Πριν λίγες ημέρες, κλείνοντας το Skype στο tablet, μετά από συνέντευξη σε τηλεοπτικό σταθμό, συνειδητοποίησα δύο πράγματα.

Από τη μία, ένιωθα «περίεργα» που κατάφερα τελικά να «συμφιλιωθώ» με κάτι που επί χρόνια μού φαινόταν ακατανόητο. Από την άλλη, σκέφτηκα ότι γενιές σαν τη δική μου είναι από τις τελευταίες που έζησαν μια θεαματική μετάβαση: από τη βιομηχανική στη μεταβιομηχανική εποχή, με κατάληξη στην τρέχουσα εικονική εποχή.

Μάθαμε γραφή, με χαρτί και μολύβι, αλλά γράψαμε και μπροστά σε μια οθόνη. Μεγαλώσαμε με τον ταχυδρόμο, αλλά περιμένουμε πλέον και τα «μηνύματα στο email μας». Χαρήκαμε τις ζωντανές παρέες και την εγγύτητα των σχέσεων, αλλά «συναντηθήκαμε» και σε εφαρμογές messaging ή βιντεοκλήσεις ενώ γνωρίσαμε τα retweets και τα posts στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media).

Ηδη από το δεύτερο τρίτο του 20ού αιώνα είχε διαφανεί η επερχόμενη παντοδυναμία των υπολογιστών. Ο Μάρσαλ Μακ Λούαν, ένας από τους κορυφαίους θεωρητικούς των ΜΜΕ, διέβλεψε από τη δεκαετία του ’60 ότι τα ηλεκτρονικά μέσα θα γίνονταν η προέκταση του χεριού μας. Διατύπωσε μάλιστα την περίφημη φράση «το μέσο είναι το μήνυμα», υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι τα Μέσα, δηλαδή ο τρόπος μετάδοσης, θα έχουν στο μέλλον μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το περιεχόμενό τους.

Πλέον, στον 21ο αιώνα, ζούμε την παντοδυναμία του Διαδικτύου, των social media και κυρίως τη διαμόρφωση ενός άλλου τύπου αλληλεπίδρασης: μιας «εικονικής κοινωνίας», όπως την έχω εγώ στο μυαλό μου.

Η διαφορά με τον παραδοσιακό ορισμό της κοινωνίας είναι ότι το σύνολο αυτό δεν δραστηριοποιείται σε δεδομένο τόπο, αλλά κινείται εικονικά μέσα στην ασάφεια τού παγκόσμιου ιστού.

Η «εικονική κοινωνία» των social media βρήκε πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στην παραγωγή και αξιοποίηση της πληροφορίας και της γνώσης, που χαρακτηρίζει τη μεταβιομηχανική εποχή στην οποία ζούμε.

Στα πρώτα δειλά τους βήματα, τα social media πειραματίστηκαν πάνω στην ανάγκη της επικοινωνίας και της αίσθησης του «ανήκειν». Εκεί κάπου ξεπήδησαν οι πρώτες εφαρμογές instant messaging για να καταλήξουμε σε πλατφόρμες όπως το Facebook, που αποτελεί μια μικρογραφία της ζωής μας. Την ίδια στιγμή, η ανάγκη για επαφή και ενημέρωση οδήγησε στην ανάπτυξη διαύλων πληροφόρησης, είτε ως προέκταση των παραδοσιακών καναλιών είτε ως αυτόνομα, νέα μέσα.

Σταδιακά, ο χρήστης βρέθηκε μπροστά σε ένα αχανές εικονικό περιβάλλον, ταχύτατα μετασχηματιζόμενο και συνεπώς ανεξέλεγκτο. Σε πρώτη φάση ήταν φυσικό να πάρει διαστάσεις μέσου προπαγάνδας, είτε μέσω μιας τυπικής δημοσιογραφικής οδού είτε με την παρουσία πολιτικών σχηματισμών και μεμονωμένων προσώπων σε αυτό. Παράλληλα, οι πλατφόρμες άρχισαν να γίνονται ρυθμιστές των τάσεων σε πολιτικό, κοινωνικό, ηθικό, ακόμα και σε προσωπικό επίπεδο.

