Ο Γιάννης Χουβαρδάς έχει έτοιμο το ρεπερτόριο της προσεχούς θεατρικής σεζόν, κλείνοντας έτσι τον πρώτο, τριετή, κύκλο καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου. Του χρόνου τέτοια εποχή θα ανανεώνεται ή όχι η σύμβασή του. Ο σκηνοθέτης που ανέλαβε το τιμόνι της πρώτης σκηνής της χώρας μετά τον θάνατο τουΝίκου Κούρκουλου βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος, όπως ομολογεί, με τα μεγάλα προβλήματα του Εθνικού, ενώ παράλληλα οραματίζεται ένα θέατρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών με εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Πιστεύει ότι με τη θεατρική περίοδο 2009-2010 θα ξεδιπλώσει ένα πρώτο όραμά του, ενώ μοιάζει να προειδοποιεί τους κρατούντες ότι δεν πρέπει να θεωρούν τίποτε δεδομένο. Αλλωστε επιμένει ότι ούτε έβαλε ούτε θα βάλει νερό στο κρασί του.

– Κύριε Χουβαρδά,δύο χρόνια μετά, ποιο παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα του Εθνικού;

«Το οικονομικό, το οποίο αυτή τη στιγμή είναι οξύτατο. Εν γένει τα λεφτά που έπαιρνε επισήμως το Εθνικό δεν έφθαναν ποτέ. Συμπληρώνονταν όμως από τον ειδικό λογαριασμό, ο οποίος καταργήθηκε, με αποτέλεσμα το Εθνικό να χάσει αυτομάτως και ετησίως γύρω στο ενάμισι εκατομμύριο, παρά τη ρητή υπόσχεση ότι αυτό θα ενσωματωνόταν στον προϋπολογισμό. Το δεύτερο μεγάλο μείον είναι ότι με την παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ αυτομάτως υπάρχουν αυξημένα έξοδα που έχουν σχέση με προσωπικό και λειτουργικά του κτιρίου- και αυτά δεν δίδονται από πουθενά».

– Η καθυστέρηση στην παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ;

«Αυτό είναι το τρίτο πρόβλημα: η κατά έναν χρόνο καθυστέρηση του κτιρίου μάς ανάγκασε να νοικιάσουμε χώρους της Πειραιώς 260 για να καλύψουμε ανάγκες. Ακόμη, στα προβλήματα θα προσέθετα ένα τέταρτο, που αφορά το ειδικό επίδομα που έπαιρνε το προσωπικό αορίστου χρόνου απευθείας από το ΥΠΠΟ και το οποίο με νόμο μεταφέρθηκε στους φορείς, δηλαδή στο Εθνικό Θέατρο, χωρίς, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, να έχουμε πιστωθεί τα αντίστοιχα χρήματα. Και, πέμπτον, η δεύτερη δόση της χρονιάς, την οποία δεν έχουμε πάρει ακόμη, περικόπηκε από 2.075.000 ευρώ σε 1.660.000 ευρώ, κατά 415.000 ευρώ δηλαδή».

– Γιατί συνέβη αυτό; «Υποθέτω γιατί υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας. Αντ΄ αυτού μας είπαν “κάντε αίτηση για να τα πάρετε αργότερα”. Ακόμη κι αν συμβεί αυτό, υπάρχουν τα τέσσερα προηγούμενα προβλήματα που οδηγούν στο τεράστιο πρόβλημα της ρευστότητας».

– Ποιο είναι το ποσό της επιχορήγησης;

«Εφέτος είναι 8.300.000 ευρώ ενώ πέρυσι ήταν 8.000.000 ευρώ. Δεν έγινε ούτε καν η αύξηση των μισθών». – Ποιες απαντήσεις σας δίνουν για το οικονομικό αυτό ζήτημα;

«Θα μου επιτρέψετε ακόμη να μην πω τίποτε γι΄ αυτό».

– Προσπαθείτε να τα βρείτε; «Ναι, προσπαθούμε. Αλλά το οικονομικό πρόβλημα του Εθνικού Θεάτρου είναι πάρα πολύ σοβαρό. Και αυτό το ξέρουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι». – Αρα δεν είναι απλώς θέμα οικονομικής κρίσης;

«Οχι. Η κρίση το έχει επιτείνει. Από εμένα έχει διαγνωσθεί και κοινοποιηθεί προς τους αρμόδιους παράγοντες εδώ και ενάμιση χρόνο. Επιδεινώνεται κάθε μήνα που περνάει και δεν έχει γίνει τίποτε μέχρι στιγμής».

