Τα πράγματα είναι πια και επισήμως ξεκάθαρα: η χώρα μας, για ένα ουσιαστικά απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, μένει εκτός ΟΝΕ. Οχι γιατί το θέλησε, όπως η Βρετανία, αλλά γιατί δεν το μπόρεσε. Είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης που δεν κατάφερε να συζητηθεί καν η άμεση ένταξή της στη «λέσχη του ευρώ».


Η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τα περίφημα «κριτήρια» παραμένει μεγάλη. Για να καλυφθεί μελλοντικά χρειάζονται και νέες προσπάθειες, νέες θυσίες. Ενώ κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι μεθαύριο, οι «11» του ευρώ θα μας θέσουν ίσως και νέους σε σχέση με τους σημερινούς όρους. Πολιτικούς, ίσως. Και οικονομικούς: ως τότε, αρκετά, αν όχι πολλά, θα έχουν παγκοσμίως αλλάξει και η εξέταση της αίτησής μας θα πρέπει ενδεχομένως να συμπεριλάβει ορισμένα από τα νέα δεδομένα. Αυτό θα εξαρτηθεί και από τους πολιτικούς συσχετισμούς.


Εφόσον ο πρώτος στόχος της χώρας μας είναι το ευρώ, η καθυστέρηση σημαίνει ήττα. Το προσπαθήσαμε και δεν το πετύχαμε. Η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία το προσπάθησαν επίσης, ξεκινώντας από ανάλογες με τις δικές μας καταστάσεις, και πέτυχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν φταίνε τα κριτήρια αλλά εμείς. Θα έπρεπε να το αποδεχτούμε σαν γεγονός, να το αναλύσουμε, να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί, μόνοι εμείς, αποτύχαμε πλήρως.


Από την περασμένη εβδομάδα, που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απέκτησε πεθαίνοντας τόσους απρόοπτους φίλους, θαυμαστές και συνεργάτες, η σύμπτωση της μεγάλης εθνικής μας αποτυχίας στην Ευρώπη με το «πέρασμά του στην Ιστορία» έχει κάτι το ανατριχιαστικό. Διότι ο καθένας εύκολα μπορεί να υποθέσει πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν οι πολιτικοί μας όλων των αποχρώσεων είχαν αποπειραθεί να εφαρμόσουν τα όσα μας λένε ότι θαύμαζαν και εκτιμούσαν από το έργο και κυρίως τις μεθόδους του ανθρώπου που κατόρθωσε να εντάξει τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.


Δεν ευθύνεται φυσικά μόνο η σημερινή κυβέρνηση για τη μεγάλη ήττα. Διότι ευθύνεται γι’ αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων και των κοινωνικών φορέων που θέλησαν το ευρώ αλλά προφανώς όχι τους όρους και τις συνέπειές του. Λίγοι είναι εκείνοι που εξήγησαν το αυτονόητο, δηλαδή ότι επιλέγοντας το ευρώ δεν επιλέγεις την επάρατη παγκοσμιοποίηση και την επίσης επάρατη ελεύθερη αγορά αλλά μια συλλογική ευρωπαϊκή απόπειρα αντιμετώπισης των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης αυτής και μιας χωρίς κοινωνικό σκέλος ανάλγητης ελεύθερης αγοράς.


Αρχίζει τώρα μια δεύτερη μάχη για το ευρώ. Θα περιλάβει νέες θυσίες, νέα λιτότητα. Δεν αρχίζει όμως καλά. Το παράδειγμα της Ολυμπιακής είναι εξόφθαλμο. Οι συσχετισμοί δυνάμεων δεν διευκολύνουν τις εξελίξεις. Αν υπήρχε η δυνατότητα ουσιαστικής πάταξης της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής, αν οι κάτοχοι του κεφαλαίου επέστρεφαν με ικανές επενδύσεις στο κοινωνικό σύνολο τα αυξημένα κέρδη που προκύπτουν από τις (υποχρεωτικές) θυσίες πολλών εργαζομένων, αν υπήρχε η δυνατότητα μιας πιο προσεκτικής αντιμετώπισης των αμυντικών δαπανών, αν μας έλεγαν επιτέλους ρεαλιστικά και χωρίς λαϊκισμούς ποια είναι τα ζητούμενα μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής, τα πράγματα θα ήταν ίσως πιο εύκολα. Δυστυχώς, αυτά απλώς δεν γίνονται.


Μπορεί να γίνουν; Ναι, αν ανατρέξουμε στα όσα πέτυχαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και σε δικές μας εμπειρίες που μας τις θύμισαν οι νεκρολογίες για τον Κ. Καραμανλή. Οχι ή πολύ δύσκολα, αν συνεχίσουμε τις πρακτικές της «ελληνικής εξαίρεσης».


Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την κυβέρνηση, εξαρτάται από όλους τους παράγοντες της δημόσιας ζωής. Ολοι οφείλουν να πουν την αλήθεια: θέλουν το ευρώ, διότι ξέρουν ότι δεν υπάρχει μέλλον για μας εκτός Ευρώπης. Λέγοντας όμως αυτό οφείλουν να αποδεχθούν ότι μαζί με το ευρώ θέλουν όλοι και τις πολιτικές που οδηγούν σε αυτό.


Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οφείλουν να εγκρίνουν συστηματικά τα διάφορα κυβερνητικά μέτρα. Σημαίνει ότι οι κρίσεις και επικρίσεις τους πρέπει να συνοδεύονται από συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις για την επίτευξη του στόχου που ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν. Εκτός και αν δεν επιδιώκουν τον στόχο του ευρώ. Για να πετύχουν όμως τι, να αποπειραθούν ποιαν άλλη πολιτική; Αυτό, κανείς δεν μας το λέει.