Ο Έλληνας ταριχευτής

Μια μικρή αλεπού σε μια γωνιά του καθιστικού με κοιτάζει κατάματα χωρίς ίχνος πονηριάς στα λαμπερά μάτια της.

Μια μικρή αλεπού σε μια γωνιά του καθιστικού με κοιτάζει κατάματα χωρίς ίχνος πονηριάς στα λαμπερά μάτια της. Μοιάζει να έχει τις πιο φιλικές προθέσεις και θέλω να την αγγίξω, αλλά προς στιγμήν διστάζω. Mοιάζει τόσο αληθινή ώστε επανέρχεται ενστικτωδώς η έλλειψη εμπιστοσύνης στην άγρια φύση της. «Αυτό είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορείς να κάνεις σε έναν ταριχευτή» λέει ο Λυσίμαχος, ο υπεύθυνος για τη δεύτερη, άψυχη, αλλά τόσο αληθοφανή «ζωή» της. Δεν το ήξερα, δεν το φανταζόμουν. Αλλά, πάλι, δεν συναντάς κάθε μέρα έναν ταριχευτή, πολλώ δε μάλλον σε έναν χώρο, το σπίτι και εργαστήριό του, όπου κάθε σπιθαμή είναι καλυμμένη με λογής λογής αντικείμενα που έχουν διασωθεί με τη σειρά τους από την καταστροφή και τη λήθη. Υπό το βλέμμα του άγρυπνου Πετρή, μιας αρκούδας που μοιάζει να ξαποσταίνει για λίγο σε αυτό το ανεξάντλητο cabinet of curiosities που είναι αυτή η μικρή μονοκατοικία, και υπό τους ήχους μιας όπερας που κολλούσε στη βελόνα ενός παλιού πικάπ δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που θα εκτιμούσε το δυνητικό παιδί του Τιμ Μπάρτον και του Τζιμ Τζάρμους, άρχισε να ανοίγει μια πόρτα, δίχως να τρίζει είναι η αλήθεια, για ένα σύμπαν λιγότερο σκοτεινό ή μακάβριο από ό,τι προκαθόριζαν οι προκαταλήψεις μου. «Τι σημαίνει μακάβριο; Τόσο η ζωή όσο και ο θάνατος είναι εξίσου φυσιολογικά, μόνο που η ζωή είναι σίγουρα προτιμότερη» θα πει ο Λυσίμαχος και ποιος μπορεί να τον διαψεύσει.
Μια συνηθισμένη παρεξήγηση


Οπως και να το κάνεις, δεν είναι και η πιο συνηθισμένη πρακτική, μόλις δυο-τρεις άνθρωποι την εφαρμόζουν στην Ελλάδα και οι απορίες που προκύπτουν μπορεί να φαίνονται αφελείς, αλλά ταυτόχρονα είναι και απόλυτα κατανοητές και προβλέψιμες. Ποια είναι φέρ’ ειπείν η διαφορά ανάμεσα στην ταρίχευση και το βαλσάμωμα, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποια; Αυτή είναι η πιο συχνή διευκρίνιση που πρέπει να κάνει ο Λυσίμαχος όταν αποκαλύπτει ότι ταριχεύει νεκρά ζώα. «Στην ουσία, και στη μία περίπτωση και στην άλλη ο σκοπός είναι ο ίδιος, να δημιουργήσεις ένα στατικό αντίγραφο του ζωντανού ζώου. Στην ταρίχευση (taxidermy), κρατάς μόνο το δέρμα και τίποτε άλλο. Αφού το αφαιρέσεις, μετράς το γδαρμένο σώμα και κατασκευάζεις ένα ομοίωμά του (ένα ανατομικά ακριβές μανεκέν) για να το ντύσεις στη συνέχεια με το δέρμα που έχεις επεξεργαστεί κατάλληλα. Το μόνο φυσικό πράγμα σε ένα ταριχευμένο ζώο είναι η επιφάνειά του, το δέρμα του. Στο βαλσάμωμα (embalming), κρατάς μεγαλύτερο μέρος του πτώματος. Αφαιρείς μεν τα εσωτερικά όργανα, τα σπλάχνα, τα πνευμόνια, την καρδιά και τον εγκέφαλο και κρατάς τον σκελετό και κάποια κομμάτια από το μυϊκό σύστημα. Το κενό που μένει μπορείς να το γεμίσεις με ξυλόχορτο ή με μπαμπάκι. Στη διαδικασία του βαλσαμώματος είναι αναγκαία η χρήση κάποιου ισχυρού συντηρητικού για να εμποτίσεις τους ιστούς που έχεις κρατήσει για να μη χαλάσουν. Μια τέτοια ουσία είναι η φορμόλη, η οποία όμως είναι τοξική και δεν είναι φιλική προς τον χρήστη, καθώς όταν εξατμίζεται είσαι εκτεθειμένος στις αναθυμιάσεις της. Οι άνθρωποι που έκαναν αυτή τη δουλειά παλαιότερα λέγονταν και φορμολιάρηδες. Επειδή στην ουσία το γέμισμα που του βάζεις μέσα δεν είναι αρκετά ισχυρό για να συγκρατήσει το όλον, το αποτέλεσμα αυτής της τεχνικής είναι συνήθως κατώτερης ποιότητας» περιγράφει.
