Αν εξαιρέσει κανείς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), που όπως φάνηκε από τις χθεσινές δηλώσεις του προέδρου της Ζαν-Κλοντ Τρισέ εξακολουθεί να ταλανίζεται από τη γνωστή πληθωρισμοφοβία της, οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ (Fed), της Βρετανίας και της Ελβετίας έχουν σπεύσει να λάβουν μέτρα ρευστότητας για να βοηθήσουν την αγορά να ξεπεράσει την κρίση. Μόλις χθες η Τράπεζα της Αγγλίας προχώρησε σε νέα μείωση των επιτοκίων της στερλίνας, ενώ η Fed φέρεται να μελετά πρόσθετα μέτρα παρέμβασης στην αγορά. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Wall Street Journal», η Fed φέρεται να αμφιταλαντεύεται μεταξύ τριών μέτρων τόνωσης της ρευστότητας και της αναπτυξιακής διαδικασίας στην αγορά.

Βεβαίως πολλοί εκτιμούν ότι η κρίση που διανύουμε δεν οφείλεται στην έλλειψη ρευστότητας- αντιθέτως, προέκυψε από την υπερβολική ρευστότητα- αλλά στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον τραπεζικό κλάδο και εν γένει στην αγορά. Εν πάση περιπτώσει, η Fed μελετά να διαθέσει περισσότερο χρήμα στη διάθεση του υπουργείου Οικονομικών, να αυξήσει δηλαδή τον δανεισμό της προς την αμερικανική κυβέρνηση, ώστε να τη βοηθήσει να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες και να ασκήσει αναπτυξιακή πολιτική. Μελετά επίσης- όχι απαραιτήτως εναλλακτικά, αλλά συμπληρωματικά- να αναλάβει η ίδια, αντί για την κυβέρνηση, το χρέος που θα προκύψει από την αύξηση των δημοσίων δαπανών. Σκέπτεται, τέλος, να ζητήσει από το αμερικανικό Κογκρέσο την άμεση εφαρμογή του νόμου που προβλέπει ότι (από το 2011 και μετά) η Fed θα καταβάλλει τόκους για τα διαθέσιμα των εμπορικών τραπεζών που ελέγχει.

Και όμως, σε μια εξαιρετικά αρνητική συγκυρία για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, κατά την οποία ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Χένρι Πόλσον προαναγγέλλει «ακόμη χειρότερες μέρες» για την αμερικανική οικονομία, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) καλεί σε διεθνώς συντονισμένη αντίδραση των κεντρικών τραπεζών και εκτιμά ότι το κόστος της κρίσης θα αγγίξει το 1 τρισ. δολάρια, ενώ ο διεθνής… κερδοσκόπος Τζορτζ Σόρος συμφωνεί και υπερθεματίζει: τη «συνταγή» για την έξοδο από την κρίση ίσως τη δίνει η Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας (Riksbank). Οπως επισημαίνει χθεσινό δημοσίευμα στην ιστοσελίδα του ΒΒC Νews, οι επιτελείς των κεντρικών τραπεζών- και δη της Fed- ήδη μελετούν πώς κατάφερε η Riksbank να ξεπεράσει μια κρίση τοπικού χαρακτήρα μεν, αλλά με πολλές παραλληλίες με τη σημερινή διεθνή, που είχε ξεσπάσει στη Σουηδία στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

«Οι τιμές των ακινήτων είχαν καταρρεύσει, η σουηδική κορόνα είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο, η ανεργία κάλπαζε και οι χρεοκοπίες επιχειρήσεων πολλαπλασιάζονταν» σημειώνει ο ανταποκριτής του ΒΒC στη Στοκχόλμη Νάιτζελ Κάσιντι. Και εξηγεί ότι εκείνο που έπραξε τότε η Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας ήταν να εγγυηθεί την πληρωμή των υποχρεώσεων των εμπορικών τραπεζών της χώρας προς όλους τους καταθέτες και τους πιστωτές τους. Το κόστος της επιχείρησης που είχε αναλάβει η Riksbank έφθασε (μόλις) στα 11 δισ. δολάρια.

Οπως και κάθε επιτυχημένη μαγειρική συνταγή όμως, έτσι και η οικονομική συνταγή της Riksbank έχει ένα «μυστικό»: η Κεντρική Τράπεζα φρόντισε ώστε η κρατική βοήθεια- γιατί της κυβέρνησης ήταν η απόφαση- που χορήγησε στις παραπαίουσες εμπορικές τράπεζες της χώρας να μην καταλήξει στις τσέπες των μετόχων τους!

«Α ν η κυβέρνηση έπρεπε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα των φορολογουμένων για να στηρίξει ιδιωτικές επιχειρήσεις,έπρεπε να φροντίσει ώστε τη βοήθεια αυτή να μην την καρπωθούν οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων» δήλωσε ο τότε διοικητής της Riksbank Λαρς Χέικενστεν. Συνεργαζόμενη άμεσα και στενά με τις εμπορικές τράπεζες, η Riksbank πέτυχε ώστε τα κονδύλια που χορήγησε να επιστρέψουν (όταν ανέκαμψε η οικονομία) πίσω στα κρατικά ταμεία. Για να γίνουν όμως όλα αυτά σήμερα θα πρέπει να συμβούν δύο πράγματα που μοιάζουν οιονεί… εξωφρενικά, επισημαίνει ο ανταποκριτής του ΒΒC: πρώτον, να ανοίξουν οι τράπεζες διάπλατα τα βιβλία τους στις κεντρικές τράπεζες και, δεύτερον, να παραιτηθούν οι μέτοχοι από κάθε απαίτηση «αποζημίωσης».