είναι πώς είναι εφικτό για τα καρτέλ να οργανώνουν τόσο μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις. «Οι πιο ισχυρές εγκληματικές ομάδες του Μεξικού – ειδικά το Καρτέλ Νέας Γενιάς του Χαλίσκο (CJNG) – λειτουργούν σήμερα σα μεγάλες, διαφοροποιημένες εγκληματικές επιχειρήσεις με ένοπλες δυνατότητες. Μπορούν να συντονίσουν πολύπλοκες επιχειρήσεις, επειδή είναι οργανωμένες γύρω από εξειδικευμένους ρόλους: επιμελητεία, στρατολόγηση, ένοπλη επιβολή, επιτήρηση και συλλογή πληροφοριών, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Αυτός ο καταμερισμός εργασίας, καθώς και τα τοπικά δίκτυα που παρέχουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, εξηγεί γιατί μπορούν να κινούνται γρήγορα, να δρουν σε πολλαπλές τοποθεσίες και να προσαρμόζονται όταν οι αρχές ασκούν πίεση», εξηγεί η Καλντερόν.

Επιβεβαιώνει την εικόνα ενός δικτύου που δρα, βάσει επιχειρηματικού μοντέλου: «Οικονομικά, αυτές οι οργανώσεις δε συντηρούνται από μόνο μία δραστηριότητα. Συνήθως, συνδυάζουν τα κέρδη από τα συνθετικά ναρκωτικά με άλλες πηγές παραγωγής κερδών, όπως το ξέπλυμα χρήματος και τοπικά εγκλήματα, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολο να διαταραχθεί η λειτουργία τους».
Η ισχύς των εγκληματικών οργανώσεων στο Μεξικό δημιουργεί την εντύπωση ενός παράλληλου προς την επίσημη Πολιτεία πλέγματος εξουσίας. Η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2025, ότι «σε συγκεκριμένες περιοχές, τα καρτέλ ναρκωτικών λειτουργούν ως ημικρατική οντότητα», έκανε αίσθηση.

Είχε προηγηθεί ανάλογη τοποθέτηση του τότε υπουργού Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, το 2023, αλλά και εκτίμηση της διοίκησης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων για τη Βόρεια Αμερική, το 2022, ότι το 30-35% της επικράτειας της χώρας τελεί υπό την κυριαρχία εγκληματικών οργανώσεων.

Τελικά, ισχύει ότι τα καρτέλ ελέγχουν το Μεξικό; «Η αντίληψη ότι τα καρτέλ ”ελέγχουν το Μεξικό” αντικατοπτρίζει αυτό που βιώνουν πολλές κοινότητες, αλλά θα πρέπει να γίνεται κατανοητό ότι έχουν επιρροή σε μέρος της χώρας, όχι πανεθνικά. Σε περιοχές όπου οι τοπικοί θεσμοί είναι αδύναμοι, οι εγκληματικές ομάδες μπορούν να επιβάλουν κανόνες, μέσω του φόβου — εκβιάζοντας κι εκφοβίζοντας δημοσιογράφους, πιέζοντας αξιωματούχους και επηρεάζοντας την τοπική πολιτική. Σε μέρη όπου η παρουσία του κράτους είναι ισχυρότερη, τα καρτέλ τείνουν να λειτουργούν πιο ήσυχα. Ένας κεντρικός λόγος, για τον οποίο η επιρροή των καρτέλ παραμένει ισχυρή, είναι η σχέση τους με τμήματα του κράτους, όχι ως μια ενιαία συμμαχία, αλλά μέσω κατακερματισμένων τοπικών μεθόδων: διαφθορά, συμπαιγνία, επιλεκτική επιβολή, εκφοβισμός. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνονθύλευμα — ορισμένα μέρη με αποτελεσματική κρατική εξουσία και άλλα, όπου τα καρτέλ διεισδύουν ή την ανταγωνίζονται», σχολιάζει η Καλντερόν.