– Είναι σαν να υπονοείτε ότι αυτό είναι μια στάση απέναντι στο θέατρο και στον πολιτισμό;

«Δεν μπορώ να πω κάτι επ΄ αυτού παραπάνω. Καθήκον μου είναι να το κάνω με επίσημο και αρμόδιο τρόπο. Καθήκον μου είναι να το διατυμπανίσω, να φωνάξω σε όλους τους τόνους ότι υπάρχει πρόβλημα πριν να είναι αργά».

– Τι χρονικό περιθώριο έχετε δώσει στον εαυτό σας;

«Το μόνο σίγουρο που μπορώ να πω είναι ότι δεν ισχύει το “εγώ είμαι εδώ ό,τι κι αν γίνει”. Τίποτε άλλο». – Και αυτό το έχετε κάνει σαφές στους αρμοδίους;

«Βεβαίως, βεβαίως». – Η σύμβασή σας λήγει σε έναν χρόνο,τον Απρίλιο του 2010,οπότε τότε θα μελετήσετε ξανά τα πράγματα;

«Αν τα πράγματα είναι φυσιολογικά. Αν επιστρέψουμε σε μια φυσιολογική χρηματοδότηση θα το ξαναδώ, όπως και εκείνοι, ασφαλώς. Δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο. Με την ευκαιρία θα ήθελα να προσθέσω ότι με τα θεσμικά προβλήματα του Εθνικού δεν έχει κανείς ασχοληθεί».

– Δηλαδή; «Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής έχει τριετή θητεία κτλ. Εγώ ανέλαβα μέσα σε μια δύσκολη συγκυρία και σπρώχθηκα αμέσως στα βαθιά νερά. Εναν-δύο μήνες πριν από τη λήξη της θητείας μου, αν εγώ δεν θέλω να παραμείνω ή αν το υπουργείο θέλει να με αλλάξει, θα κληθεί κάποιος άλλος εκείνη τη στιγμή να το αναλάβει. Πιθανότατα έχοντας κάνει εγώ προγραμματισμό να τον φορτωθεί και χωρίς να έχει καμία περίοδο ενημέρωσης ή χάριτος θα πέσει και εκείνος στα βαθιά νερά, ενώ εγώ δεν θα μπορώ να κοιτάξω επαγγελματικά τον εαυτό μου. Τρελά πράγματα. Επειδή η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που αποφασίζουν για αυτά δεν έχει ζήσει άλλον διευθυντή εκτός από τον Κούρκουλο και άλλη αλλαγή σκυτάλης πλην του Κούρκουλου στον Κούρκουλο, δεν έχουν καταλάβει ότι έτσι δεν γίνονται τα πράγματα…».

– Σαν να είστε ισόβιοι… «Σαν τον Αρχιεπίσκοπο… Δεν γίνεται από πρόθεση. Απλώς κανένας δεν έχει δώσει σημασία».

– Αρα δεν μπορείτε να σχεδιάσετε το μέλλον του Εθνικού;

«Για τη σεζόν 2009-2010 είμαστε στο στάδιο των υπογραφών. Αρα, ακόμη και αν οι συνθήκες ήταν απόλυτα κανονικές, για να μπορέσω να πλησιάσω έστω στο μικρό δαχτυλάκι των ευρωπαϊκών θεάτρων, θα έπρεπε μέσα σε δύο μήνες να αρχίσω να σκέπτομαι την περίοδο 2010-2011. Πώς να το κάνω όμως αφού δεν ξέρω αν θα είμαι εδώ… Και πώς επιτέλους θα γίνουμε θέατρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών; Πώς να πλησιάσω κάποιους ξένους σκηνοθέτες οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν για μετά από τρία-τέσσερα χρόνια… Γιατί στο εξωτερικό τα συμβόλαια είναι πενταετή, με ρήτρα να συζητηθεί η ανανέωση του καλλιτεχνικού διευθυντή δύο ή και τρία χρόνια προτού λήξει η θητεία…».

– Εσείς δεν έχετε τέτοιες δυνατότητες; «Οχι, γιατί δεν υπάρχει καν συμβόλαιο. Η θέση είναι διορισμός. Είσαι μετακλητός κρατικός υπάλληλος. Γιατί υπάρχει αυτή η ανόητη προκατάληψη ότι πρόκειται για πολιτικό διορισμό με τη γραφειοκρατική έννοια. Δεν είναι κομματικό, είναι πολιτικό. Κάποτε πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτή είναι θέση όχι όπως του ειδικού γραμματέα ή του συμβούλου του υπουργείου… Είναι ένας καλλιτέχνης και πρέπει να έχει σύμβαση και υποχρεώσεις…».