Το αποτέλεσμα στην περίπτωση της δουλειάς του Λυσίμαχου είναι εντυπωσιακό, αληθινό έργο τέχνης. Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι η αφορμή για τη γνωριμία μας ήταν η συνεισφορά του στο έργο που εκπροσώπησε την Ελλάδα στην εφετινή Μπιενάλε, το «Agrimiká. Why Look at Animals?» της Μαρίας Παπαδημητρίου, για το οποίο προετοίμασε, όπως λέει, δέρματα για την έκθεσή τους στο κατάστημα εμπορίας τομαριών του κ. Δημήτρη Ζιώγου στον Βόλο που μεταφέρθηκε αυτούσιο στη Βενετία. Παρούσα στην τέχνη, όπως στην περίπτωση του Μαουρίτσιο Κατελάν και του Ντέμιαν Χερστ, για να αναφέρουμε τα πιο γνωστά ίσως παραδείγματα (θυμηθείτε την προθήκη με τα ταριχευμένα πουλιά και ζώα μαζί με ορισμένα απορρυπαντικά στο έργο «Signification» του δεύτερου), η ταρίχευση ζώων και πουλιών απαντάται ωστόσο κυρίως «σε ένα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εκπαιδευτικούς και επιστημονικούς σκοπούς, ή στη συλλογή ενός συλλέκτη, οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι και κυνηγοί» λέει ο Λυσίμαχος. Για να προσθέσει: «Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν και άνθρωποι που είναι απλά του γούστου τους. Στη βικτωριανή εποχή τα ταριχευμένα ζώα θεωρούνταν αντικείμενα υψηλής αισθητικής».
Η ηθική διαχείριση της ταρίχευσης


Πάντως, στο άκουσμα της λέξης, ο αναπόφευκτος, πρώτος συνειρμός ανακαλεί εικόνες από μια πολύ συγκεκριμένη παράσταση: τα τρόπαια, δηλαδή τα λάφυρα του κυνηγιού, με στόχο την ανάμνηση και την επίδειξη (ανδρικής) δύναμης. Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι ο Λυσίμαχος δεν κυνηγάει ούτε και σκοτώνει για να ταριχεύσει τα «λάφυρά» του, παρά περιορίζεται στα νεκρά ζώα και πουλιά που βρίσκει στην πόλη. Οι εκπλήξεις, εξάλλου, δεν λείπουν ούτε από τη ζούγκλα της μεγαλούπολης, αν κρίνει κανείς από τον πύθωνα μήκους τριάμισι μέτρων που είχε εντοπίσει ένας φίλος του σε σκουπίδια στον Κεραμεικό, στον τελευταίο τόπο κατοικίας του εκκεντρικού pet. «Δεν θέλω να φτιάχνω τρόπαια, και δεν το κάνω. Με ενδιαφέρει να ταριχεύω ζώα τα οποία θα έχουν μια αξία πέρα από τον εγωισμό που προβάλλει κάποιος σε ένα αντικείμενο το οποίο ο ίδιος έχει κυνηγήσει και συμβολίζει για αυτόν το πόσο δυνατός ή σπουδαίος είναι. Κυρίως θα με ενδιέφερε να εξασκήσω τις ικανότητές μου μέσα σε κάποιο επιστημονικό πλαίσιο. Νωρίτερα εφέτος είχα προσκληθεί να μετεκπαιδευτώ στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιού, πράγμα που τελικά δεν συνέβη, καθώς απέτυχα να βρω την απαραίτητη χρηματοδότηση. Αυτό που με είχε συγκινήσει στην επαφή μου με τους ανθρώπους του μουσείου ήταν ότι η εργασία τους είχε να κάνει με το δημόσιο συμφέρον. Τα ζώα που ταριχεύουν εκεί δεν προορίζονται για κάποιο σαλόνι, αλλά εκτίθενται και είναι προσβάσιμα σε όλη την κοινωνία».
