«Μην πάτε στο μακαρονάδικο του Μall. Εκεί χρειάζονται επειγόντως τον Εκτορα να τους συντονίσει. Τσάμπα δυσφημούν το όνομά του: “Διά χειρός Εttore Βotrini”. Τραπέζια γεμάτα με άδεια, χρησιμοποιημένα πιάτα. Καθήσαμε. Σε ένα τέταρτο μας είπαν να σηκωθούμε γιατί ήθελαν να το ετοιμάσουν για άλλους πελάτες που περίμεναν πριν από εμάς. Καθήσαμε σε άλλο τραπέζι και περιμέναμε. Υστερα από είκοσι λεπτά ρωτήσαμε τη σερβιτόρα αν είμαστε μαγική εικόνα και δεν μας βλέπει. Απάντηση: “Να περιμένετε τη σειρά σας”. Φύγαμε και φάγαμε αλλού» έγραφε τον Σεπτέμβριο οργισμένη blogger, μια και προφανώς άλλα εστιατόρια έχουν το όνομα και άλλα τη χάρη. Σε άλλο ιστολόγιο βρήκαμε εξίσου δυσαρεστημένο πελάτη που έφαγε σε μαγαζί της ίδιας αλυσίδας παρασυρμένος από την εγγύηση της συγκεκριμένης υπογραφής να διαμαρτύρεται ότι στη μακαρονάδα al forno (στον φούρνο), ενώ είχαν βάλει κοτόπουλο στο μενού, είχαν ξεχάσει να το συμπεριλάβουν στη συνταγή κτλ., κτλ. Ο Εκτορας Μποτρίνι δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που εξαργυρώνει την επιτυχία της εκπομπής του κάνοντας ανοίγματα στον χώρο του. Και δεν είναι και ανάξιος λόγου ως σεφ. Οταν όμως παρουσιάζεις ένα «real life» πρόγραμμα όπως το «Εφιάλτης στην κουζίνα» (Αlpha) και υποτίθεται ότι τσακώνεσαι με τους πάντες προκειμένου να βάλεις τάξη τόσο στην κουζίνα όσο και στην τραπεζαρία, ποιος περιμένεις να σε πιστέψει όταν η υπογραφή σου δεν σημαίνει απαραίτητα εγγύηση; Από την αλυσίδα εστιατορίων με εξειδίκευση στην ιταλική κουζίνα ως πιο επιτηδευμένους χώρους στον Λυκαβηττό και αλλού, ο Ελληνοϊταλός Ετόρε τρώει με χρυσά κουτάλια. Τελικά σε αυτή τη χώρα τα κουτάλια είναι πολύ της μόδας: ο Γκέλερ τα λυγίζει και ο Μποτρίνι τα σπάει. Από τα υποτιθέμενα νεύρα του… Βγάλ΄ τον (χρυσό) σκούφο σου και βάρα με
«Αραγε θα καταφέρει να αντεπεξέλθει και σε αυτή την πρόκληση ο βραβευμένος μας σεφ;» αναρωτιέται γλυκανάλατα ο αφηγητής, έχοντας μόλις παρουσιάσει άλλο ένα «προβληματικό» εστιατόριο. Οσο πιο καρικατούρες οι ιδιοκτήτες και όσο πιο σούργελα οι μάγειρες και οι σερβιτόροι τόσο το καλύτερο. Καταστάσεις υστερίας, πιάτα εκσφενδονίζονται, μαχαίρια βγαίνουν, τραπέζια αναποδογυρίζονται. Σε αντίθεση με τον πρώτο διδάξαντα Γκόρντον Ράμσεϊ, η ελληνική εκδοχή καταντά κακέκτυπο καθώς ο ξένος σεφ σφάζει με χιούμορ και βαμβάκι και ο εγχώριος με το κουζινομάχαιρο. Οι θαυμαστές του Μποτρίνι αποδίδουν το «ταμπεραμέντο» του στην κερκυραϊκο-ιταλική καταγωγή του και ο ίδιος είχε παλαιότερα δηλώσει: «Δεν είμαι Ράμσεϊ. Ούτε το ύψος του έχω ούτε τους κοιλιακούς του». Προφανώς ούτε τους τρόπους του, καθώς σε κάθε εκπομπή βουίζουν τα αφτιά μας από τα «μπιπ» που μπαίνουν για να καλύψουν τα κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιεί. Εκτός αν ο ίδιος θεωρεί ότι το λεξιλόγιο του λιμανιούταιριάζει κατ΄ εξοχήν σε συνοικιακές ταβέρνες, ουζερί και μετανάστες που άνοιξαν ένα στέκι μπας και βρουν στον ήλιο μοίρα. Και όταν επιστρέφει στα σαλόνια του Λυκαβηττού, ξαναθυμάται τα «γαλλικά» του.
