To δεύτερο «απαγορευτικό» είναι γεγονός και οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται για μία ακόμη φορά να αντεπεξέλθουν σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, ενώ για πολλές που έχουν κλείσει με κυβερνητική απόφαση τα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης ανακουφίζουν τους εργαζόμενους και μεταθέτουν υποχρεώσεις αλλά δεν αναπληρώνουν τους χαμένους τζίρους.

Το δεύτερο lockdown δεν ήρθε ξαφνικά και πολλές επιχειρήσεις έχουν κάνει τα «κουμάντα» τους. Τα ηλεκτρονικά καταστήματα έχουν διευρύνει την γκάμα τους με περισσότερα προϊόντα και έχουν βελτιώσει τους χρόνους παράδοσης, αρκετές εταιρείες, κυρίως από τον κλάδο των υπηρεσιών, έδωσαν βάρος στην τηλεργασία, ενώ όλο το περασμένο διάστημα οι οικονομικοί διευθυντές έκαναν ασκήσεις προσομοίωσης για να εξοικονομήσουν κόστη και να ενισχύσουν τη ρευστότητα των εταιρειών ώστε σε συνδυασμό με τα μέτρα ενίσχυσης από την πολιτεία να περιορίσουν ως έναν βαθμό της βαριές συνέπειες του «παγώματος» της οικονομικής δραστηριότητας.

 

Τρεις ταχύτητες

Οπως και στο πρώτο lockdown έχουμε να κάνουμε με εταιρείες τριών ταχυτήτων: Αυτές που ευνοούνται (ναι, υπάρχουν και αυτές), αυτές που δεν επηρεάζονται από την πανδημία και αυτές που είναι αδύνατον να προστατέψουν τα μεγέθη τους, είτε επειδή έχουν κλείσει είτε επειδή τα προϊόντα τους έχουν υποστεί δραστική μείωση της ζήτησης.

Στην πρώτη κατηγορία είναι τα supermarkets, οι εταιρείες τροφίμων που τροφοδοτούν τα supermarkets και τα μικρά μπακάλικα, οι εταιρείες πληροφορικής και οι εταιρείες που έστρεψαν την παραγωγή  τους σε προϊόντα κατά της πανδημίας (αντισηπτικά, μάσκες κ.ά.), όπως ο Σαράντης, ο Παπουτσάνης, τα Πλαστικά Θράκης κ.ά.

Στη δεύτερη κατηγορία είναι οι εταιρείες κοινής ωφελείας όπως η ΕΥΔΑΠ, η ΕΥΑΘ, η ΔΕΗ και τα λιμάνια.

Στην τρίτη κατηγορία είναι όλος ο κλάδος της εστίασης και της αναψυχής, τα εμπορικά κέντρα, οι ΑΕΕΑΠ λόγω της μείωσης των ενοικίων, τα Jumbo, τα διυλιστήρια, ο ΟΠΑΠ και η Aegean. Οι τράπεζες με τη σειρά τους θα υποχρεωθούν να αυξήσουν τις προβλέψεις τους εν όψει του νέου κύματος των κόκκινων δανείων. Επίσης, δύσκολα περνάνε οικοτεχνίες και μικρές βιοτεχνίες που ήταν βασικοί προμηθευτές σε επιχειρήσεις εστίασης και στο λιανεμπόριο.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως με διαφορετικό τρόπο κινήθηκε η χρηματιστηριακή αγορά σε σχέση με την ανακοίνωση του πρώτου lockdown τον περασμένο Μάρτιο. Αφενός οι επενδυτές έχουν καλύτερη γνώση των επιπτώσεων ανά εταιρεία, αφετέρου οι εισηγμένες έχουν προετοιμαστεί καλύτερα για να αντιμετωπίσουν την πανδημία.

O ΣΕΒ και Επιμελητήρια ζητούν από την κυβέρνηση να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις και την άντληση ευρωπαϊκών πόρων μέσω των Ταμείων που έχουν συσταθεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας μέχρι να λειτουργήσει το Ταμείο Ανάκαμψης (Recovery Fund), από το οποίο η Ελλάδα δικαιούται 32 δισ. ευρώ  και να δημιουργήσει μια «12μηνη παρένθεση» για την κοινωνία και την οικονομία παγώνοντας κάθε υποχρέωση μέχρι την άνοιξη του 2021.

Σχεδιασμός σε δύο άξονες

Για την επόμενη μέρα του κορωνοϊού ο σχεδιασμός της κυβέρνησης στηρίζεται σε δύο άξονες:

1. Στην ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα σε επαρκή μέτρα στήριξης της οικονομίας από την πανδημία εφέτος και το 2021 και στη διατήρηση της βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών.

2. Στην επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων ώστε να κλείσει το επενδυτικό κενό και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Οι μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη μείωση του κόστους εργασίας, κίνητρα για 100.000 νέες προσλήψεις, το νέο Πτωχευτικό Δίκαιο αλλά και την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης που μέχρι σήμερα αποτελεί το μεγαλύτερο πρόσκομμα για την προσέλκυση επενδύσεων, αλλά και την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για τους μισθωτούς και τους επαγγελματίες από το 2021, ώστε να ενισχυθεί η κατανάλωση. Σε δεύτερο χρόνο θα επέλθει και η περαιτέρω μείωση στους φορολογικούς συντελεστές των επιχειρήσεων. Αυτό όμως θα γίνει μόνο με τη σταθερή άνοδο του ΑΕΠ από το 2021 και μετά.

7 δισ. ευρώ ετησίως

Σύμμαχος στην προσπάθεια αυτή για την κυβέρνηση θα είναι τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης, αν και ο δρόμος προς τις εκταμιεύσεις είναι ακόμα μακρύς. Το Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να είναι game changer για την οικονομία, δεδομένου ότι μαζί με τα κεφάλαια του ΕΣΠΑ θα εισρέουν στη χώρα μας 7 δισ. ετησίως για τα επόμενα 10 χρόνια.

Ηδη η οικονομία της Ελλάδας έχει μεταλλαχθεί. Δεν υπάρχει μόνο ο τουρισμός. Σημαντικά κεφάλαια έχουν επενδυθεί στις ΑΠΕ, στις υποδομές και στα logistics. Mέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας και την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση δίνεται η δυνατότητα στην πατρίδα μας να καλύψει το χαμένο έδαφος με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές της.  Επίσης μέσα από την τεχνολογία μπορεί να αναπτυχθεί πάλι ο πρωτογενής τομέας με τις αγροτικές και τις κτηνοτροφικές καλλιέργειες στις οποίες είμαστε ελλειμματικοί και καλύπτουμε το κενό με εισαγωγές.