Τα κλισέ ξεφτίζουν, λοιπόν, ένα ένα στην περίπτωσή του, αν και μια σύντομη ματιά στην πορεία των 35 χρόνων της ζωής του μαρτυρά ότι τίποτε δεν πρέπει να προεξοφλείται, τίποτε να προκαθορίζεται όταν έρχεσαι σε επαφή με το ανοίκειο. Με σπουδές Θαλάσσιας Βιολογίας στο Αμπερντίν της Σκωτίας και μεταπτυχιακό στη Διαχείριση Χερσαίων και Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων στο Πανεπιστήμιο του Ηρακλείου, οδηγήθηκε στην κλίση του από απανωτές πρωτοβουλίες της τύχης. Η εμπειρία που άνοιξε για αυτόν ορίζοντες που δεν είχε φανταστεί ήταν όταν στα 16 του γνώρισε τον Γιάννη Πουλόπουλο από το Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Αγριων Ζώων & Πουλιών (ΕΚΠΑΖΠ). Η επαφή ήταν καθοριστικής σημασίας, καθώς, όπως λέει, μαγεύτηκε «από τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν μέσα στα κλουβιά, από τον τρόπο με τον οποίο τα έπιανε, γιατί φαινόταν ότι ήταν στο φυσικό του περιβάλλον, αλλά είχε και ο ίδιος στοιχεία ζώου». Ο Πουλόπουλος ήθελε να φτιάξει ένα μουσείο με σκελετούς, οπότε έπαιρνε τα νεκρά ζώα και τα τοποθετούσε κάπου απόμερα προκειμένου να λιώσουν για να κρατήσει τον σκελετό τους. «Εκεί είδα για πρώτη φορά πως όταν κάτι πεθάνει μπορείς να κάνεις κάτι με αυτό. Μέχρι τότε ό,τι κατοικίδιο είχα, για παράδειγμα τα χρυσόψαρά μου, τα έθαβα, γιατί αυτό είναι το σωστό, αυτό κάνει ο κόσμος. Οι νεκροί έπρεπε πάντα να βρίσκονται κάπου αλλού, μακριά από το οπτικό μας πεδίο. Η εικόνα του πτώματος ή η επαφή με ένα νεκρό ον αναγκαστικά σε φέρνει αντιμέτωπο με την πραγματικότητα, ότι κι εσύ θα πεθάνεις κάποια στιγμή, πράγμα που δεν θες».
Από μικρός αισθανόταν, όπως λέει, «ένα δέος» για το «πώς κάτι είναι ζωντανό και την επόμενη στιγμή είναι νεκρό, άδειο, δεν υφίσταται πλέον. Οπως και ότι το βήμα από τη μία κατάσταση στην άλλη μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Επίσης, μου προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον η παρατήρηση του σώματος μετά θάνατον, πώς σιγά σιγά αρχίζει να χάνει τα όριά του, να αφομοιώνεται από το περιβάλλον και να αλλάζει η μορφή του».