– Μέσα σε αυτή τη διετία μετανιώσατε για το βήμα που κάνατε;

«Ούτε σ΄ αυτό μπορώ να σας απαντήσω».

– Τι δεν περιμένατε αναλαμβάνοντας το Εθνικό;

«Αυτό που δεν περίμενα ήταν η τρομακτική καθυστέρηση στην παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ. Επρεπε να πάρω πολύ γρήγορα την απόφαση- ή τώρα ή ποτέ. Μιλούσαμε για μια απλή ανακαίνιση ενώ επρόκειτο για μια πλήρη ανακατασκευή εκ βάθρων, συν ένα καινούργιο κτίριο στην πίσω πλευρά. Τα δεδομένα άλλαξαν. Δεν φταίει κανείς γι΄ αυτό, φταίει ότι δεν ήμουν ενημερωμένος. Δεν θέλω να ρίξω ευθύνες σε κανέναν. Εν τινι μέτρω ήταν αντικειμενικοί οι λόγοι που οδήγησαν σ΄ αυτή την καθυστέρηση. Μπαίνοντας εδώ πάντως δεν ήθελα να κάνω τον επιβλέποντα σε ένα εργοτάξιο. Γιατί αυτό με απασχόλησε το 50% του χρόνου μου, ενώ ένα 30% είναι τα οργανωτικά και τα οικονομικά και ένα 20%- και το λέω πολύ γενναιόδωραασχολούμαι με τα καλλιτεχνικά, από τον οραματισμό ως τον ρόλο».

– Η καθυστέρηση παράδοσης κόστισε και καλλιτεχνικά;

«Αναμφισβήτητα. Το ότι καταφέραμε και παίξαμε αυτά τα έργα στην Πειραιώς ήταν ένας τεράστιος άθλος, τον οποίο πρωτίστως θέλω να πιστώσω στο τεχνικό και γενικότερα στο προσωπικό του Εθνικού και δευτερευόντως στους ηθοποιούς. Μας κόστισε και οικονομικά και καλλιτεχνικά και σε χρόνο. “Ο κλήρος του μεσημεριού”, που ήταν μια εκπληκτική παράσταση, είχε συλληφθεί ακριβώς για την Κεντρική Σκηνή του Τσίλλερ». – Με αφορμή τον «Κλήρο» και τους καλοκαιρινούς «Πέρσες» συζητήθηκε αρνητικά η μετάκληση σκηνοθετών από το εξωτερικό με έτοιμες παραστάσεις που «φορέθηκαν» σε έλληνες ηθοποιούς.

«Κατ΄ αρχάς να ξεκαθαρίσω ότι τους “Πέρσες” ο Γκότσεφ τους ξαναστήνει από την αρχή- στη Γερμανία η παράσταση ήταν με τέσσερις ηθοποιούς, εδώ μιλάμε για 18μελή θίασο. Μόνο το σκηνικό εργαλείο έχει κοινή αφετηρία με την παράσταση της Γερμανίας. Ως προς τον “Κλήρο”, που παίχθηκε πριν από τρία χρόνια με πολύ μεγάλη επιτυχία, είχε ως ερέθισμα τη συνεργασία με τον Γιόσι Βίλερ. Λόγω περιορισμένου χρόνου ο ίδιος το πρότεινε γιατί το είχε ανεβάσει και μπορούσε να το συνδυάσει στο πρόγραμμά του μαζί με τη συνεργάτιδά του. Αλλά φτιάχθηκε από την αρχή. Δεν ήταν κόπια γιατί σκηνοθέτες όπως ο Βίλερ εξαρτούν την πνοή της παράστασης από τους ηθοποιούς τους. Ηταν μεγάλη επιτυχία που τον φέραμε.

Φυσικά και είμαι υπέρ της εξαρχής δημιουργίας μιας παράστασης, αλλά όταν πρόκειται για πολύ σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου κατανοώ ότι μπορεί να προτιμούν σε μια ξένη χώρα να κάνουν κάτι με το οποίο έχουν μια εξοικείωση. Αρκεί να μην το κάνουν πρόχειρα και εντελώς τυπικά, μόνο και μόνο για να πάρουν κάποια χρήματα ή για να προσθέσουν κάτι στο βιογραφικό τους. Οι δύο περιπτώσεις που αναφέρατε είναι ακριβώς το αντίθετο».

