Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Αρετής Τούντα Φεργάδη: Μειονότητες στα Βαλκάνια. Βαλκανικές Διασκέψεις 1930-1934, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1994, σελ. 247.


επίκουρη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Αρετή Τούντα – Φεργάδη, γνωστή από τις μελέτες της, που θεραπεύουν το γνωστικό αντικείμενο της Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας, κατά κύριο λόγο, είναι η πρώτη η οποία εντρύφησε συστηματικά στα μειονοτικά προβλήματα που απασχόλησαν την ελληνική εξωτερική πολιτική στην περίοδο του Μεσοπολέμου. Οι επισταμένες έρευνές της απέδωσαν καρπούς. Εφεραν στη δημοσιότητα πολλές λεπτές πτυχές των διπλωματικών χειρισμών της πολιτικής ηγεσίας για την αντιμετώπιση των μειονοτικών προβλημάτων που ανέκυψαν στις σχέσεις με τους βόρειους γείτονες της Ελλάδας, παρά τη λειτουργία του συστήματος μειονοτικής προστασίας της ΚτΕ. Προβλήματα τα οποία στην ουσία ήταν εκφάνσεις του μακεδονικού τμήματος. Απέδωσαν μάλιστα καρπούς σε εποχή όπου τα μειονοτικά ζητήματα τελούσαν «εν υπνώσει».


Η εμβάθυνσή της στα μειονοτικά την προσανατόλισε να μελετήσει με κριτικό πνεύμα το ογκώδες υλικό των Βαλκανικών Διασκέψεων, ώστε προσεγγίζοντάς το να κατορθώσει να αποσαφηνίσει τον ρόλο του μειονοτικού και στο επίπεδο των Διασκέψεων.


Τα παραπάνω μας δίνει στο βιβλίο της: Μειονότητες στα Βαλκάνια, Βαλκανικές Διασκέψεις 1930-1934, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1994. Με αυτό της το τελευταίο έργο, που συνιστά ουσιαστική συμβολή στην επιστήμη, ολοκληρώνει, πιστεύω, την τομή που επιχείρησε στον κλάδο της Διπλωματικής Ιστορίας, μέσα από τον οποίο άνοιξε νέους ορίζοντες στους μελετητές.


Το βιβλίο περιλαμβάνει πρόλογο, εισαγωγή, όπου σκιαγραφούνται η πορεία του μειονοτικού από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως το 1930 και διάφορες εκφάνσεις της γενικότερης προσπάθειας που κατέβαλαν σε ευρωπαϊκό και βαλκανικό επίπεδο διανοούμενοι, πολιτικές προσωπικότητες και πολιτικοί κύκλοι που αποσκοπούσαν στη βαλκανική συνεργασία. Μνημονεύονται παράλληλα οι απόψεις του Βενιζέλου οι σχετικές με τις ΒΔ.


Το κλασικό πλέον βιβλίο των R. Kerner and Η. Howard, The Balkan Conferences and the Balkan Entente, 1930-1935 (1936) η συγγραφεύς το αξιοποιεί ως πηγή, όπως δηλώνει στη σελ. 64, υποσ. 53 του βιβλίου της. Αντλεί από αυτό πολλά στοιχεία, τα οποία είναι περιγραφικά κυρίως των συζητήσεων οι οποίες διεξήχθησαν στη διάρκεια των ΒΔ. Στο γεγονός αυτό οφείλονται και οι συχνές παραπομπές οι οποίες, ας σημειωθεί, υποδηλώνουν και επιστημονική συνέπεια.


Το γεγονός ότι στο κεφάλαιο που αφορά τις εργασίες της τελευταίας Συνδιασκέψεως δεν έχει χρησιμοποιηθεί πρωτογενές υλικό δεν επηρεάζει την όλη συμβολή. Και βέβαια δεν συνιστά μειονέκτημα, δεδομένου ότι οι αποφάσεις επί του μειονοτικού είχαν ληφθεί στην προηγούμενη Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου.


