Η Ιστορία στον πνευματικό χάρτη της σύγχρονης Ελλάδας βρίσκεται στο κέντρο μιας πραγματικότητας με έκδηλες αντινομίες: η προβολή του ιστορικού παρελθόντος, σε σύνδεση με την ορατή, αρχαιολογική πλευρά του, υποστηρίζει την ελληνική τουριστική «βιομηχανία», οι ιστορικές μελέτες υποκινούν εκδοτικές επιχειρήσεις, τα ιστορικά ένθετα εμπλουτίζουν τη δημοσιογραφική ύλη, η προσφυγή στη βιωματική ιστορικότητα καθορίζει, με τρόπο συχνά επιτακτικό, την πολιτικοκοινωνική διαχείριση του παρόντος. H διδασκαλία της Ιστορίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες διακηρύσσεται ως πολιτική επιλογή και η σπουδή της καλλιεργείται σε πολυάριθμες πανεπιστημιακές μονάδες: κοντά στα παλαιότερα Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων και Κρήτης, την τελευταία εικοσαετία Τμήματα Ιστορίας, αυτόνομα ή με συμπληρωματικά επιστημονικά πεδία, έχουν ιδρυθεί στα Πανεπιστήμια Ιονίου, Θράκης, Θεσσαλίας, Αιγαίου, Πελοποννήσου, ενώ όψεις της Ιστορίας περιλαμβάνουν διάφορα πανεπιστημιακά προγράμματα.
* Ελλειμμα συγκρότησης
Τα κατ‘ αρχήν αισιόδοξα αυτά για την Ιστορία δεδομένα υποκρύπτουν προβλήματα, που, γενικευτικά, εγγράφονται στο παγκόσμιο φαινόμενο της υποχώρησης των ανθρωπιστικών σπουδών. Στις πανελλήνιες εξετάσεις του 2003 το ποσοστό αποτυχίας στην Ιστορία Γενικής Παιδείας υπερέβη το 52%. Περισσότεροι, δηλαδή, από τους μισούς έλληνες μαθητές εισήλθαν στην κατηγορία του ενεργού πολίτη με προφανές έλλειμμα ιστορικής συγκρότησης, ενώ ισχυρές είναι οι ανησυχίες για τη δύσκολη σχέση μαθητή και Ιστορίας, την ελλιπή επιμόρφωση των καθηγητών, την αποσπασματική και υποταγμένη στις εξεταστικές επιταγές διδακτέα ύλη.
Στον πανεπιστημιακό χώρο η ίδρυση νέων Τμημάτων Ιστορίας δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστικά υποστηρικτικά μέτρα. Οι νέες θέσεις διδασκόντων στα παλαιότερα Τμήματα περιορίστηκαν δραστικά, λόγω και της αρχικής στελέχωσης νέων Τμημάτων, που, αργότερα, υποχρεώνονται να καταφεύγουν στην πρόσληψη εποχιακού διδακτικού προσωπικού. Παράλληλα, ο μεγάλος αριθμός των εισαγόμενων φοιτητών διαμορφώνει σοβαρές δυσαναλογίες διδασκόντων – διδασκομένων, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή τεχνολογική συνδρομή και τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις.
Τα τελευταία χρόνια οι Φιλοσοφικές Σχολές, ειδικότερα τα Τμήματα Ιστορίας-Αρχαιολογίας και συναφών κλάδων, σηματοδοτούνται από χαμηλή επιλεξιμότητα στις προτεραιότητες των υποψήφιων φοιτητών και χαμηλές βάσεις εισαγωγής. Προφανές είναι ότι στην ελληνική κοινωνία λειτουργούν άτυπα κριτήρια αξιολόγησης των πανεπιστημιακών σχολών, με κύριο γνώμονα τις επαγγελματικές προοπτικές. Συνακολούθως, η αναβάθμιση της Ιστορίας ως πανεπιστημιακής σπουδής συνδέεται με την εργασιακή εξασφάλιση των πτυχιούχων της, ξεκινώντας από το αυτονόητο, την ανάδειξη της επαγγελματικής τους ταυτότητας. H Ιστορία ανθεί, αλλά το επάγγελμα του ιστορικού στη συλλογική συνείδηση δεν έχει αποκτήσει απολύτως διακριτή φυσιογνωμία.
