Επιβεβαιώθηκε η αυθεντικότητα των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή. Κλιμάκιο του ΥΠΠΟ βρέθηκε στο Βέλγιο που συναντήθηκε με τον Βέλγο συλλέκτη, Τιμ Ντε Κράνε.
Έπειτα από την απαραίτητη εξέτασή τους κρίθηκε ότι πρόκειται για αυθεντικές φωτογραφίες. Συνολικά, στη συλλογή του Βέλγου βρέθηκαν 262 φωτογραφίες τραβηγμένες στην Ελλάδα και έχουν τραβηχτεί από τον Χόιερ.
Η ελληνική αντιπροσωπεία υπέγραψε προσύμφωνο για την απόκτησή τους με την Λίνα Μενδώνη να ανακοινώνει τη συμφωνία. Η Υπουργός Πολιτισμού τόνισε για την απόκτηση της συλλογής Χόιερ: «Σήμερα, στο Δημαρχείο του Έβεργκεμ, η αντιπροσωπεία του Υπουργείου Πολιτισμού συναντήθηκε με τον συλλέκτη Τιμ Ντε Κράνε. Η αντιπροσωπεία εξέτασε το σύνολο της συλλογής Χόιερ, η οποία αποτελείται από 262 φωτογραφίες, τραβηγμένες στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της θητείας του, το 1943-1944, καθώς και κάποια έντυπα που ο ίδιος είχε περιλάβει σε αυτή.
Η μακροσκοπική εξέταση, από έμπειρα στελέχη του Υπουργείου Πολιτισμού και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα του υλικού. Υπεγράφη προσύμφωνο μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και του συλλέκτη και η συλλογή αποσύρθηκε από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών».
Θυμίζουμε ότι η συλλογή Τ. de Craene/H. Heuer κηρύχθηκε μνημείο στο σύνολό της «λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας της, ως τεκμήριο διαμόρφωσης αντιλήψεων και στάσεων με εργαλείο την εικόνα, από την πλευρά των προπαγανδιστικών μηχανισμών των στρατευμάτων Κατοχής, στην Ελλάδα».
Πώς δημιουργήθηκε η συλλογή φωτογραφιών του Χέρμαν Χόιερ
Ο Χόιερ υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας την περίοδο 1943-44. Ο ίδιος είχε την εντολή να παρακολουθήσει, ή και να συνδράμει στην εκτέλεση των 200 Ελλήνων κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Ο Χόιερ δεν ζει πια εδώ και αρκετά χρόνια ενώ η συλλογή των φωτογραφιών του, από χώρες που κατακτήθηκαν από τους ναζί, όπως το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ελλάδα όπου υπηρέτησε, βρέθηκε στην κατοχή του Τιμ ντε Κρεν.
Οι φωτογραφίες με τους Έλληνες κρατουμένους αποτελούν σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, καθώς «δίνουν πρόσωπο στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν την εκτέλεσή τους».

Παράλληλα, το αρχειακό σύνολο στο οποίο εντάσσονται φωτίζει τη λειτουργία της ναζιστικής προπαγάνδας και τον ρόλο της φωτογραφίας ως εργαλείου ιδεολογικής χειραγώγησης, επιτρέποντας τη μελέτη της «ματιάς του κατακτητή» και του τρόπου κατασκευής της εικόνας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. «Ο μηχανισμός προπαγάνδας που έστησε ο Γιόζεφ Γκέμπελς αξιοποίησε την αιχμή της τεχνολογίας ενημέρωσης της εποχής του -τον κινηματογράφο και την φωτογραφία- για να δημιουργήσει σκηνοθετημένα τεκμήρια “επιτυχίας” και διάδοσης της, ως εργαλείο επιρροής», σημείωσε στη δήλωσή της η υπουργός Πολιτισμού.

«Η διείσδυση στην καθημερινότητα των στρατιωτών μέσα από τη φωτογραφία -σκηνοθετημένο τεκμήριο της «επιτυχίας» τους, η διάδοση αυτής της «επιτυχίας» με την αποστολή των φωτογραφιών στα μετόπισθεν, η δημιουργία αναμνήσεων με προδιαγραφές που ορίζει ο ναζιστικός μηχανισμός, όλα αυτά μοιάζουν χονδροειδή και αδέξια εργαλεία επιρροής στα δικά μας μάτια, σήμερα. Είναι όμως μελέτη πάνω στη δύναμη της εικόνας, στον πολιτισμό της οποίας ζούμε ακόμη. Είναι ένα μάθημα οπτικού γραμματισμού από το παρελθόν, το οποίο το έχουμε ανάγκη, και ως άσκηση και ως ιστορικό τεκμήριο», σημείωσε στην εισήγησή της στο ΚΣΝΜ η διεύθυντρια της Διεύθυνσης Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Βίλλυ Φωτοπούλου.






