«Θέα από ψηλά» ήταν ο τίτλος μιας σχετικά πρόσφατης κινηματογραφικής ταινίας που προβλήθηκε στις μεγάλες οθόνες και σίγουρα πολλοί ήταν αυτοί που «ζήλεψαν» την υπέροχη θέα των καλοσυντηρημένων βικτωριανών κτιρίων του Λονδίνου. Αντίστοιχη θέα από ψηλά, με πολυτέλεια, άφθονο πράσινο και αξιοζήλευτη ποιότητα ζωής, μπορεί να βρει κανείς και σε κατοικίες του λεκανοπεδίου της Αττικής. Πρόκειται για περιοχές «προνομιούχες» και γι’ αυτό είναι άλλωστε πολύ ακριβότερες από το μέσο κόστος μιας κατοικίας. Ωστόσο τα ακίνητα αυτά, πέραν του ότι πωλούνται σε σχεδόν διπλάσιες τιμές σε σχέση με τα υπόλοιπα, τα οποία δεν απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια, δημιουργούν ισχυρές «στρεβλώσεις» στο σύνολο της κτηματαγοράς, καθώς διαμορφώνουν κατά κάποιον τρόπο μια «πλασματική» οροφή στις πωλούμενες τιμές. Ωστόσο υπάρχουν και περιπτώσεις όπου σε πολύ ακριβές περιοχές υπάρχουν και οι τυχεροί οι οποίοι αγοράζουν ένα διαμέρισμα σε τιμή που αντιστοιχεί σε αρκετά πιο «φθηνές» συνοικίες.
Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το κόστος μιας πολύ ακριβής κατοικίας; Αναμφισβήτητα είναι η θέα προς τη θάλασσα, το φυσικό κάλλος, το πολύ πράσινο, η καλή ρυμοτομία, τα μεγάλα οικόπεδα με χαμηλό συντελεστή δόμησης και μικρή κάλυψη οικοπέδου ώστε να αφήνει μεγάλους ακάλυπτους χώρους για κήπους, πισίνες και αθλοπαιδιές. Σε τέτοια σπίτια άλλωστε μένουν άνθρωποι υψηλότατου εισοδηματικού επιπέδου οι οποίοι παράλληλα είναι αυτό που ονομάζουμε «επώνυμοι».
Πώς όμως γίνεται κάποιος να δαπανήσει για παράδειγμα 170.000 ευρώ για ένα διαμέρισμα περίπου 70 τετραγωνικών στην περιοχή των Ιλισίων στην Αθήνα το οποίο βρίσκεται σε πολυκατοικία ηλικίας 50 ετών; Στο ερώτημα αυτό, το οποίο αφορά πραγματική αγοραπωλησία, μεσίτες αστικών συμβάσεων απαντούν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο θεωρείται ένα από τα λίγα ακίνητα στην Αθήνα που έχει θέα στο Αλσος Συγγρού. Ωστόσο η τιμή των 2.400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για ένα τέτοιο ακίνητο, το οποίο θα χρειαστεί περίπου 30.000-40.000 ευρώ για να ανακαινισθεί, θεωρείται απ’ όλους τους μεσίτες στους οποίους απευθύνθηκε «Το Βήμα» αρκετά υπερβολική και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι πάνω σε αυτή την αξία κινείται το σύνολο της αγοράς της συγκεκριμένης περιοχής, όταν τα ίδια χρήματα είναι πιθανόν να καταβληθούν για νεόδμητο το οποίο όμως δεν έχει κάποια ιδιαίτερη θέα. Ωστόσο το παραπάνω παράδειγμα δεν είναι το μοναδικό, καθώς οι ίδιοι μεσίτες τονίζουν ότι σε αρκετές περιοχές οι ανώτατες τιμές που μπορεί να συναντήσει κάποιος αναζητώντας ακίνητο μπορεί να φθάσουν σε απαγορευτικά ακόμη και για τα υψηλά βαλάντια ύψη. Οι τιμές αυτές αρκετές φορές συμπαρασύρουν και τις υπόλοιπες αγοραπωλησίες και γι’ αυτό σε αρκετές περιοχές παρατηρείται το φαινόμενο για διαφορετικά σε ποιότητα και τοποθεσία ακίνητα να υπάρχουν ίδιες τιμές.
Το φαινόμενο αυτό όμως ισχύει και από την ανάποδη. Δηλαδή σε πολύ ακριβές περιοχές, όπως είναι για παράδειγμα το Παλαιό Ψυχικό, κάποιος να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο διαμέρισμα σε τιμή που θα ζήλευε κάποιος που αγόρασε αντίστοιχο διαμέρισμα στο Παγκράτι. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία αγοραπωλησίας ακινήτου που πραγματοποιήθηκε στο Π. Ψυχικό κοντά στη Σχολή Μωραΐτη, σε ένα από τα καλύτερα σημεία του συγκεκριμένου προαστίου, για μεταχειρισμένο διαμέρισμα 120 τετραγωνικών μέτρων το οποίο είναι σε καλή κατάσταση ο αγοραστής κατέβαλε για απόκτηση του εν λόγω ακινήτου 250.000 ευρώ (περίπου 2.100 ευρώ/τ.μ.), όσο δηλαδή ζητεί σήμερα ένας κατασκευαστής για ένα νεόδμητο διαμέρισμα στην Κυψέλη. Τους λόγους για τους οποίους επετεύχθη αυτή η τιμή δεν τους γνωρίζουμε, αυτό που είναι όμως σίγουρο είναι το γεγονός ότι στην περιοχή του Παλαιού Ψυχικού τα νεόδμητα διαμερίσματα πωλούνται ακόμη και 9.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, ενώ τα μεταχειρισμένα σπανίως πέφτουν κάτω από τα 5.000 ευρώ.
Οι Ελληνες προτιμούν μικρά και μεταχειρισμένα διαμερίσματα
Μικρά και παλιά διαμερίσματα φαίνεται ότι προτιμούν οι έλληνες αγοραστές ακινήτων, καθώς το αυξημένο κόστος του χρήματος και η συνεχής άνοδος των τιμών έχουν οδηγήσει τους ενδιαφερομένους σε κατοικίες εμβαδού ως 70 τ.μ. και ηλικίας άνω των 15 ετών. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από πραγματοποιηθείσες αγοραπωλησίες του δικτύου RE/ΜΑΧ Ελλάς που έλαβαν χώρα το πρώτο τετράμηνο του τρέχοντος έτους. Ο κύριος όγκος των πωληθέντων ακινήτων αφορά τα οικιστικά, δηλαδή διαμερίσματα και μονοκατοικίες (η κατηγορία μονοκατοικία συμπεριλαμβάνει και τις μεζονέτες) τα οποία αφορούν το 65% επί του συνόλου των αγοραπωλησιών, ενώ τα επαγγελματικά ακίνητα συμμετέχουν με ποσοστό 14% στη συνολική κατανομή των πωληθέντων ακινήτων.