Οταν σήμερα αρκεί μια πλατφόρμα για να κινητοποιήσει ένα εξαγριωμένο – γραφικό; επικίνδυνο; – πλήθος, που εισβάλλει στο Καπιτώλιο, αντιλαμβανόμαστε ότι η κατάσταση έχει εκτραχυνθεί. Οταν πάλι, με αφορμή ένα τέτοιο περιστατικό, οι επικεφαλής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αποφασίζουν και διατάσσουν τον «αφανισμό» ενός πλανητάρχη από τα social media, τότε αντιλαμβανόμαστε ποιος στ’ αλήθεια κυβερνάει αυτόν τον πλανήτη.

Είτε μιλάμε για την επίθεση στο Καπιτώλιο είτε για φασιστικά παραληρήματα ή ακόμα και για αντιεμβολιαστικά κινήματα, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η κατάχρηση της ελεύθερης διακίνησης ιδεών, μέσα στο πλαίσιο μιας «εικονικής κοινωνίας», μόνο προβλήματα μπορεί να προκαλέσει. Εξασθενεί την κριτική σκέψη και τον γόνιμο προβληματισμό, απαξιώνει την ηθική υπόσταση του ατόμου, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, εκπαιδεύει σε ακραίες συμπεριφορές, προκαλεί φανατισμό και αναδεικνύει επίπλαστα ή επιβλαβή πρότυπα.

Το καίριο ερώτημα των καιρών διατυπώνεται τόσο σε εθνική, όσο και σε οικουμενική κλίμακα: πώς μπορεί να γίνει βιώσιμο ένα ανεξάρτητο θεσμικό πλαίσιο ελέγχου – και όχι φίμωσης – στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Ηδη έχει γίνει σαφής η δυσφορία των εθνικών κυβερνήσεων για την ανεξέλεγκτη επίδραση που ασκείται στο σύνολο των χρηστών και για τα δυσθεώρητα κέρδη που αποκομίζουν οι πλατφόρμες (π.χ. η Γαλλία ήδη έχει θέσει στο τραπέζι το ζήτημα της επιβολής φορολογίας πάνω στους διαδικτυακούς κολοσσούς).

Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως και σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, αλλά και στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο, λοιπόν, το «στοίχημα» είναι ο έλεγχος για τη διασφάλιση μιας υγιούς εικονικής κοινωνίας, μέσα από κανόνες που προάγουν την ελευθερογνωμία και αποθαρρύνουν την ασυδοσία, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τους κινδύνους.

Φρονώ ότι για εμάς μια ανεξάρτητη αρχή ελέγχου – και επιμένω σε αυτό – θα μπορούσε να επιτελέσει ένα τέτοιο έργο. Ενα θεσμικό, δηλαδή, όργανο, με ευρωπαϊκή φυσιογνωμία, που θα ακολουθεί ένα κοινό σύστημα ρυθμιστικών κανόνων. Μια εξειδικευμένη αρχή, η οποία πέρα από την κατάρτιση ενός βασικού χάρτη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τόσο σε επίπεδο πλατφόρμας όσο και σε επίπεδο χρήστη, θα πρέπει να ασκεί προληπτικό έλεγχο και να παρεμβαίνει όταν κρίνεται απαραίτητο.

Κάπως έτσι μπορεί να επιτευχθεί ενδεχομένως η αποκατάσταση των ισορροπιών μέσα στην εικονική κοινωνία, όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή. Με αρχές και βασικούς ρυθμιστικούς πυλώνες, που θα διασφαλίζουν τόσο την εγκυρότητα και την αξιοπιστία όσο και την ελεύθερη έκφραση. Για να παραμείνει ανθρώπινη και αρμονική κάθε μορφή επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης της κοινωνίας. Ακόμη και η εικονική.

Ο κ. Νικήτας Κακλαμάνης είναι Α’ αντιπρόεδρος της Βουλής, βουλευτής Α’ Αθηνών, ΝΔ.