Συμπληρώνει ότι «όπου οι εγκληματικές οργανώσεις είναι βαθιά ριζωμένες, οι πολίτες συχνά προσαρμόζονται στη σκληρή πραγματικότητα: η καταγγελία εγκλημάτων φαίνεται επικίνδυνη ή άσκοπη και η εμπιστοσύνη στις αρχές διαβρώνεται. Φυσικά, τα καρτέλ δεν αποτελούν πραγματικό υποκατάστατο της κυβέρνησης: δεν παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες, ούτε νόμιμη διακυβέρνηση. Αλλά σε αδύναμες διοικητικά περιοχές, μπορούν να συμπεριφέρονται σαν τοπικοί νομοθέτες, επιβάλλοντας επιλεκτικά την ”τάξη”, μέσω εξαναγκασμού και αποσπώντας κέρδη από την οικονομική ζωή. Το αποτέλεσμα είναι μια κατακερματισμένη χώρα: σε ορισμένες κοινότητες, το κράτος κυβερνά σαφώς, και σε άλλες η εγκληματική εξουσία περιορίζει την καθημερινή ζωή και διεισδύει στους θεσμούς».

Σφαίρες ή αγκαλιές;

Η αντίδραση της εκτελεστικής εξουσίας δεν υπήρξε ενιαία τις περασμένες δεκαετίες. O συντηρητικός Φελίπε Καλντερόν (2006-2012) εγκαινίασε τη στρατηγική του «πολέμου κατά των ναρκωτικών», όπου μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, με τη «σφραγίδα» του εθνικού στρατού έδιναν τον τόνο. Την ίδια μέθοδο ακολούθησε ο διάδοχός του, Ενρίκε Πένια Νιέτο (2012-2018). Ο αριστερός Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ (2018–2024) ακολούθησε διαφορετική οδό, ανακοινώνοντας τον Ιανουάριο του 2019, το τέλος της προηγούμενης τακτικής και προκρίνοντας την αμνήστευση και επανένταξη των κατώτερων μελών των καρτέλ που αποφάσιζαν να αφήσουν πίσω τους τον κόσμο της παρανομίας.

Όμως, παρά τις διακηρύξεις και τις επιτυχημένες συλλήψεις προβεβλημένων αρχηγών (όπως του γιου και διαδόχου του συλληφθέντα πρώην αρχηγού του καρτέλ Σιναλόα «Ελ Τσάπο», Οβίδιο Γκουσμάν Λόπες), οι δαπάνες για την αντιμετώπιση των καρτέλ αυξήθηκαν. Τελικά, υπάρχει πρόοδος ή βρισκόμαστε μπροστά σε αδιέξοδο;

«Η στρατηγική ασφαλείας του Μεξικού έχει αλλάξει επανειλημμένα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η πιο αντιπαραθετική περίοδος βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, σε στρατιωτικοποιημένες επιχειρήσεις και στην καταδίωξη ηγετών καρτέλ. Αυτή η προσέγγιση είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές συλλήψεις, αλλά συχνά δημιουργούσε νέα προβλήματα: ομάδες διασπάστηκαν, αντίπαλες παρατάξεις μάχονταν για εδάφη και η βία κλιμακώθηκε στις αμφισβητούμενες ζώνες. Υπό τον πρώην πρόεδρο Ομπραδόρ, η κυβέρνηση τόνισε το σύνθημα ”abrazos, no balazos” (αγκαλιές, όχι σφαίρες), δίνοντας έμφαση στην πρόληψη και την κοινωνική πολιτική και προβάλλοντας την αυτοσυγκράτηση στη χρήση βίας, σε πολλά πλαίσια. Πρόσφατα, η τρέχουσα προσέγγιση του Μεξικού ξανάγινε πιο δυναμική επιχειρησιακά, με μεγαλύτερη έμφαση στον συντονισμό, τις πληροφορίες, τις έρευνες και τις στοχευμένες δράσεις στις πιο βίαιες περιοχές», σημειώνει η Καλντερόν.

