Αμεση μείωση της παραοικονομίας ως και κατά 10% μπορεί να επιτευχθεί με την καθιέρωση συστημάτων ηλεκτρονικών πληρωμών και την ταυτόχρονη παροχή των κατάλληλων κινήτρων προς τους καταναλωτές για τη χρήση των πιστωτικών και χρεωστικών καρτών τους στις καθημερινές αγορές τους. Πρόκειται για το βασικό συμπέρασμα μελέτης που διενεργήθηκε πρόσφατα σε πέντε ευρωπαϊκές χώρες και η οποία καταδεικνύει τη σημαντική συμβολή που μπορεί να έχει ο τομέας του «πλαστικού» χρήματος στη μάχη για την πάταξη της φοροδιαφυγής.
Στο υπουργείο Οικονομικών, στο πλαίσιο κατάρτισης του νέου φορολογικού νομοσχεδίου, έχουν επεξεργαστεί εναλλακτικά σενάρια ώστε από το 2013 να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον που θα οδηγήσει στην αύξηση των συναλλαγών που περνούν από τα τερματικά των τραπεζών με στόχο τη σύλληψη φορολογητέας ύλης που σήμερα δεν είναι δυνατόν να εντοπιστεί λόγω της χρήσης των μετρητών. Η διεθνής εμπειρία από πρωτοβουλίες αυτής της μορφής δείχνει ότι χωρίς υψηλό κόστος το κράτος μπορεί να πετύχει αύξηση των εσόδων του από τον ΦΠΑ και από τη φορολόγηση νομικών προσώπων και ελεύθερων επαγγελματιών.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Νέας Κορέας, όπου μετά την οικονομική κρίση του 1997 οι αρχές αποφάσισαν να δώσουν κίνητρα στους καταναλωτές για τη χρήση «πλαστικού» χρήματος. Από τη μία πλευρά οι φορολογούμενοι κέρδιζαν εκπτώσεις στον φόρο τους, ενώ από την άλλη πλευρά οι έμποροι απολάμβαναν χαμηλότερο ΦΠΑ κατά 2% εφόσον δέχονταν να πληρωθούν με κάρτα. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της χρήσης των πιστωτικών καρτών ως ποσοστού επί της ετήσιας δαπάνης ενός νοικοκυριού από το 15,70% το 1999 στο 43,6% το 2001, γεγονός που συνέβαλε στη σημαντική ενίσχυση των φορολογικών εσόδων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Mastercard, το σύνολο των ηλεκτρονικών συναλλαγών στην Ελλάδα ανέρχεται σήμερα στα 8,6 δισ. ευρώ. «Ενα πρόγραμμα ανταμοιβής των καταναλωτών με επιστροφή του 2% της αξίας των συναλλαγών που πραγματοποιούνται σε εγχώριους εμπόρους μπορεί να οδηγήσει στον διπλασιασμό της αξίας των πληρωμών με “πλαστικό” χρήμα στα 17 δισ. ευρώ» επισημαίνει ο κ. Θανάσης Γεραμάνης, Country Head της Mastercard στην Ελλάδα. Αν υιοθετηθεί μια τέτοια πρόταση, το κόστος από την επιβράβευση των φορολογουμένων για τα δημόσια ταμεία θα ανέλθει στα 350 εκατ. ευρώ. Ωστόσο την ίδια στιγμή θα διπλασιαστεί ο ΦΠΑ από τις εν λόγω καταναλωτικές δαπάνες.
«Για να εκτιμηθεί το πραγματικό όφελος από την εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος θα πρέπει να υπολογιστεί το σημείο εκείνο όπου το κόστος του εξισώνεται με το έσοδο από τον επιπλέον ΦΠΑ, ο οποίος σε διαφορετική περίπτωση δεν θα εισπραττόταν καθόλου» υπογραμμίζει ο κ. Γεραμάνης. Σύμφωνα με τον ίδιο, για συντελεστή ΦΠΑ 23% και επιβράβευση των καταναλωτών με 2%, το σημείο αυτό υπολογίζεται στο 2,50%. Δηλαδή, αν οι αφανείς συναλλαγές είναι περισσότερες από το 2,50% του συνόλου, τότε τα επιπλέον φορολογικά έσοδα είναι περισσότερα από το κόστος.
Αν και δεν υπάρχουν επίσημα σχετικά στοιχεία, στην Ελλάδα το ποσοστό της «μαύρης» οικονομίας εκτιμάται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Ως εκ τούτου τα οφέλη για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη από την υιοθέτηση ενός συστήματος επιβράβευσης είναι πολλαπλά. «Από τη μία πλευρά η κυβέρνηση περιορίζει την παραοικονομία αυξάνοντας τα έσοδά της μέσω του ΦΠΑ και την ίδια στιγμή ανταμείβει την κοινωνία που επωμίζεται το κόστος των δημοσιονομικών μέτρων» υπογραμμίζει ο κ. Γεραμάνης.
Αναπτυσσόμενη αγορά
Από τα επίσημα στοιχεία της Visa προκύπτει ότι ο αριθμός των χρεωστικών καρτών την τετραετία 2008-2011 αυξήθηκε συνολικά κατά 35% στα 6 εκατομμύρια, ενώ η καταναλωτική δαπάνη ενισχύθηκε το ίδιο διάστημα κατά 62%, διαμορφούμενη πέρυσι στα 914 εκατ. ευρώ. Εξάλλου, πρόσφατη έρευνα της Mastercard έδειξε ότι πλέον το 13% των κατόχων χρεωστικής κάρτας τη χρησιμοποιεί για συναλλαγές σε καταστήματα ή στο Διαδίκτυο. Μπορεί το ποσοστό να είναι ακόμη μικρό, ωστόσο αυξάνεται συνεχώς.
Τραπεζικά στελέχη σημειώνουν ότι τα περιθώρια ενίσχυσης των μεγεθών της συγκεκριμένης αγοράς είναι τεράστια, αρκεί να εφαρμοστεί μια κατάλληλη πολιτική από το υπουργείο Οικονομικών που να οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. «Ο κόσμος έχει αγκαλιάσει τα προγράμματα επιβράβευσης» σημειώνει χαρακτηριστικά επικεφαλής Καταναλωτικής Πίστης μεγάλης τράπεζας, προσθέτοντας ότι «πλέον ένα μεγάλο ποσοστό των πελατών εκμεταλλεύεται στο έπακρον τις διαθέσιμες προσφορές».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