* Διεύρυνση των ανισοτήτων
Δυνητικά, ο ιστορικός απασχολείται σε ευρύ επαγγελματικό φάσμα, ενώ κύριο εργασιακό του πεδίο παραμένει η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως διδάσκοντος τα φιλολογικά, λεγόμενα, μαθήματα. Πρόκειται για χώρο με εξέχοντα κοινωνικό ρόλο, αλλά άμεσα πληττόμενο από τα σωρευμένα προβλήματα των καθηγητικών σχολών. H περιορισμένη διαθεσιμότητα εργασιακών θέσεων, αναλογικά με την πληθώρα των πτυχιούχων-δυνάμει καθηγητών, εξελίσσεται σε εκρηκτικό κοινωνικό πρόβλημα. Στο δυσλειτουργικό αυτό περιβάλλον ο ιστορικός αντιμετωπίζει ειδικές δυσκολίες, που ανάγονται και στο καίριο ζήτημα της ταυτότητας. Μετά τον χωρισμό των Φιλοσοφικών Σχολών, το 1983, οι πτυχιούχοι των τριών, νέων, τότε, Ελληνικών Τμημάτων (Φιλολογίας, Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας) απέκτησαν ισότιμα εργασιακά δικαιώματα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως καθηγητές της Ιστορίας και των Αρχαίων Ελληνικών, Νέων Ελληνικών, Λατινικών.
Σήμερα ορατή είναι μια νέα πραγματικότητα, που τείνει να υπερβεί το θεσμικό. Σε πρώτο επίπεδο η διαχείριση των λεκτικών συμβόλων αποκτά τη σημασία της. Επίσημα οι καθηγητές και των τεσσάρων μαθημάτων, ανεξάρτητα από την ειδίκευσή τους, τιτλοφορούνται «ΠΕ02 Φιλόλογοι». Ο όρος, κατά τη βούληση του νομοθέτη, παραπέμπει στους πτυχιούχους των τριών Τμημάτων των άλλοτε ενιαίων Φιλοσοφικών Σχολών. Ωστόσο μέσα από τη σημειολογία των λέξεων συντελεί στην ταύτισή του με τους πτυχιούχους των Φιλολογικών, μόνο, Τμημάτων και τη σταδιακή αποσύνδεσή του από τους υπολοίπους.
Το πρόβλημα έχει ήδη ανακύψει σε διαγωνισμούς για πρόσληψη δημόσιων υπαλλήλων και αναπτύσσεται στην ιδιωτική εκπαιδευτική αγορά εργασίας. Παράλληλα ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ για πρόσληψη καθηγητών διευρύνει τις ανισότητες. Από τα τρία εξεταζόμενα μαθήματα – Ιστορία, Αρχαία Ελληνικά, Νέα Ελληνικά – οι υποψήφιοι εξετάζονται στα δύο, κατ‘ επιλογή τους (και, κατά μια αντιεπιστημονική λογική, με βάση σχολικά εγχειρίδια και όχι επιστημονικά συγγράμματα). Εύλογα συμπεραίνεται ότι πολλοί μέλλοντες καθηγητές της Ιστορίας, κυρίως από μη Ιστορικά Τμήματα, την αποκλείουν ως επιλογή και έχουν περιορισμένη πρόσβαση στο γνωστικό της πεδίο. Το φαινόμενο, ενδεχομένως, συνδέεται με τη μαθητική αποτυχία στην Ιστορία και ζητεί αντιμετώπιση, όπως, αντίστοιχα, όλοι οι μέλλοντες καθηγητές τους οφείλουν να γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά, Νέα Ελληνικά, Λατινικά.