Τα διπλωματικά έγγραφα από το Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας αποτελούν βασική πρωτογενή πηγή στο μέτρο όπου κομίζουν στο φως της δημοσιότητας σημαντικές και άγνωστες πληροφορίες για το διπλωματικό παρασκήνιο των ΒΔ. Των Διασκέψεων οι οποίες τυπικά μεν ήταν ανεπίσημες, αλλά κατέστησαν στην ουσία επίσημες, σύμφωνα και με τον ίδιο τον Παπαναστασίου. Επομένως είναι άκρως ενδιαφέρον το παρασκήνιο που παρουσιάζεται και μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται η συνεργασία του ελληνικού ΥΠΕΞ με τους αρμοδίους των Βαλκανικών Διασκέψεων. Αποδεικνύεται ακόμη η ανάμειξη του επίσημου κράτους και η άμεση παρέμβασή του σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως, π.χ., η πίεση που ασκήθηκε στη Σόφια να στείλει την εθνική της ομάδα στην Α’ Διάσκεψη της Αθήνας και η δράση του Παπαναστασίου στη Σόφια τις παραμονές της Γ’ Διασκέψεως).


Ξεχωριστή είναι η συμβολή των διπλωματικών εγγράφων στην αποσαφήνιση της εσωτερικής πολιτικής της Βουλγαρίας, η οποία επέδρασε στη διαμόρφωση της θέσης της της σχετικής με το μειονοτικό. Οι πληροφορίες οι οποίες αντλούνται από τα έγγραφα εμπλουτίζονται με γνωστά ήδη στοιχεία, με μεθοδικότητα, και καταδεικνύουν την άμεση επίδραση του μειονοτικού στον θεσμό των ΒΔ και την καταλυτική του επιρροή, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες (π.χ., κατάσταση στην Ευρώπη), στη συνέχιση της λειτουργίας του.


Ως πηγή χρησιμοποιεί η συγγραφεύς και το περιοδικό Les Balkans το οποίο δημοσίευε τα πρακτικά των ΒΔ. Είναι δε πολύ ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες οι οποίες αντλούνται από τις σελίδες του περιοδικού αυτού καθώς και τα στοιχεία τα οποία συνδυαζόμενα με άλλες πηγές δίνουν μια συνθετική εικόνα για την παράλληλη με τις Διασκέψεις πορεία της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής των βαλκανικών κρατών.


Το θέμα το οποίο επέλεξε να διαπραγματευθεί η κ. Τούντα – Φεργάδη είναι αξιοπρόσεκτο και σημαντικό για πολλούς λόγους. Και εξηγώ: σε μια εποχή κατά την οποία το σύστημα προστασίας των μειονοτήτων που είχε καθιερωθεί στα πρώτα μετά τον τερματισμό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου χρόνια είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται, αποδεικνύοντας τη μη αποτελεσματικότητά του, όπου οι έριδες των κρατών για τις μειονότητες που κατοικούσαν στα εδάφη τους δεν είχαν ολοκληρωτικά εξαλειφθεί και όπου ο ανταγωνισμός των συνορευόντων βαλκανικών κρατών για τα εδάφη της Μακεδονίας τα οποία είχαν διανεμηθεί από το 1913 (συνθήκη Βουκουρεστίου) δεν είχε υποχωρήσει αλλά υπέβοσκε και εκαλλιεργείτο «κρυφίως» από διάφορες υπό τη σκέπη του κράτους οργανώσεις (Βουλγαρία), το μειονοτικό, το οποίο η Βουλγαρία χρησιμοποιούσε ως έμβολο για την ικανοποίηση των αναθεωρητικών στόχων της εξωτερικής της πολιτικής που είχε θέσει, κυρίως, μετά το 1919, θα παίξει ουσιαστικό ρόλο. Θα διαδραματίσει ανασχετικό ρόλο στις προσπάθειες των Βαλκάνιων για απρόσκοπτη συνεργασία, η οποία θα κατέτεινε στην ομοσπονδία, στην Ενωμένη Ευρώπη, στο ιδεώδες της μόνιμης ειρήνης.


Τα χαρακτηριστικά στον τρόπο γραφής της συγγραφέως είναι γνωστά και από άλλες μελέτες που μας έχει δώσει στο παρελθόν: γλαφυρότητα σπάνια για επιστημονικά συγγράμματα και ικανότητα προσέγγισης του μέσου αναγνώστη, χωρίς η συμβολή της αυτή να χάνει την ταυτότητα, τη σαφήνεια και την εννοιολογική της πυκνότητα.


Ο κ. Παύλος Πετρίδης είναι καθηγητής της Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.