– Είναι συμπτωματικό που και τις δύο σεζόν η δεύτερη περίοδος πάει καλύτερα από την πρώτη; Κάνατε λάθος επιλογές;

«Πιστεύω ότι είναι σύμπτωση. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν λάθος επιλογές. Επιμένω σ΄ αυτό. Οι επιλογές είναι επιλογές- δεν κρίνει το αποτέλεσμα τη σωστή ή τη λάθος επιλογή».

– Σας απασχολεί το γιατί δεν άρεσε μια παράσταση;

«Φυσικά και με απασχολεί». – Σε σχέση με την πρώτη χρονιά πώς πάει εφέτος το Εθνικό;

«Η εφετινή χρονιά πιστεύω ότι θα είναι 15%-20% πάνω από πέρυσι».

– Η προσεχής σεζόν μοιάζει να αναθεωρεί το απόλυτα πειραματικό που είχατε στο μυαλό σας αναλαμβάνοντας; «Κοιτάξτε, ξεδιπλώνεται ένα όραμα, ένα ρεπερτόριο, σε μια πάροδο τριών ετών. Φυσικά λάθη γίνονται και αποτυχίες υπάρχουν. Αν με ρωτούσατε αν θα έκανα κάτι διαφορετικά, θα μπορούσα να πω “ναι” αλλά δεν θα μετάνιωνα που τότε έκανα τις συγκεκριμένες επιλογές γιατί έτσι πίστευα τότε. Μέσα στα τρία χρόνια έτσι ήθελα και θέλω να ξεδιπλωθεί το ρεπερτόριο».

– Δεν επηρεαστήκατε από την ως τώρα πορεία του Εθνικού για να πάτε παρακάτω στον προγραμματισμό σας; «Φυσικά κι αυτό συνέβη. Ερχόμενος εδώ είχα κάποιες ιδέες που ήθελα να κυριαρχήσουν για να δώσω την ταυτότητα. Οπότε δεν έκανα εξαρχής μια πολιτική ισορροπιών- κάπως πολιτικάντικη, να βάζεις λίγο απ΄ όλα. Πιστεύω ότι πρέπει πρώτα να δώσεις μια ταυτότητα και, δεν πειράζει, ας τρομάξει κάπως ο κόσμος στην αρχή. Μετά, σιγά σιγά, ακόμη και οι τρομαγμένοι είδαν ότι δεν ήταν και τόσο απόλυτα τα πράγματα. Και υπάρχει ο τρίτος παράγοντας- λίγο μπανάλ- ότι ανέλαβα από τη μία ημέρα στην άλλη και έπρεπε να κλείσω ρεπερτόριο. Δεν ήταν όλοι διαθέσιμοι. Και έτσι φθάνουμε σε ένα σημείο όπου άνθρωποι όπως ο Σταμάτης Φασουλής ή ο Γιάννης Μπέζος, με τους οποίους θα συνεργασθεί το Εθνικό του χρόνου, που μπορεί να είχαν και εκείνοι μια επιφυλακτική στάση στην αρχή, ήρθαν οι ίδιοι να κάνουν τις προτάσεις τους. Και αυτό έπαιξε τον ρόλο του. Από ένα σημείο και έπειτα υπήρξε ευκολότερη επικοινωνία με όλες τις καλές δυνάμεις του ελληνικού θεάτρου».

– Χρειάστηκε να βάλετε νερό στο κρασί σας;

«Δεν έχω βάλει νερό στο κρασί μου ούτε πρόκειται. Δεν έχω λόγο. Δεν υπήρχε ποτέ αποκλεισμός. Συγκυρίες υπάρχουν. Πολλά θες και δεν μπορείς και άλλα μπορείς και δεν τα θες». – Μέσα στην οικονομική συγκυρία που περιγράψατε κάνετε όμως προσλήψεις.Θέλετε δικούς σας ανθρώπους μέσα στον μηχανισμό;

«Μεγαλεπήβολο ακούγεται. Δεν έχω τέτοια μεγαλεπήβολα σχέδια για το Εθνικό εγώ. Ισα ίσα που προσπάθησα να αξιοποιήσω τους ανθρώπους που ήταν και είναι μέσα στο Εθνικό. Οι πρόσθετες προσλήψεις που έγιναν αφορούν την αναδιοργάνωση του γραφείου σκηνής, το οποίο είχε απαξιωθεί και αποδυναμωθεί και είναι ένας πολύ νευραλγικός τομέας- είναι η καρδιά μιας παράστασης. Επίσης αφορά τη στελέχωση του γραφείου παραγωγής- ένας σύγχρονος τρόπος παρακολούθησης μιας παράστασης από τη σύλληψή της ως την παράδοσή της στο κοινό».