* H διδασκαλία του μαθήματος
H σημερινή, ενιαία κατηγορία του φιλολόγου-ιστορικού στο σχολικό πεδίο δεν υπηρετεί, αποκλειστικά, την κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων, αλλά υπακούει σε επιστημονικά κριτήρια, καθώς οι δύο επιστήμες, Φιλολογία και Ιστορία, έχουν άμεση διαλογική, αλληλοσυμπληρούμενη σχέση. Με στόχο την κατάρτιση ιστορικών και αρχαιολόγων, οι οποίοι παράλληλα διαθέτουν τα ουσιαστικά εφόδια για την πρόσβασή τους στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στην παραδειγματική περίπτωση του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει ιστορικά, αρχαιολογικά αλλά και φιλολογικά και παιδαγωγικά μαθήματα, ενώ ανάλογα κινούνται τα υπόλοιπα Ιστορικά Τμήματα της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό ο ιστορικός εμπεδώνει τη θέση του ως καθηγητή των «φιλολογικών» μαθημάτων, συνολικά. Αλλωστε, «φιλολογικά» μαθήματα, όπως τα διδασκόμενα στο Γυμνάσιο από μετάφραση Αρχαία Κείμενα, εμπεριέχουν ισχυρές ιστορικές συνιστώσες και απαιτούν από τον διδάσκοντα γλωσσικό-φιλολογικό αλλά και ιστορικό επιστημονικό εξοπλισμό.
Στον διάλογο για την παιδεία που ήδη εξήγγειλε το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η διδασκαλία της Ιστορίας ασφαλώς θα έχει κεντρική θέση και θα χρειασθεί να απαντηθούν δύσκολα ερωτήματα, στον πυρήνα του προβλήματος: ποια Ιστορία, σε ποια πολιτικοκοινωνικά συμφραζόμενα, με ποια μεθοδολογική προσέγγιση. Στην παρούσα συγκυρία, σε δημόσια συζήτηση τίθενται οι ακόλουθες προτάσεις, όπως είχαν διαμορφωθεί σε παλαιότερη συνάντηση των προέδρων των Ιστορικών Τμημάτων της χώρας: α. ο λεκτικός προσδιορισμός του κλάδου «ΠΕ02 Φιλόλογοι» στο εξής με νέο, ενιαίο όρο, που θα παραπέμπει και στην ιστορική του διάσταση· β. η υποχρεωτική εξέταση της Ιστορίας στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ για την πρόσληψη καθηγητών, εφόσον αυτός διατηρηθεί στη σημερινή μορφή του.
Οι προτάσεις αυτές αποσκοπούν στην αναγνώριση του ιστορικού-εκπαιδευτικού στη δημόσια σφαίρα, σε σχέση με οριοθετημένα διδακτικά πεδία, και στην πιστοποίηση της στοιχειώδους, έστω, κοινωνίας του μελλοντικού της διδάσκοντος με την Ιστορία. H αποδοχή τους, συνδυαστικά με ευρύτερο πλέγμα πρωτοβουλιών, προσδοκάται ότι θα καταστήσει ελκυστικότερες τις σπουδές σε Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, όπως αυτό του Πανεπιστημίου Αθηνών, που έχει ήδη αξιολογηθεί θετικά στον ευρωπαϊκό χώρο. Το υψηλό επίπεδο σπουδών και το άνοιγμα προς νέες επιστημονικές κατευθύνσεις αποτελούν υποχρέωση του Τμήματος. Από την πολιτεία ζητείται η θεσμική παρέμβαση, που θα διασφαλίσει τη – νομοθετημένη – πρόσβαση των πτυχιούχων του στην κύρια αγορά εργασίας, τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, και θα αναβαθμίσει τις ιστορικές σπουδές. H διαμόρφωση πολιτών, που προσεγγίζουν με επιστημονική γνώση το ιστορικό παρελθόν και εμπλουτίζουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα με θεμελιωμένες εθνικές εμπειρίες, σε περιβάλλον σύνθεσης, προβάλλει ως πρόκληση και είναι θέμα ιστορικής παιδείας.
Οι κυρίες Αννα Ραμού-Χαψιάδη, Ολγα Κατσιαρδή-Hering, Αναστασία Παπαδία-Λάλα είναι καθηγήτριες Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



