Η παραβολή ανήκει εν μέρει στον Μπόρχες και ήταν προορισμένη να σαγηνεύσει όλους τους συκοφάντες του «πραγματικού» και του «αυθεντικού». Κάποτε, λέει, οι χαρτογράφοι μιας αυτοκρατορίας δημιούργησαν έναν χάρτη τόσο αξιόπιστο που σε έκταση και περιγραφή συνέπιπτε απόλυτα με τη γεωφυσική και γεωπολιτική πραγματικότητα που αναπαρίστανε· όταν, όμως, η αυτοκρατορία παρήκμασε και συρρικνώθηκε, ο χάρτης ακολούθησε τη μοίρα της και έτσι τελικά χάθηκε και το πραγματικό και η αναπαράστασή του. Δεν χρειάζεται να συνυπογράψουμε το συνολικό πρωτόκολλο της μεταμοντέρνας «υπερπραγματικότητας» για να έχουμε την αίσθηση, που έχουν όλο και περισσότεροι όλο και περισσότερο, ότι ξοδεύουμε στιγμές, ώρες και μέρες ανάμεσα σε εικονικότητες, αναπαραστάσεις και τεχνολογίες επικοινωνιακής διαχείρισης της πραγματικότητας- και ότι, σαν την αυτοκρατορία του Μπόρχες, η πραγματικότητα έχει συναιρεθεί με τη σημειολογική της εκπροσώπηση.

Το ζήτημα ούτε απλό είναι ούτε να εξαπλουστευθεί μπορεί, αφού δεν πρόκειται για την εύληπτη και στοιχειώδη διάκριση ανάμεσα στο ψέμα που ενδέχεται να ελλοχεύει στην αναπαράσταση και στην αλήθεια που συνιστά η αντικειμενική πραγματικότητα. Οταν η Χίλαρι Κλίντον αφηγήθηκε πώς, στην πυρακτωμένη Βοσνία του 1996, κινδύνευσε από τα πυρά ελεύθερων σκοπευτών, το περιστατικό αποδείχτηκε περισσότερο ευφάνταστο παρά δραματικό, αλλά ένας κωμικός της αμερικανικής τηλεόρασης απάλλαξε την τότε Πρώτη Κυρία από την κατηγορία του ψεύδους λανσάροντας έναν όρο που έμελλε να κάνει θεαματική καριέρα στη δημοσιογραφική διάλεκτο: «truthiness». Η Χίλαρι δεν έλεγε ούτε ψέματα ούτε αλήθεια, απλώς δραματοποιούσε, για τους δικούς της λόγους, τη διαλεκτική υπέρβαση της συγκεκριμένης αντίθεσης μέσα σε ένα «μιντιακό» περιβάλλον όπου το κοινό έχει εθιστεί να αδιαφορεί για την ιεραρχική σχέση εμπειρίας και πληροφορίας, βιώματος και αφηγηματικής αναπαράστασης. Το «αυθεντικά κίβδηλο», όπως θα έλεγε και ο Ουμπέρτο Εκο, δεν είναι ακριβώς απάτη· είναι απλώς μια προοπτική που δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα – σαν τον χάρτη του Μπόρχες.

Αν υπάρχει υποβάθμιση ή κρίση του «αυθεντικού», αυτήν την καταλαβαίνει, την ασκεί ή την καρπώνεται ο καθένας με τον τρόπο του- στα μεγάλα και στα μικρά, στα βαρυσήμαντα και στα «λάιτ». Η περιώνυμη Θεωρία της Λογοτεχνίας, για παράδειγμα, έχει ήδη πίσω της κάμποσες δεκαετίες αυτοαναφορικής και κλειστογαμικής θεωρητικολογίας, στο βάθος της οποίας δύσκολα διακρίνεται, αν διακρίνεται καθόλου, το αυθεντικό κείμενο-αφορμή. Και αν ορισμένοι από τους πρωθιερείς της υπόθεσης ελέγχονται καταφανώς «αδιάβαστοι» από αυτήν την άποψη, πώς να κακολογήσεις τον απλό μεροκαματιάρη που διευκρινίζει με κυνικό μπρίο: «ουδέποτε διαβάζω ένα βιβλίο πριν το κρίνω για να μην προκαταληφθώ». Τόσο καταφρονεμένο, το αυθεντικό δεν μπορεί πια να μας διδάξει, αλλά ούτε και να μας διασκεδάσει. Οι τηλεοπτικοί γελοιογράφοι μοιάζει να βολεύονται καλύτερα με «εσωτερικές» παραπομπές στο τηλεοπτικό κλειστό κύκλωμα, σατιρίζοντας καταστάσεις και πρόσωπα τα οποία, στη φαιδρότητα ή στη σοβαρότητά τους, απέχουν ήδη σκηνοθετικές παρασάγγες από την ανεπεξέργαστη πραγματικότητα-αυθεντικότητά τους.

Οσοι επαγγελματίες δημοσκόποι, πολιτικοί και δημοσιογράφοι έχουν τη μύγα, πρέπει, υποθέτω, να έχουν ήδη μυγιαστεί. Ο κοινόχρηστος ορισμός των δημοσκοπήσεων ως «φωτογραφιών της στιγμής» μοιάζει ρεαλιστικός και εύλογος, αλλά μπορεί να μην είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η δημοσκοπική αλληλουχία έχει αποκτήσει τις δικές της εσωτερικές παραπομπές: Η Νέα Δημοκρατία συρρικνώνεται ή πασχίζει να ανακάμψει, το ΠαΣοΚ σηκώνει κεφάλι ή προηγείται, η μάζα του ΣΥΝ αυξομειώνεται ασφαλώς επειδή κάποιοι πολίτες δέχονται κάθε φορά να απαντήσουν και απαντούν υπακούοντας σε συγκεκριμένα ερεθίσματα, αλλά οι μετρήσεις, τα γραφήματα και οι εκτιμήσεις έχουν μόνο συγκριτικό νόημα και πάντα μέσα στο πλαίσιο της συσσωρευμένης δημοσκοπικής βιβλιογραφίας. Οι ερωτηθέντες είναι εκεί, αλλά είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι διαπραγματεύονται την αυθεντικότητά τους με τη μαγγανεία της διογκούμενης δημοσκοπικής αυτοαναφορικότητας. Για να επιστρέψουμε στον Μπόρχες, ο δημοσκοπικός χάρτης, όλο και πιο πολυσχιδής όλο και πιο λεπτομερής, φιλοδοξεί να γίνει ισοπερίμετρος με την πραγματικότητα του εκλογικού χάρτη. Αν υποθέσουμε ότι οι δύο «πραγματικότητες» συνδιαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα, τα ποσοστά με τα οποία συμμετέχει η καθεμιά σύντομα, υποθέτω, θα μας τα αποκαλύψει ο εκκολαπτόμενος κλάδος της «Μεταδημοσκοπικής».

Αν υπάρχει πράγματι κρίση του αυθεντικού και του πραγματικά πραγματικού, ορισμένοι θα αναρωτιούνται κιόλας πού είναι τα όριά της, ενώ άλλοι μπορεί να βαυκαλίζονται με την πεποίθηση ότι τέτοιοι «κουλτουριάρικοι» καβγάδες δεν τους αφορούν. Πολύ πρόσφατα, ωστόσο, ο πολύς κοσμάκης θα αντιλήφθηκε με μπόλικη αμηχανία, φαντάζομαι, μια διάκριση που θα ήταν αδιανόητη πριν από μερικά χρόνια: η οικονομική κρίση, είπαν, θα επηρεάσει τελικά και την πραγματική οικονομία. Δεν είναι προφανώς εύκολο να καταλάβουμε οι πολλοί σε ποιο εικονικό, υπερπραγματικό και σημειωτικό «αλλού» τα σαΐνια της Lehman Βrothers, για παράδειγμα, δρομολόγησαν την πραγματική οικουμενική ανακατωσούρα που κατέχει σταθερά τα πρωτοσέλιδά μας, αλλά είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι θα νιώσουμε το σφίξιμο του ζωναριού και το στένεμα της τσέπης ως κάτι αυθεντικό, πολύ αυθεντικό. Οπερ έδει δείξαι.

Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.