Η εκπομπή «Πρωινή Μελέτη» (Star) πριν από κάποιο καιρό δεν μας αποκάλυψε κάτι που δεν ξέραμε. Ή δεν υποπτευόμασταν ήδη: ταβέρνες δεύτερης διαλογής που παρουσιάζονται στον «Εφιάλτη» ως αλλοτινά «in» στέκια, οι αόρατες αλλαγές που ναι μεν είδαμε στον Αlpha αλλά όχι στην πραγματικότητα κτλ., κτλ. Πρέπει να είσαι κάτι παραπάνω από μάγος για να καταφέρεις να γεμίσεις ένα παντελώς άδειο μαγαζί με στρατηγικές κινήσεις (μαλλιοτράβηγμα- φασίνα- ανακαίνιση- μαγείρεμα) μέσα σε τέσσερις μονάχα ημέρες. Στη βρετανική εκδοχή τα τηλεμαγειρέματα δεν φαίνονται, η συνταγή είναι καλά κρυμμένη. Στην ελληνική, όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο.
«Εχω μια ιδέα! Ακολουθήστε με!» έλεγε τις προάλλες ο Μποτρίνι στην προσπάθεια να νεκραναστήσει ένα σερβικό εστιατόριο. Και μια και δυο, κίνησε σε ένα γήπεδο μπάσκετ και πρότεινε στους παίκτες να φάνε στο μαγαζί προκειμένου να σκηνοθετήσει το δυσαρεστημένο «Πριν». Και ως διά μαγείας είδαμε να έχουν φτιαχτεί μέσα σε μία ημέρα ολοκαίνουργοι κατάλογοι και σουπλά με λογότυπο και κόνσεπτ και όλα να δουλεύουν ρολόι. «Επιτέλους βρήκα ένα στέκι όπου θα παρακολουθώ αγώνες ποδοσφαίρου και θα τρώω καλό φαγητό!/ Τα πιάτα ήταν εξαιρετικά και περάσαμε πάρα πολύ ωραία!» έλεγαν οι υποτιθέμενοι ικανοποιημένοι πελάτες μπροστά στην κάμερα, σαν καλά παιδιά που τρώνε όλο το φαΐ τους και ξέρουν καλά το μάθημά τους. Και με αυτόν τον απλουστευμένο τρόπο έχουμε ένα διθυραμβικό «Μετά». Ο Μποτρίνι χαμογελά στον φακό και λέει με την ένρινη προφορά του: «Τα καταφέραμε!». Σε μια χώρα καλοφαγάδων, όπου το να τρως έξω είναι στοιχείο του DΝΑ μας και κατ΄ επέκτασιν έχεις ουκ ολίγες φορές δεινοπαθήσει από κακό φαγητό ή σέρβις, ο Μποτρίνι μετατρέπεται σε υπερήρωα που βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Στο τέλος του κάθε επεισοδίου τον βλέπουμε να αποχωρεί δικαιωμένος από τη γαστρονομική όαση που δημιούργησε και να χάνεται στο ηλιοβασίλεμα. Ο νεράιδος που μεταμορφώνει την κολοκύθα σε κολοκυθόπιτα.
Μόνο που όταν η επήρεια της νεραϊδόσκονης τελειώσει η κολοκυθόπιτα δεν τρώγεται με τίποτα. Ο Μποτρίνι είχε σχολιάσει σχετικά με τις κατηγορίες των «σικέ» εκπομπών ότι κανένας από τους ιδιοκτήτες δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τις συμβουλές του και πως δεν αρκούν μόνο αυτές αλλά και η σκληρή δουλειά προκειμένου να ορθοποδήσει η επιχείρηση. Και φυσικά, όπως διαπίστωσαν οι προαναφερθέντες μπλόγκερ αλλά και πολύς κόσμος ακόμη, ένας σκούφος δεν φέρνει την άνοιξη. Αν θεωρείς ότι μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται, για πόσο καιρό πιστεύεις ότι ο κόσμος θα ανέχεται να τρώει ξαναζεσταμένο φαγητό πάνω σε τραπέζια με αποφάγια;
Κορεσμένη από την ηδονοβλεψία στις κρεβατοκάμαρες, η ελληνική τηλεόραση μετέθεσε εσχάτως την κλειδαρότρυπα στις κουζίνες. Το ζητούμενο όμως όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους μιας εκπομπής που στην ουσία χτίζει με γερά θεμέλια το ίματζ του Μποτρίνι είναι ένα: να τρώνε καλά όλοι. Οχι μόνο αυτοί που ξέρουν να μαγειρεύουν. Διότι, αν είναι να έχουμε τέτοιους εφιάλτες στην ΤV, προτιμάμε να μείνουμε ξάγρυπνοι. Και νηστικοί.



