Το Σύνταγμα και η κρίση

Ησαν, άραγε, τα μέτρα των Μνημονίων αντισυνταγματικά και οδήγησαν στην κατάργηση του Συντάγματος, αν όχι του ίδιου του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος;

Ησαν, άραγε, τα μέτρα των Μνημονίων αντισυνταγματικά και οδήγησαν στην κατάργηση του Συντάγματος, αν όχι του ίδιου του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος; Τρία πρόσφατα νομικά βιβλία απαντούν αρνητικά, αλλά επισημαίνουν ότι η προστασία ιδίως των κοινωνικών δικαιωμάτων δοκιμάστηκε σκληρά από την έναρξη της οικονομικής κρίσης έως σήμερα.
Ο Παναγιώτης Μαντζούφας, επίκουρος καθηγητής της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, εξετάζει πλήθος δικαστικών αποφάσεων οι οποίες συνδύασαν ερμηνευτικά αφενός το ελληνικό Σύνταγμα και αφετέρου το ισχύον δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τις δεσμεύσεις που επιβάλλει το κοινό νόμισμα για τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Οι αποφάσεις οδήγησαν στη διεύρυνση της έννοιας του «δημοσίου συμφέροντος», ώστε να περιλαμβάνει και το συμφέρον της Ενωσης που απειλούνταν από μια ελληνική χρεοκοπία και την υπεροχή των χρηματοοικονομικών κριτηρίων έναντι των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ετσι, κατά τον συγγραφέα, προέκυψε ένα καθεστώς εφαρμογής του Συντάγματος υπό ομαλές συνθήκες και ένα άλλο υπό συνθήκες κρίσης. Στο δεύτερο, ανατράπηκε το ισοζύγιο μεταξύ του δικαστή και του νομοθέτη, αφού ο δικαστής υιοθέτησε τους σκοπούς της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών. Συνολικά τα δικαστήρια κατάφεραν να πλεύσουν «σε ταραγμένα νερά με μικρές απώλειες», εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας των μέτρων προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Δεν έκριναν τις επιλογές του νομοθέτη ως προς την ουσία τους αλλά μόνο οριακά, ως προς το αν θίγουν θεμελιώδη δικαιώματα.
Δικαστικός ακτιβισμός

