Θησαυροί χρυσών κοσμημάτων που φορούσαν αρχόντισσες του 4ου π.Χ. αιώνα στη Δημητριάδα και στο Καρπενήσι, πολύτιμα αργυρά σκεύη που έρχονται από την Ιωνία του 5ου π.Χ. αιώνα, αρχαϊκά χρυσά κοσμήματα και χάλκινα αγαλμάτια, τα γεωμετρικά περίαπτα, τα περίφημα μυκηναϊκά κοσμήματα. Η λάμψη που μπορεί να δώσει μόνο ο χρυσός και οι περίτεχνες δημιουργίες που χαρακτηρίζουν τα αντικείμενα κάθε εποχής, αυτά που φτιάχτηκαν για να στολίσουν τις γυναίκες και να ενισχύσουν τη φιλαρέσκειά τους ή και για να αναδείξουν την ανδρική ισχύ και εξουσία, χαρακτηρίζουν τη Συλλογή Σταθάτου, που ξαναβρίσκει από τις 14 Μαΐου τη θέση της στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Πρόκειται για ένα σύνολο εντυπωσιακό, τόσο σε αριθμό- 971 έργα- και σε ποιότητα, αφού πρόκειται για μοναδικά έργα τέχνης, όσο και σε ομορφιά, χάρη στη φαντασία των δημιουργών της.

Από την 5η χιλιετία π.Χ. χρονολογείται το πρώτο έργο της συλλογής, ενώ τα νεότερα φθάνουν ως τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια, με τα περίτεχνα στολίδια μιας βυζαντινής δέσποινας και τα αργυρά σκεύη της μεταβυζαντινής εποχής. Η επανέκθεση πραγματοποιείται στον ίδιο χώρο του ισογείου όπου παρουσιαζόταν από το 1999 και ως την έναρξη των εργασιών ανακαίνισης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 2002. Την επιμέλεια άλλωστε είχε κάνει η προσφάτως αδικοχαμένη Ηώς Ζερβουδάκη, διευθύντρια τότε του ΕΑΜ. «Η έκθεση επιδιώκει να διατηρήσει την ατμόσφαιρα της ιδιωτικής συλλογής,την αίσθηση της προσωπικής σχέσης του συλλέκτη με τα πολύτιμα αποκτήματά του αλλά και την οικειότητα που η ίδια η δωρήτρια είχε υπαγορεύσει από την πρώτη στιγμή που παρέδωσε τη συλλογή της στο Μουσείο» έγραφε τότε η Ηώς Ζερβουδάκη.

Η πρώτη έκθεση της Συλλογής Σταθάτου είχε γίνει στο Μουσείο λίγους μήνες μετά τη δωρεά της, δηλαδή το 1957, με επιμέλεια της ίδιας της Ελένης Σταθάτου (1887-1982). Αρχαιόφιλη και συλλέκτρια, σύζυγος του εύπορου εισοδηματία Αντωνίου Σταθάτου και γόνος πλουσίων εμπόρων της Αλεξάνδρειας, με καταγωγή από τη Σιάτιστα,

Χρυσό διάδημα με ανθοφόρες βλαστόσπειρες και στο μέσο ηράκλειον άμμα με τον θεό Ερωτα

η Ελένη Σταθάτου είχε αφοσιωθεί με επιμονή στη διάσωση πολύτιμων αρχαιολογικών θησαυρών αλλά και έργων της νεότερης ελληνικής παραδοσιακής χειροτεχνίας, μια συλλογή που κληροδότησε στο Μουσείο Μπενάκη. Ως πραγματικό επίτευγμά της όμως θεωρείται η συγκέντρωση συνόλων ευρημάτων με κοινή προέλευση που βρίσκονταν διασκορπισμένα στην αγορά από τους αρχαιοκάπηλους λαθρανασκαφείς. Η ίδια άλλωστε φρόντισε και για τη δημοσίευσή τους από επιφανείς επιστήμονες σε τέσσερις τόμους στο διάστημα 1954-1957. Σε αναγνώριση της πατριωτικής προσφοράς της, μάλιστα, το ελληνικό κράτος της είχε απονείμει το παράσημο του Τάγματος της Ευποιίας.

Χρονολογική πορεία ακολουθεί η νέα έκθεση με επίλεκτα λίθινα και πήλινα αγγεία, κοσμήματα και έργα μικροτεχνίας από την 5η ως τη 2η π.Χ. χιλιετία. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν για την τελειότητα του σχήματος και της επεξεργασίας τους η φιάλη από αχάτη της πρωτομινωικής- μεσομινωικής περιόδου, το χρυσό ενώτιο με μορφή βουκρανίου από την Κρήτη, περίτμητα χρυσά κοσμήματα σε μορφή ροδάκων και παπύρων, χρυσές κοχλιόσχημες χάντρες και μικροσκοπικές χρυσές ασπίδες,

Χρυσός κατάκοσμος ναΐσκος με τον Διόνυσο που υποβαστάζεται από νεαρό Σάτυρο. Δίπλα στον θεό πάνθηρας

όλα από τη Θήβα, ή το μεγάλο χρυσό δακτυλίδι με τους γρύπες του 15ου π.Χ. αιώνα από την Ανδρίτσαινα.

Εργα μικροτεχνίας, πηλοπλαστικής, χαλκοπλαστικής, χρυσοχοϊκής και κεραμικής αντιπροσωπεύουν την κλασική εποχή, με τα βλέμματα των επισκεπτών να πέφτουν στον αργυρό έφηβο από την Κύπρο, στο μικροσκοπικό αργυρό λιοντάρι με την επιχρυσωμένη χαίτη και βέβαια στον «θησαυρό της Δημητριάδος», που αποτελείται από 14 χρυσά κοσμήματα τα οποία ανήκαν στον στολισμό νεκρής γυναίκας. Ανάμεσά τους το εξαίρετο διάδημα με τον Ερωτα, τα πλούσια περιδέραια και τα ενώτια με τους ερωτιδείς. Κοσμήματα και έργα μικροτεχνίας καλύπτουν ολόκληρη την ελληνιστική εποχή, με ταφικά χρυσά κοσμήματα αλλά και τον λεγόμενο «θησαυρό του Καρπενησίου», που αποτελείται από 35 αντικείμενα, στην πλειονότητά τους κοσμήματα που φορέθηκαν εν ζωή- έργα υψηλής τέχνης και φαντασίας. Λίγα αλλά αξιόλογα τα αντικείμενα της Ρωμαϊκής Εποχής, ενώ η Βυζαντινή εκπροσωπείται από ποικίλους τύπους «σχολαρικίων» αλλά και από σταυρούς, δαχτυλίδιασφραγίδες, βραχιόλια και εγκόλπια.