Κατά τη δευτερολογία της η κ. Γεννηματά εξέφρασε την ανησυχία της για το μέλλον της Κύπρου εξαιτίας της τουρκικής νευρικότητας και της προκλητικότητας που απορρέει από την εσωτερικής της κατάσταση και από τη ρευστότητα στην ευρύτερη περιοχή. «Τώρα μετά το ναυάγιο διακινούν σενάρια και απειλές για νέα ένταση στην ευρύτερη περιοχή και στα κατεχόμενα. Θυμίζω ότι η Ελλάδα με ψυχραιμία, σύνεση και αποτελεσματικότητα διαχειρίστηκε δύσκολες καταστάσεις γύρω από το Κυπριακό και απέτρεψε δυσάρεστες εμπλοκές, επιπλοκές και μάλιστα είχε και επιτυχίες» είπε η κ. Γεννηματά.
«Στο Κυπριακό και στα Ελληνοτουρκικά υπάρχει εθνική γραμμή και έχει χαραχθεί πριν από πολλά χρόνια. Πάνω σε αυτή τη γραμμή οφείλουμε να συνεχίσουμε. Γι’ αυτό το πρώτο που πρέπει να αποφύγει η κυβέρνηση είναι η κατασυκοφάντηση των προηγούμενων κυβερνήσεων» ανέφερε και πρόσθεσε ότι «η προσπάθεια επίλυσης θα πρέπει να συνεχισθεί, με την αξιοποίηση των νέων δεδομένων και της προόδου που έχει επιτευχθεί στα επί μέρους διαπραγματευτικά κεφάλαια».
Επέμεινε ότι η διαρκής ενημέρωση των κομμάτων και η στενή συνεργασία του εκάστοτε υπουργού Εξωτερικών με όλους τους προκατόχους του είναι επιβεβλημένη και αυτονόητη ανάγκη.
«Χρειάζεται προσοχή και εγρήγορση. Πιστεύουμε ότι η προσπάθεια επίλυσης θα πρέπει να συνεχισθεί, με την αξιοποίηση των νέων δεδομένων και της προόδου που έχει επιτευχθεί στα επί μέρους διαπραγματευτικά κεφάλαια. Δεν πρέπει και δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί», τόνισε προσθέτοντας ότι το μέλλον της Κύπρου βρίσκεται στην επανένωση ως ομοσπονδία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με αφορμή το κλίμα της συζήτησης η επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ανέφερε ότι «πιστεύουμε στην εθνική συνεννόηση. Και η συζήτηση εδώ σήμερα έδειξε ότι μπορούμε να την πετύχουμε. Αλλά όχι συνεννόηση α λα καρτ. Θα μείνουμε συνεπείς σε αυτή τη γραμμή. Το πρόβλημα το έχει η κυβέρνηση που δεν χάνει ευκαιρία να προκαλεί την πόλωση και τον διχασμό».