Εμφανίζεται όμως συγκρατημένα αισιόδοξη, επισημαίνοντας ότι «αν αυτό ισοδυναμεί με πραγματική ανάκαμψη, εξαρτάται από το τι θεωρείται επιτυχία. Οι ανθρωποκτονίες ίσως μειωθούν, όμως είναι πιθανό οι εγκληματικές οργανώσεις να στραφούν σε άλλα εγκλήματα ή η βία που ασκούν, να μετακινηθεί γεωγραφικά. Γι’ αυτό, είναι ακόμη πρόωρο να πούμε ότι το Μεξικό έχει ”αλλάξει σελίδα”. Το διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει ίδιο: σε πολλές περιοχές, αστυνομικές και δικαστικές αρχές δεν έχουν επαρκή ικανότητα κι έτσι η ατιμωρησία παραμένει υψηλή. Διανύουμε μια μεταβατική φάση: υπάρχουν ενθαρρυντικά σημάδια σε ορισμένους δείκτες, αλλά η πραγματική δοκιμασία αφορά εάν το κράτος μπορεί να διατηρήσει την πρόοδο μέσω αξιόπιστων τοπικών θεσμών – αντί να βασίζεται σε βραχυπρόθεσμα επιχειρησιακά κέρδη».

Μια εύθραυστη σχέση

Υπάρχει ασφαλώς και ο παράγοντας εξωτερική πολιτική. H επιχείρηση κατά του «Ελ Μέντσο» ήταν μεξικανοαμερικανική. Δεδομένου ότι η Ουάσιγκτον, επί Ντόναλντ Τραμπ, ασκεί ισχυρές πιέσεις προς το Μεξικό, για τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών και τη στήριξη στην Κούβα, πόσο πιθανό είναι η διμερής συνεργασία στις επιχειρήσεις κατά των ναρκωτικών να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης σε άλλους τομείς;

«Κατ’ αρχήν, ναι είναι αρκετά πιθανό – επειδή η συνεργασία σε έναν τομέα μπορεί να επεκταθεί σε ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Η συνεργασία κατά των ναρκωτικών συχνά παρουσιάζεται ως κοινή ευθύνη, αλλά οι ΗΠΑ παρέχουν πληροφορίες, τεχνολογία, εκπαίδευση και συντονισμό, σε βαθμό που επηρεάζει καίρια την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, η Ουάσιγκτον έχει δείξει μεγαλύτερη προθυμία να συνδέσει τη συνεργασία, στον τομέα της ασφάλειας, με άλλα ζητήματα της διμερούς ατζέντας – συχνά έμμεσα, μέσω πιέσεων, αντί για ένα σαφές, ξεκάθαρο quid pro quo», υποστηρίζει η ερευνήτρια του Inter-American Dialogue.

Περιγράφει τη σχέση αλληλεξάρτησης των δύο γειτονικών κρατών, αλλά και τους περιορισμούς που υφίσταται η αμερικανική δύναμη. «Υπάρχει προηγούμενο, τα ζητήματα που σχετίζονται με την Κούβα, να γίνονται πολιτικά ευαίσθητα σε ό,τι αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ-Μεξικού. Η ενεργειακή σχέση του Μεξικού με την Κούβα έχει, κατά καιρούς, εκτεθεί στην πίεση της Ουάσιγκτον και στον αντιληπτό κίνδυνο αντιποίνων – δείχνοντας ότι ζητήματα εκτός της ασφάλειας μπορούν να εισέλθουν σε ευρύτερες δυναμικές διαπραγματεύσεων. Η αλληλεξάρτηση είναι αμφίδρομη: οι ΗΠΑ εξαρτώνται από το Μεξικό, για τη σταθερότητα των συνόρων, τη διαχείριση της μετανάστευσης και την απαγόρευση της φαιντανύλης. Εάν η πίεση γίνει πολύ επιθετική, υπάρχει κίνδυνος αντίδρασης και θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη συνεργασία σε βασικές προτεραιότητες. Η ισχυρή παράδοση του Μεξικού στην κυριαρχία και τη μη παρέμβαση αυξάνει επίσης το εσωτερικό πολιτικό κόστος, εάν η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας θεωρηθεί ότι υπαγορεύει την εξωτερική πολιτική της χώρας. Επομένως, η επιρροή των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική του Μεξικού είναι δυνατή, αλλά είναι πιθανό να είναι έμμεση και περιορισμένη, όχι απεριόριστη».