– Συνολικά για πόσες προσλήψεις μιλάμε;

«Γύρω στα 15 άτομα- και ίσως λέω πολλά. Επιπροσθέτως υπάρχουν άλλα δέκα άτομα που έχουν σχέση με το Κτίριο Τσίλλερ και θα προσληφθούν άλλα δέκα- είναι μεγάλες και ειδικές οι ανάγκες του Τσίλλερ. Είμαστε μια ιδιωτική επιχείρηση- δεν μπορεί να φύγει κανείς, μόνο προστίθενται και μάλιστα με το σταγονόμετρο. Το Εθνικό απέκτησε και δραματολόγο παράστασης πια».

– Σας αντιπροσωπεύει σήμερα το Εθνικό,έτσι όπως συνέβαινε παλαιότερα με το Αμόρε;

«Καλλιτεχνικά νομίζω ναι». – Θα ξαναγυρνούσατε σε ένα μικρό θέατρο;

«Αυτό τώρα δεν μπορώ να το σκεφθώ καν».

– Αν τα οικονομικά λυθούν,θα θέλατε να παραμείνετε στη διεύθυνση του Εθνικού;

«Είναι αρκετές προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύσουν ταυτόχρονα για να μου δημιουργηθεί η αίσθηση ότι υπάρχει ανάγκη να συνεχίσω εγώ και όχι κάποιος άλλος».

– Ανάγκη για το οικοδόμημα ή δική σας ανάγκη;

«Και τα δύο». «Ο εφιάλτης της ευτυχίας»

Στιγμιότυπο από την παράσταση

Με το έργο της Αυστρο-μεξικάνας Ζυστίν ντελ Κόρτε ο Γιάννης Χουβαρδάς υπογράφει,ως σκηνοθέτης,τη δεύτερη,μετά τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», δουλειά του στο Εθνικό.Πρόκειται για ένα τολμηρό σχόλιο στις ανθρώπινες σχέσεις και τις όψεις της σύγχρονης καθημερινότητας,σε μια σπονδυλωτή παράσταση που διαθέτει χορό και τραγούδι.Παίζουν:

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη,Θέμις Μπαζάκα,Δημήτρης Λιγνάδης,Στεφανία Γουλιώτη,Κόρα Καρβούνη,Ελένη Κοκκίδου,Ολγα Δαμάνη,Λουκία Μιχαλοπούλου, Εφη Παπαθεοδώρου,Ευθύμης Παπαδημητρίου, Προμηθέας Αλειφερόπουλοςκ.ά.Οπως λέει ο ίδιος: «Ο τίτλος είναι περισσότερο ειρωνικός,δεν θέλει να μας τρομάξει- ανάλογα βέβαια με το χιούμορ που διαθέτει κανείς.Διότι την ευτυχία πρέπει να τη βλέπει κανείς και με μια ελαφρότητα- αν τη δεις πολύ βαριά,καταλήγει εφιάλτης: ότι πρέπει να είσαι ευτυχισμένος. Πρόκειται για καταθέσεις και εξομολογήσεις,κυρίως γυναικών.Αφηγούνται στιγμές της ζωής τους που έχουν έμμεση ή άμεση σχέση με την ευτυχία. Παιδική ηλικία,οικογένεια,ερωτικά,σεξουαλικά, κοινωνικά,θάνατος,ό,τι αφορά τη ζωή μας,τελικά ό,τι δημιουργεί την εικόνα μιας σύγχρονης πραγματικότητας.Μας ταξιδεύει στα θέματα που μας απασχολούν και ως ψυχανάλυση.Στον ρόλο του ψυχαναλυτή είναι το κοινό.

Το επέλεξα γιατί εμπεριέχει κρύφια πράγματα,τολμηρές ψυχολογικά εξομολογήσεις,φέτες ζωής και γιατί ως φόρμα δεν την έχω συνηθίσει και με ενδιέφερε να δω πώς θα την κάνω θέατρο.Είναι μια ευτυχισμένη στιγμή από πλευράς συνένωσης καλλιτεχνικών δυνάμεων,γενεών.Ενας θαυμάσιος θίασος.Επίσης ήταν πολύ δημιουργικό να μπλεχθούν όλοι αυτοί οι διαφορετικοί ηθοποιοί για να υπηρετήσουν ένα έργο που και οι ίδιοι στην αρχή δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς είναι».

Πρεμιέρα την Τετάρτη στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ,στις 21.00.