Σήμερα, 13 Φεβρουαρίου 2026, ανοίγουν επισήμως οι εργασίες της 62ης Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, που θα διαρκέσουν έως τις 15 Φεβρουαρίου στο Μόναχο της Γερμανίας. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα διεθνή φόρουμ για θέματα παγκόσμιας ασφάλειας και γεωπολιτικής.

Εδώ και δεκαετίες, κάθε Φεβρουάριο συγκεντρώνονται ηγέτες, υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών, στρατιωτικοί, διπλωμάτες και αναλυτές από ολόκληρο τον κόσμο. Σε μια συνάντηση χωρίς δεσμευτικές αποφάσεις, διατυπώνονται στρατηγικές προθέσεις, καταγράφονται συσχετισμοί ισχύος και συχνά προαναγγέλλονται μελλοντικές κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων.

Η φετινή διοργάνωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές εντάσεις οξύνονται, οι πόλεμοι πολλαπλασιάζονται και οι διεθνείς ισορροπίες δοκιμάζονται.

Η Ιδρυση

Η σημερινή «Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου» δεν γεννήθηκε ως παγκόσμιο φόρουμ. Ιδρύθηκε το 1963, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, ως μια κλειστή συνάντηση αμυντικών αξιωματούχων της Δύσης, με την ονομασία «Διεθνής Συνάντηση για Θέματα Άμυνας», έπειτα από πρωτοβουλία του Γερμανού εκδότη και πρώην αξιωματικού, μέλους της γερμανικής αντίστασης κατά του Χίτλερ, Ewald-Heinrich von Kleist-Schmenzin.

Εκείνη την περίοδο, η Ευρώπη βρισκόταν σε έντονη πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Η συνάντηση επικεντρώθηκε κυρίως σε θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας, στις σχέσεις Δυτικής Ευρώπης και ΗΠΑ και στη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής απέναντι στη Σοβιετική Ένωση.

Για δεκαετίες, το Μόναχο λειτούργησε ως άτυπος, αλλά κρίσιμος δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σε ευρωπαίους και αμερικανούς αξιωματούχους.

Η μεταψυχροπολεμική εποχή

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διάσκεψη εξελίχθηκε σταδιακά σε παγκόσμιο φόρουμ, διευρύνοντας τη θεματολογία και τη συμμετοχή της, περιλαμβάνοντας πλέον τη Ρωσία, ασιατικές χώρες και διεθνείς οργανισμούς.

Το 1998 καθιερώθηκε η σημερινή της ονομασία, σηματοδοτώντας και θεσμικά τη μετάβαση από μια «αμυντική συνάντηση της Δύσης» σε παγκόσμιο φόρουμ στρατηγικού διαλόγου.

Τη νέα ατζέντα διαμόρφωσαν οι επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η διεθνής τρομοκρατία και, αργότερα, η κυβερνοασφάλεια.

Η Διάσκεψη δεν αποτελεί θεσμικό όργανο. Δεν λαμβάνονται επίσημες αποφάσεις, αλλά συχνά οι τοποθετήσεις προαναγγέλλουν στρατηγικές επιλογές. Το 2007, για παράδειγμα, η ομιλία του ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν θα σηματοδοτούσε μια νέα φάση αντιπαράθεσης με τη Δύση. Το 2014, με την ουκρανική κρίση και την προσάρτηση της Κριμαίας, η γεωπολιτική αντιπαράθεση επέστρεψε στο προσκήνιο.

Ωστόσο, η πρώτη καθαρή ένδειξη ότι η ευρωατλαντική συνοχή δεν ήταν δεδομένη είχε καταγραφεί νωρίτερα.

Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας

Λίγους μόλις μήνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου και ενώ οι επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν είχαν ήδη ξεκινήσει, η 38η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ανέδειξε δημόσια ένα χάσμα που μέχρι τότε εκδηλωνόταν κυρίως παρασκηνιακά.

Ο «παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» αποκτούσε σαφή στρατηγική διατύπωση, μέσα σε μια συνάντηση που παρουσιαζόταν ως «διάσκεψη ειρήνης».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.2.2002, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Όπως έγραφε «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 10ης Φεβρουαρίου 2002, με απεσταλμένο τον Ν. Χειλα στο Μόναχο, η συνάντηση αποκάλυψε «βαθιές αντιθέσεις μεταξύ Αμερικανών και Ευρωπαίων» τόσο για το Αφγανιστάν όσο και για τον μελλοντικό ρόλο της Συμμαχίας.

Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, είχε ήδη εισαγάγει τον όρο «άξονας του Κακού». Στη Διάσκεψη, η ρητορική αυτή απέκτησε σαφές επιχειρησιακό περιεχόμενο.

«“Ο επόμενος στόχος είναι το Ιράκ. Δεν πρόκειται για λόγια. Ρωτήστε γι’ αυτό τους Ταλιμπάν” δηλώνει ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Μακ Γκέιν. “Βρισκόμαστε ήδη σε παγκόσμιο πόλεμο με τους τρομοκράτες και δεν θα χαριστούμε σε κανέναν” προσθέτει ο δημοκράτης ομόλογός του Τζόζεφ Λίμπερμαν. “Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Θα μεταφέρουμε τον πόλεμο στο έδαφος του εχθρού. Η πρόληψη εμπεριέχει για μας και το πρώτο χτύπημα” εγκρίνει και επαυξάνει ο υφυπουργός Αμυνας, Πολ Γούλφοβιτς.

»Επίθεση στο Ιράκ, “παγκόσμιος πόλεμος”, “πρώτο χτύπημα”; Λόγια αταίριαστα για μια συνάντηση, την οποία ο διοργανωτής της Χορστ Τέλοτσικ εκθείαζε ως “διάσκεψη ειρήνης”».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.2.2002, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Το χάσμα ΗΠΑ – Ευρώπης

Η επιθετικότητα της αμερικανικής ρητορικής προκάλεσε αμηχανία και αντιδράσεις στους ευρωπαϊκούς κύκλους:

»Τη μεγαλύτερη αντίδραση προκάλεσε η δήλωση του κ. Μακ Γκέιν ότι η παραγωγή χημικών και βιολογικών όπλων καθώς και η φιλοξενία τρομοκρατών φτάνει και περισσεύει ως casus belli, ως αιτία πολέμου εναντίον του Ιράκ. “Η ως τώρα εφαρμοσθείσα τακτική του αποκλεισμού και της αποτροπής αποδείχθηκε επιτυχής” υπογράμμισε ο βρετανός πολιτικός Μέντσις Κάμπελ. “Χωρίς αδιάσειστα στοιχεία δεν επιτρέπεται να γίνει επίθεση” προσέθεσε. Ανάλογη ήταν και η αντίδραση του ρώσου υπουργού Αμυνας Σεργκέι Ιβανόφ αναφορικά με το Ιράν. “Εξετάσαμε επί ώρες το θέμα στο ρωσικό Συμβούλιο Ασφαλείας και δεν βρήκαμε τίποτε που να πείθει ότι το Ιράν υποστηρίζει τους τρομοκράτες” τόνισε.

»Τη μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσε όμως η παρέμβαση του αρχηγού της γερμανικής μυστικής υπηρεσίας BND Αουγκουστ Χένινγκ. “Αποτελεί πλάνη να πιστεύουμε ότι με στρατιωτικά χτυπήματα μπορούμε να διακόψουμε την παραγωγή χημικών και βιολογικών όπλων” είπε. “Ξέρουμε ότι οι φίρμες που εφοδιάζουν το Ιράκ με τις ανάλογες πρώτες ύλες βρίσκονται στο Πακιστάν και στις Ινδίες και ότι η Δύση εμποδίζει τη λήψη μέτρων εναντίον τους για λόγους σκοπιμότητας” ».

Ο μελλοντικός ρόλος της Συμμαχίας

Το ρήγμα επεκτάθηκε και στο ζήτημα του μελλοντικού ρόλου του ΝΑΤΟ. Ο τότε Γερμανός υπουργός Άμυνας Ρούντολφ Σάρπινγκ κατήγγειλε την αμερικανική άρνηση μεταφοράς τεχνογνωσίας:

“Η Αμερική αρνείται να παραχωρήσει στην Ευρώπη τεχνογνωσία έτσι ώστε να καλυφθεί το τεχνολογικό χάσμα που τις χωρίζει”, ενώ ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας Τζορτζ Ρόμπερτσον, επιχειρούσε να γεφυρώσει το χάσμα, προτείνοντας αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών:

“Η μοναδική λύση σ’ αυτό είναι η γενναία αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των ευρωπαϊκών κρατών”, πρόταση που συνάντησε περιορισμένη ανταπόκριση.

Λίγους μήνες αργότερα, η ένταση που καταγράφηκε στο Μόναχο έλαβε μορφή ανοιχτής πολιτικής ρήξης. Το φθινόπωρο του 2002 οι ΗΠΑ υιοθέτησαν το δόγμα της προληπτικής επίθεσης και τον Μάρτιο του 2003 προχώρησαν στην εισβολή στο Ιράκ, παρά τις έντονες επιφυλάξεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.