Ο Μαντζούφας όμως εύλογα προβληματίζεται για το ότι τα δικαστήρια αιτιολόγησαν τις αποφάσεις τους με αναφορά όχι σε ένα διαρκές και μόνιμο δημόσιο συμφέρον, αλλά στην υφιστάμενη συγκυριακή κατάσταση της οικονομίας. Επίσης παρατηρεί διεισδυτικά ότι την ίδια περίοδο τα δικαστήρια δεν περιορίστηκαν πάντοτε σε οριακό έλεγχο της συνταγματικότητας. Σε ό,τι αφορά την απονομή ιθαγένειας σε μετανάστες δεύτερης γενιάς, προχώρησαν σε εντατικό έλεγχο της συνταγματικότητας, αποφάνθηκαν ακόμα και για το τι είναι έθνος. Τα δικαστήρια πήραν θέση και στην απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Κατά τον Μαντζούφα, σωστά έκριναν συνταγματική την κατάργηση των περιορισμών της επαγγελματικής ελευθερίας σε πολλά επαγγέλματα εκτός από ορισμένους περιορισμούς που αφορούν επαγγέλματα δημόσιας υγείας (γιατροί, φαρμακοποιοί) και απονομής δικαιοσύνης (δικηγόροι). Ετσι τα δικαστήρια δεν θυσίασαν «σημαντικούς δημόσιους σκοπούς χάριν μιας απελευθερωμένης αγοράς».
Ο Γιώργος Καραβοκύρης, ειδικός επιστήμονας της Νομικής Σχολής Κομοτηνής, συμφωνεί ότι τα δικαστήρια επέδειξαν περισσότερο αυτοπεριορισμό παρά ακτιβισμό και ενήργησαν, μαζί με τον νομοθέτη, στο πλαίσιο τριών «λόγων», δηλαδή του «λόγου του χρέους, του χρόνου και της γνώσης». Ο λόγος του χρέους ανάγει το δημόσιο συμφέρον σε δημοσιονομικό συμφέρον, αν όχι απλώς στο εκάστοτε «ταμειακό συμφέρον του δημοσίου». Είναι επικίνδυνο το ότι ο λόγος αυτός δεν βρίσκει το όριό του παρά μόνο «στη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβίωσης του πολίτη», η οποία, όπως εύστοχα παρατηρεί ο συγγραφέας, μπορεί να καταλήξει να είναι κάτι λιγότερο από την «επαρκή προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων». Ο λόγος του χρόνου οφείλεται στην επείγουσα αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης και εκδηλώνεται με την ψήφιση νομοσχεδίων από τη Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και πολλές πράξεις νομοθετικού περιεχομένου αντί για την ψήφιση νόμων. Οπως κομψά το θέτει ο Καραβοκύρης, έτσι αναδύεται μια «συντετμημένη δημοκρατία». Τέλος, ο λόγος της γνώσης σημαίνει ότι σε συνθήκες κρίσης ο δικαστής αναγνωρίζει πως ο νομοθέτης έχει την πρωτοκαθεδρία στη θέσπιση ρυθμίσεων, επειδή διαθέτει οικονομοτεχνικά δεδομένα και τεχνική επάρκεια που δεν είναι στη διάθεση του δικαστή.
Δυναμική προσαρμογή
Γράφοντας για το ευρύτερο θέμα της ερμηνείας του Συντάγματος, ο Σπύρος Βλαχόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, διακρίνει τρεις κατηγορίες συνταγματικών επιπτώσεων της κρίσης. Με την «ήπια» χρήση της κρίσης οι δικαστές επικαλέστηκαν την οικονομική συγκυρία μόνο υποβοηθητικά, μαζί με άλλα κριτήρια. Η δεύτερη κατηγορία αποφάσεων αφορούσε την «καθοριστική» επίκληση της κρίσης, όπως π.χ. συνέβη με τη δικαστική αναγνώριση της συνταγματικότητας του ευνοϊκότερου επιτοκίου για τις οφειλές του Δημοσίου προς τρίτους σε σύγκριση με τις οφειλές αυτών προς το Δημόσιο. Η τρίτη κατηγορία, η «ρηξικέλευθη», περιέλαβε αποφάσεις με τις οποίες τα δικαστήρια έκριναν ότι σε συνθήκες κρίσης ορισμένες συνταγματικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται. Παράδειγμα είναι η απόφαση σύμφωνα με την οποία δεν παραβιάστηκε η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων στην υπόθεση των ομολογιούχων. Αυτοί είχαν στραφεί κατά του Δημοσίου όταν το 2012 με το PSI (Private Sector Investement) οι ομολογίες τους μετατράπηκαν μονομερώς σε άλλες μικρότερης αξίας, αλλά δεν δικαιώθηκαν.
Η προβληματική του Βλαχόπουλου επεκτείνεται και στην προσαρμογή του Συντάγματος στις κοινωνικές εξελίξεις (ισότητα των φύλων), στις τεχνολογικές εξελίξεις (ασφάλεια τροφίμων, γενετική μηχανική, κ.ά.), στη νομοθεσία του απλού νομοθέτη, στο ενωσιακό και διεθνές δίκαιο, ακόμα και στο δίκαιο άλλων χωρών. Με πλήθος παραδειγμάτων ο Βλαχόπουλος πείθει ότι η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος, δηλαδή «η αλλαγή του νοήματος συνταγματικών διατάξεων στο πέρασμα του χρόνου», είναι διεθνώς εφικτή και επιθυμητή.
Και οι τρεις συγγραφείς, χωρίς να δέχονται ότι από το 2010 ως σήμερα έχουμε μια διαρκή «κατάσταση εξαίρεσης» και κατάλυση του Συντάγματος, όπως υποστηρίζουν οπαδοί του αντιμνημονιακού στρατοπέδου, θεωρούν ότι υπάρχει όριο στα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Το όριο είναι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το οποίο πάντως φοβάμαι ότι κυρίως επικαλέστηκαν δικαστικά κοινωνικές ομάδες οι οποίες προ κρίσης απολάμβαναν κοινωνικά δικαιώματα δυσανάλογα προικοδοτημένα από το κράτος, σε βαθμό ώστε τα αντίστοιχα δικαιώματα όσων βρίσκονταν εκτός των τειχών της κοινωνικής προστασίας να είναι ανύπαρκτα. Πάντως, πράγματι, δεν μπορεί θεμελιώδη δικαιώματα να κάμπτονται με την επίκληση του εκάστοτε νέου περιεχομένου του δημοσίου συμφέροντος. Το σημείο ισορροπίας μεταξύ αυτού και της προστασίας των δικαιωμάτων εξακολουθεί να ανιχνεύεται σπιθαμή προς σπιθαμή.
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk