Παρά τις αλματώδεις τεχνολογικές προόδους στη διάγνωση του μελανώματος, παρατηρούμε μια αντίφαση: ενώ αυξάνεται ο αριθμός μελανωμάτων που ανιχνεύονται πολύ πρώιμα —όταν ο όγκος είναι ακόμα ακίνδυνος— ταυτόχρονα διαγιγνώσκονται και περισσότερες προχωρημένες περιπτώσεις, με υψηλό κίνδυνο μεταστάσεων.

Οι σύγχρονες διαγνωστικές τεχνικές έχουν εκτοξεύσει τη διαγνωστική μας δυνατότητα για την έγκαιρη ανίχνευση του μελανώματος. Η δερματοσκόπηση επιτρέπει τη διάγνωση του μελανώματος στο πιο πρώιμο στάδιο – το λεγόμενο μελάνωμα insitu- όταν ο όγκος περιορίζεται μόνο στην επιδερμίδα· η ψηφιακή χαρτογράφηση επιτρέπει την αναγνώριση μελανωμάτων που παλαιότερα θα περνούσαν αδιάγνωστα· η τεχνητή νοημοσύνη και η ενσωμάτωση αυτοματοποιημένων τεχνολογιών στη διαγνωστική διαδικασία βελτιώνει την αξιοπιστία και περιορίζει τα διαγνωστικά λάθη.

Αυτή η συνθήκη θα έπρεπε να οδηγήσει στη σταδιακή μείωση των μελανωμάτων που διαγιγνώσκονται σε προχωρημένο στάδιο, εκείνων δηλαδή που κυρίως ευθύνονται για την θνητότητα. Είναι, λοιπόν, δυσερμήνευτο και ανησυχητικό το να εξακολουθεί να διαγιγνώσκεται ένα τόσο μεγάλο ποσοστό μελανωμάτων σε προχωρημένο στάδιο, πόσο μάλλον το να παρατηρούμε και μία μικρή αύξηση του ποσοστού αυτού.

Η εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι πολυεπίπεδη και συνεπώς η επίλυση του προβλήματος απαιτεί πολλές και διαφορετικές πρωτοβουλίες από πολλούς φορείς.

Πρέπει καταρχήν να παραδεχθούμε ότι δεν έχουμε πετύχει στον κεντρικό στόχο: να εντοπίζουμε πιο νωρίς το μελάνωμα και να μειώσουμε όσους νοσούν προχωρημένα. Επίσης δεν καταφέραμε να εμπεδώσουμε μια κουλτούρα σωστής ηλιοπροστασίας στο κοινό —όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς σε μια παραλία ένα μεσημέρι του καλοκαιριού.

Αιμίλιος Λάλλας, Καθηγητής Δερματολογίας-Αφροδισιολογίας Α.Π.Θ., Επιστημονικά Υπεύθυνος του Κέντρου Μελανώματος και Καρκίνου Δέρματος, Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Θεσσαλονίκης

Λόγοι καθυστερημένης διάγνωσης

  1. Διαγνωστικοί περιορισμοί. Έστω και με την πρόοδο, η ανθρώπινη κρίση παραμένει κρίσιμη. Ανακριβείς ιατρικές εκτιμήσεις μπορούν να καθυστερήσουν τη διάγνωση. Όπως αναλύθηκε παραπάνω, παρότι αυτό σίγουρα συνέβαινε σε έναν βαθμό στο παρελθόν λόγω της περιορισμένης διαγνωστικής δυνατότητας που μας παρείχαν τα τότε μέσα, σήμερα πρέπει να συμβαίνει όλο και λιγότερο. Και αυτό γιατί ο συνδυασμός εξαιρετικά εξελιγμένης τεχνολογίας και τεχνογνωσίας και η διάχυση της γνώσης αυτής στην ιατρική κοινότητα σίγουρα περιορίζει σημαντικά αυτή την πιθανότητα.
  2. Προβληματική πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Σε κάποιες χώρες οι λίστες αναμονής και ο περιορισμένος αριθμός ιατρών αποτελούν σημαντικά εμπόδια. Στην Ελλάδα η πρόσβαση σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δερματολογική φροντίδα είναι σχετικά άμεση σε αστικά κέντρα, δεδομένης της διαθεσιμότητας δημοσίων δομών και του μεγάλου αριθμού ιδιωτών δερματολόγων. Υπάρχουν, ωστόσο περιοχές με γεωγραφικούς περιορισμούς καθώς και ευάλωτες ομάδες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης.
  3. Χαμηλή ευαισθητοποίηση και μύθοι. Ο αριθμός των πολιτών που αναζητούν προληπτική εξέταση του δέρματος παραμένει περιορισμένος. Δεν είναι σπάνιες ακόμη και οι περιπτώσεις που ασθενών που δεν κινητοποιούνται παρόλο που εντοπίζουν στο δέρμα τους μία “παράξενη ελιά” ή έναν όγκο που μεγαλώνει ασυνήθιστα. Πιθανόν αυτό εξηγείται από τη διάδοση μύθων —π.χ. «μην το πειράζεις, γιατί θα γίνει κακό»— που είναι ιατρικά αβάσιμοι και επικίνδυνοι. Η κυριαρχία τέτοιων απόψεων δείχνει αποτυχία στην αποτελεσματική ενημέρωση.

Έχω την πεποίθηση ότι, παρότι και οι τρεις παραπάνω παράμετροι (καθώς και άλλοι) συνεισφέρουν στο πρόβλημα της καθυστερημένης διάγνωσης, κυρίαρχο ρόλο παίζει η τελευταία. Όσο και αν αυτό απογοητεύει όσους ασχοληθήκαμε ως τώρα με την προαγωγή της ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης (υγειονομικοί φορείς, επιστημονικές εταιρείες, ΜΜΕ κ.α.), το αποτέλεσμα θα πρέπει να μας κάνει να επαναξιολογήσουμε τα εργαλεία και τις στρατηγικές μας.

Πέντε βήματα που μπορούμε να εφαρμόσουμε

  1. Εκπαίδευση νεότερων γενεών. Η σωστή ενημέρωση για ηλιοπροστασία, καρκινογένεση, αυτοεξέταση και αναζήτηση ιατρικής συμβουλής πρέπει να ξεκινάει στην παιδική και εφηβική ηλικία μέσω σχολικών προγραμμάτων. Αν και μακροπρόθεσμο, είναι ίσως το σημαντικότερο μέτρο.
  2. Στοχευμένες εκστρατείες ενημέρωσης. Συνεπείς, συντονισμένες και επαναλαμβανόμενες δράσεις από επιστημονικές εταιρείες, Υπουργείο Υγείας, τοπικούς φορείς και ΜΜΕ —μέσω κοινωνικών δικτύων, ραδιοφώνου, τηλεόρασης και σημείων συνάθροισης— για να απομυθοποιήσουν λανθασμένες αντιλήψεις και να προωθήσουν κατανοητά μηνύματα ηλιοπροστασίας, αυτοεξέτασης και λόγων αναζήτησης ιατρικής συμβουλής.
  3. Εκπαίδευση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Ενίσχυση της κατάρτισης γενικών ιατρών και νοσηλευτών ώστε να αναγνωρίζουν ύποπτες βλάβες και να παραπέμπουν άμεσα σε δερματολόγο.
  4. Διεύρυνση τηλεδερματολογίας και ψηφιακών εργαλείων. Αξιοποίηση ασφαλών εφαρμογών και υπηρεσιών τηλε-τριάζ για γρήγορη αρχική αξιολόγηση, ειδικά σε απομακρυσμένες περιοχές. Αυτά τα εργαλεία επιταχύνουν τη διαδικασία παραπομπής —δεν αντικαθιστούν την κλινική εκτίμηση.
  5. Εθνικό προληπτικό πρόγραμμα έγκαιρης διάγνωσης. Όπως σε άλλες χώρες και σε άλλους καρκίνους, ένα οργανωμένο εθνικό πρόγραμμα προληπτικών εξετάσεων για τον καρκίνο του δέρματος (με έμφαση σε υψηλού κινδύνου άτομα) θα συνέβαλε καθοριστικά στη μείωση των προχωρημένων διαγνώσεων.

Η τεχνολογία μάς έδωσε τα απαραίτητα εργαλεία για έγκαιρη διάγνωση του μελανώματος. Χρειαζόμαστε, όμως, να τα καταστήσουμε προσιτά και κατανοητά στον πολίτη, να ενισχύσουμε την εκπαίδευση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής και να εφαρμόσουμε στοχευμένα προγράμματα πρόληψης και παρακολούθησης. Μόνο με συντονισμένη προσπάθεια —εκπαίδευση, πρόσβαση, τεχνολογία και κοινωνική ευαισθητοποίηση— μπορούμε να μειώσουμε ουσιαστικά τις καθυστερημένες διαγνώσεις και τη θνητότητα από μελάνωμα.