Μέσα από τις σπουδές του ανακάλυψε το ενδιαφέρον του για τα καρκινοειδή (συγκεκριμένα τα καβούρια), τον οιωνό, όπως αποδείχτηκε, του πάθους για την ταρίχευση, μιας και «όταν κάτι πέθαινε αυτό που άφηνε πίσω του ήταν κάτι που θύμιζε πολύ την υλική υπόστασή του όσο ήταν ζωντανό». Ενα πάθος που τον οδήγησε μακριά από την Ελλάδα και το Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών όπου εργάστηκε για ένα διάστημα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και συγκεκριμένα στο Εμπενσμπεργκ της Πενσυλβάνια των 3.500 κατοίκων, προκειμένου να σπουδάσει σε μια σχολή ταρίχευσης. Ηταν ο μοναδικός Ελληνας, ο μοναδικός αλλοδαπός, και απόφοιτος πανεπιστημίου ανάμεσα στους 12 σπουδαστές. Ολοι οι υπόλοιποι ήταν κυνηγοί. «Στην Αμερική η κουλτούρα των όπλων και του κυνηγιού, η αγάπη του λεγόμενου great outdoors είναι πολύ ισχυρή και θεωρείται κάτι πολύ φυσικό. Η χώρα είναι απέραντη και περιέχει τεράστιο φυσικό πλούτο. Ως εκ τούτου, είναι πολύ δύσκολο για αυτούς να καταλάβουν ότι τα πράγματα θέλουν μεγαλύτερη φροντίδα γιατί τελειώνουν. Δεν τους δικαιολογώ, αλλά προσπάθησα να τους καταλάβω. Στην πόλη όπου σπούδασα, συναναστρεφόμουν κυρίως ανθρώπους με πολύ στενούς ορίζοντες. Οι περισσότεροι δεν έβλεπαν έξω από την πολιτεία τους, θεωρούσαν τους Νεοϋορκέζους φιλελεύθερους μαλάκες, καραγκιόζηδες. Αυτοί ήταν «άντρες», είχαν μεγάλα αγροτικά, πήγαιναν για κυνήγι, ήταν σχετικά ρατσιστές και born again christians. Το τελευταίο είναι σημαντικό, καθώς σε μεγάλο βαθμό την κυνηγετική κουλτούρα τη συσχέτιζαν και με τη θρησκεία τους, τον χριστιανισμό. To γεγονός ότι ο Θεός είχε πει «ό,τι δημιούργησα τις έξι προηγούμενες ημέρες, Αδάμ, σου ανήκει, κάνε το ό,τι θες» μέτραγε πολύ για αυτούς. Πίστευαν ότι το κυνήγι είναι σε πλήρη αρμονία με τα πιστεύω τους και τον κόσμο. Περιττό να πούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του κρέατος από τα κυνήγια κατέληγε στα σκουπίδια».
Παρ’ όλα αυτά, ή μάλλον εξαιτίας όλων αυτών, οι ΗΠΑ είναι ο παράδεισος του ταριχευτή. Κι όμως, ελάχιστοι θα δέχονταν να ταριχεύσουν έναν σκύλο ή μια γάτα, το κατοικίδιο ενός ιδιοκτήτη που επιθυμεί να τον συντροφεύει κυριολεκτικά μια ολόκληρη ζωή. «Ενα από τα πράγματα που μας είχαν πει στη σχολή ταριχευτών ήταν ότι συνιστά συνταγή αποτυχίας να προσπαθήσεις να ταριχεύσεις το κατοικίδιο κάποιου άλλου γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να φτιάξεις κάτι που θα μπορεί να αντέξει τη σχολαστική εξέταση του ιδιοκτήτη του. Ξέρει τόσο καλά το ζώο ώστε θα αντιληφθεί αμέσως ότι δεν είναι ο σκύλος του, ο Μπούμπι, αλλά κάποιος άλλος σκύλος. Οσο μάστορας κι αν είσαι, αποκλείεται να καταφέρεις να αποδώσεις τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον κάνουν μοναδικό. Από το να του δώσεις, λοιπόν, κάτι που θα τον απογοητεύσει, καθώς δεν θα ικανοποιήσει τις προσδοκίες του, καλύτερα να αρνηθείς να το κάνεις».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk