Η πρόσφατη δημοσιοποίηση από τη Βουλή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των «300» και η μετάθεση για τον προσεχή Οκτώβριο της συζήτησης για το συνολικό πλέγμα της νομοθεσίας που διέπει το λεγόμενο «πολιτικό χρήμα» επανέφεραν στο προσκήνιο τον θεσμό του «πόθεν έσχες». Εναν θεσμό που συμπληρώνει αισίως 44 χρόνια λειτουργίας, αλλά που όλο και λιγότερο ανταποκρίνεται στον σκοπό για τον οποίο εισήχθη και που, σύμφωνα τον τίτλο που είχε ο νόμος του 1964 με τον οποίο καθιερώθηκε, ήταν η «προστασία της τιμής του πολιτικού κόσμου». Ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, ο θεσμός του «πόθεν έσχες» αλλά και το σύνολο των ρυθμίσεων για τα οικονομικά των κομμάτων και των βουλευτών κάθε άλλο παρά την τιμή της πολιτικής και των πολιτικών προστατεύει, με αποτέλεσμα ολοένα περισσότεροι πολιτικοί να αναγνωρίζουν ότι η σχετική νομοθεσία είναι «για τα σκουπίδια», φράση που χρησιμοποίησε ο πρώην πρόεδρος της Βουλής κ. Απ. Κακλαμάνης, μιλώντας από το βήμα την παραμονή της τελευταίας δημοσιοποίησης των τελευταίων δηλώσεων. Μια φράση που αποδείχθηκε ότι απέδιδε πλήρως την πραγματικότητα, αφού για μία ακόμη χρονιά οι δηλώσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα διακρίθηκαν για τα σημαντικά κενά, την οφθαλμοφανή προχειρότητα, τις πάμπολλες ελλείψεις και τις κραυγαλέες παραλείψεις που μαρτυρούσαν την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου επί των δηλουμένων, παρά το γεγονός ότι η Βουλή έχει προσλάβει γι’ αυτόν τον σκοπό δεκάδες ορκωτούς ελεγκτές.
Παρά το γεγονός ότι τις απόψεις για την κρίση που διέρχεται ο θεσμός του «πόθεν έσχες» συμμερίζονται στελέχη από όλους τους πολιτικούς χώρους, οι επανειλημμένες εξαγγελίες για ουσιαστικές αλλαγές παραμένουν «κενό γράμμα», αφού ακόμη και δειλά βήματα που επιχειρήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια δεν προχώρησαν. Ενα από αυτά τα βήματα ήταν η καταγραφή σε βάση δεδομένων των περιουσιακών στοιχείων και των εισοδημάτων όλων όσοι διατέλεσαν βουλευτές από το 1974, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται ευχερής ο έλεγχος, αλλά και η εκτίμηση για το ποιος αύξησε και ποιος όχι την περιουσία του κατά τη διάρκεια της πολιτικής του δραστηριότητας. Η προσπάθεια αυτή, που είχε ξεκινήσει από το 2003, τα προηγούμενα χρόνια ήταν κοντά στην ολοκλήρωσή της, σύμφωνα με τον έως πέρυσι πρόεδρο της διακομματικής Επιτροπής Ελέγχου κ. Ι. Τραγάκη, τον οποίο, εδώ και λίγους μήνες, διαδέχθηκε ο συντοπίτης – και εσωκομματικός αντίπαλός του – κ. Αν. Νεράντζης και το αναμενόμενο «περιουσιολόγιο» ξεχάστηκε.
* Η μέθοδος του ΠαΣοΚ
Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι η διαφάνεια της οικονομικής κατάστασης των πολιτικών είναι ζήτημα για το οποίο φέρουν την αποκλειστική ευθύνη τα ίδια τα κόμματα, με την καθιέρωση μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και εμπέδωσης της διαφάνειας στον βίο και την πολιτεία των στελεχών τους.
Στον τομέα αυτόν, το ΠαΣοΚ επεχείρησε τα τελευταία χρόνια ορισμένες «καινοτομίες», όπως η υποχρέωση όλων των στελεχών του Κινήματος να κοινοποιούν στην (εσωκομματική) Επιτροπή Καταστατικού και Πιστοποίησης (ΕΚΑΠ) τις δηλώσεις «πόθεν έσχες» που υποβάλλουν στις δημόσιες αρχές (στη Βουλή ή στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου). Η υποχρέωση αυτή αφορά τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου, τους γραμματείς των Περιφερειακών, Νομαρχιακών και Τομεακών Επιτροπών, καθώς και «κάθε στέλεχος που ορίζεται σε πολιτική ή διοικητική θέση ευθύνης στα κεντρικά και αποκεντρωμένα όργανα του Κινήματος». Επιπλέον, τα στελέχη του ΠαΣοΚ που διεκδικούν ως υποψήφιοι διάφορα αξιώματα (βουλευτές, νομάρχες, δήμαρχοι) υποχρεούνται, κατά το πρότυπο ανάλογου θεσμού που έχει το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ και αποκαλείται «cover your bottom» («κάλυψε τα οπίσθιά σου», ελληνιστί) να υποβάλλουν στη Χαριλάου Τρικούπη εμπιστευτικό σημείωμα με «τυχόν εκκρεμότητες ενώπιον της δικαιοσύνης, της διοίκησης και των ανεξάρτητων αρχών ή επαγγελματικών πειθαρχικών οργάνων, καθώς και κάθε ζήτημα που σχετίζεται με την τήρηση της νομιμότητας, της πολιτικής δεοντολογίας και των κανόνων διαφάνειας».
Η ευθύνη για τον έλεγχο των δηλώσεων «πόθεν έσχες» και των εμπιστευτικών σημειωμάτων ανήκει στην Επιτροπή Διαφάνειας στην οποία συμμετέχουν ο Γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου κ. Ι. Ραγκούσης και ο πρόεδρος της ΕΚΑΠ κ. Γ. Ανωμερίτης. Τα σχετικά στοιχεία φυλάσσονται σε χρηματοκιβώτιο, σύμφωνα με τον κ. Ανωμερίτη, ο οποίος δηλώνει ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αρχής γενομένης από τον προηγούμενο χρόνο, έχει καταγεγραμμένα σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων όλα τα περιουσιακά στοιχεία των στελεχών του, τα οποία στο εξής θα ενημερώνουν μόνον για τις τυχόν αλλαγές που επέρχονται στην περιουσία τους, όπως και για τα ετήσια εισοδήματά τους, κοινοποιώντας στο ΠαΣοΚ αντίγραφα των φορολογικών τους δηλώσεων.
* Ενας αιώνας συζητήσεων
Σχεδόν έναν αιώνα συμπληρώνουν οι συζητήσεις για την αποτελεσματική λειτουργία του «πόθεν έσχες» των πολιτικών. Η πρώτη – ανεπιτυχής – προσπάθεια για την καθιέρωση του θεσμού έγινε το 1910 από τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Το 1927 κατατέθηκε στη Βουλή σχετική πρόταση νόμου από βουλευτή, ενώ έξι χρόνια αργότερα, το 1933, ανάλογη πρόταση «περί ελέγχου των περιουσιών» υπέβαλε ως βουλευτής ο Ελ. Βενιζέλος. Ανεπιτυχής ήταν και μια τρίτη πρόταση που υπεβλήθη από άλλον βουλευτή το 1934 και προέβλεπε σύσταση επιτροπής που θα εξέταζε αναδρομικά από το 1910 τον «βίο των δημοσίων ανδρών».
Τον Δεκέμβριο του 1960, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής αντιδρώντας σε καταγγελίες για διαφθορά, εξήγγειλε τη σύσταση Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο θα ερευνούσε τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο πρωθυπουργών, αρχηγών κομμάτων και άλλων αξιωματούχων από το 1916. Το σχετικό νομοσχέδιο όμως, που κατετέθη λίγους μήνες αργότερα, δεν συνάντησε τη συναίνεση της αντιπολίτευσης, καθώς τα στελέχη του Κέντρου εισηγούνταν την καθιέρωση «πόθεν έσχες», και έμεινε στο συρτάρι.
Στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης που σχημάτισε το 1964 ο Γεώργιος Παπανδρέου συμπεριέλαβε τη σχετική εξαγγελία, η οποία υλοποιήθηκε νομοθετικά τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου (νόμος 4351/64 «περί προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου της χώρας») και οι πρώτες δηλώσεις «πόθεν έσχες» των πολιτικών κατετέθησαν στον πρόεδρο της Βουλής το 1965. Ο θεσμός αναβίωσε μεταπολιτευτικά και έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες τροποποιήσεις της νομοθεσίας που μεσολάβησαν το 1987, το 1996 και το 2002, εξακολουθεί να μην εκπληρώνει τον σκοπό του.
* Το «ναυάγιο» των υποσχέσεων
Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι τον Μάιο του 2003 η ΝΔ υπέβαλε, με πρώτο υπογράφοντα τον κ. Κ. Καραμανλή, αναλυτική πρόταση νόμου για την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου, αλλά παρ’ ότι δέκα μήνες αργότερα ανέλαβε τη διακυβέρνηση, απέφυγε να υλοποιήσει τις δικές της προτάσεις. Πέντε χρόνια μετά, το μόνο που έγινε ήταν να εισηγηθεί το κυβερνών κόμμα τις ίδιες προτάσεις, στο πλαίσιο της τελευταίας συνταγματικής αναθεώρησης, που – με εξαίρεση την άρση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών – κατέληξε σε «ναυάγιο». Και αυτό παρ’ ότι αρκούσε η ψήφιση νόμου, κάτι που, και πάλι – με αφορμή τις πρόσφατες αποκαλύψεις για τις μίζες της Siemens -, παρεπέμφθη στις ελληνικές καλένδες με την πρόταση του κ. Καραμανλή να συσταθεί διακομματική επιτροπή, αλλά από τον Οκτώβριο.
Πληροφορίες από κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι τα ζητήματα διαφάνειας στον δημόσιο βίο και των νέων ρυθμίσεων για το λεγόμενο «πολιτικό χρήμα» θα αποτελέσουν τις βασικές θεσμικές εξαγγελίες του Πρωθυπουργού κατά τα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης τον προσεχή μήνα.
Οι επτά πληγές της δήλωσης
1. Οι υπόχρεοι δηλώνουν για τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτούν στις λεγόμενες «αντικειμενικές τιμές», οι οποίες απέχουν πολύ από τα πραγματικά τιμήματα που καταβάλλονται.
2. Δεν γίνεται ουσιαστικός έλεγχος για την πραγματική προέλευση των χρημάτων, αφού δεν ζητούνται, πέραν των συμβολαίων, άλλα παραστατικά, όπως, για παράδειγμα, οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών.
3. Τα έντυπα στα οποία γίνονται οι καταγραφές είναι δύσχρηστα και οι κωδικοί που χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια περιπλέκουν την κατάσταση αντί να τη ξεδιαλύνουν, προκαλώντας επιπρόσθετη σύγχυση.
4. Επί χρόνια καθυστερεί η σύνταξη ολοκληρωμένου περιουσιολογίου, από το οποίο θα μπορούσε κανείς με μια ματιά να διαπιστώσει την αύξηση ή τη μείωση της δηλούμενης περιουσίας κάθε υποχρέου.
5. Η συμμετοχή πολιτικών σε επιχειρήσεις δεν καλύπτεται επαρκώς από τις δηλώσεις που γίνονται και ειδικότερα οι φημολογούμενες σχέσεις με offshore εταιρείες.
6. Οι προβλεπόμενες ποινές για ανακριβείς δηλώσεις δεν έχουν εφαρμοστεί ποτέ, ακόμη και όταν πολιτικός που εκλήθη για εξηγήσεις παρεδέχθη ότι οι υψηλότατες χρηματιστηριακές συναλλαγές που εμφάνιζε είχαν γίνει για λογαριασμό φίλου του επιχειρηματία (!), ενώ η πρόταση για δήμευση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία παραλείπονται, αν και υιοθετείται από πολλούς πολιτικούς ως μέτρο που θα υποχρέωνε σε ειλικρινείς δηλώσεις, συνεχώς αναβάλλεται.
7. Οι ελεγχόμενοι είναι και ελέγχοντες, αφού τον ουσιαστικό λόγο έχει η Διακομματική Επιτροπή και, ως φαίνεται, η συμμετοχή σε αυτή κατά τα τελευταία χρόνια και δικαστικών δεν άλλαξε διόλου την εικόνα.



