Μπαράζ από κρίσεις και επικρίσεις για τη γενέθλια πόλη τον τελευταίο καιρό· που φτιασιδώνεται πυρετωδώς, για να παίξει τον ρόλο της ως πολιτιστική πρωτεύουσα Ευρώπης στο τρέχον έτος. Δεν λέω πως είναι άδικες οι πυκνές αυτές ομοβροντίες του Τύπου και των ηλεκτρονικών μας μέσων· δείχνουν ωστόσο κάποιου είδους σαδομαζοχισμό, που εύκολα μπορεί να κατρακυλήσει στη μιζέρια. Οσο για μένα, προτιμώ προς το παρόν τη στάση αναμονής, περιμένοντας να δω πώς θα προχωρήσει το πράγμα (και η πραμάτεια) στο υπόλοιπο του χειμώνα και στην επερχόμενη άνοιξη. Με την προϋπόθεση φυσικά πως ισχύει η διάκριση που πρότεινα την περασμένη Κυριακή: άλλο «πολιτισμός», άλλο «πολιτισμένος» κι άλλο «πολιτιστική». Η τελευταία, έτσι κι αλλιώς, δεν κολλάει γραμματικώς σε πρόσωπα· πάει κυρίως παρέα με την πολιτική και τις πολιτικές.
Σκέφτομαι μόνο τι έφταιξε στο μεταξύ, και η Θεσσαλονίκη γύρισε κι έγινε από κοσμοπολίτικη περασιά των Βαλκανίων πολιτιστική επαρχία· που την ορέγονται οι Αθηναίοι για τα φαγάδικά της και τον διάχυτο, πραγματικό ή υποθετικό, ερωτισμό της. Σίγουρα όχι τόσο οι πολίτες της που, μετά τον εμφύλιο, ανακατεύτηκαν σ’ έναν απροσδιόριστο πληθυσμικό αχταρμά. Βεβαίως ο Δήμος και οι Δήμοι της· που τόσα χρόνια δεν κατάφεραν να ιεραρχήσουν τα πολιτιστικά ζητούμενα αυτής της πόλης, και την άφησαν ανυπεράσπιστη να παρασυρθεί στο οικιστικό της ξεχαρβάλωμα. Πάνω όμως από όλους και από όλα, φταίει η ελληνική πολιτεία· που κάθε τόσο έταζε λαγούς με πετραχείλια, κι όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι, σήκωνε ψηλά τα χέρια. Αποτέλεσμα: σταθερώς ομιχλώδες αεροδρόμιο· βουρκωμένος ο Θερμαϊκός· ασφυκτικό το συγκοινωνιακό της δίκτυο, και τα λοιπά και τα λοιπά.
Μ’ αυτούς τους όρους αξιώθηκε η πόλη μας να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα Ευρώπης, και δεν είναι να απορείς που τρέχει και δεν τα προφταίνει. Κι ίσως να είχε δίκιο ο πάντοτε νηφάλιος και φιλόπατρις Γιάννης Μπουτάρης, όταν, παραιτούμενος από τη Συντονιστική Επιτροπή, φώναζε πως τα «μεγάλα έργα» που δεν έγιναν τόσον καιρό δεν είναι δυνατόν να γίνουν σε μια νύχτα, στην πλάτη της πολιτιστικής πρωτεύουσας.
Κι όμως τους περισσότερους, υπεύθυνους κι ανεύθυνους, τους έπιασε τώρα σφίξη και μεγαλομανία. Χαρακτηριστική περίπτωση το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος· που αποφάσισε φέτος να ανασκάψει εκ θεμελίων την Αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και να γκρεμίσει το παράλιο «Βασιλικό», αφήνοντας άστεγες τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της πολιτιστικής χρονιάς.
Από εκεί και πέρα, το ένα κακό φέρνει το άλλο: οργανωτικό και προγραμματικό κομφούζιο· αλλεπάλληλες αλλαγές στις θέσεις καλλιτεχνικού και διοικητικού διευθυντή. Ωσπου την τελευταία στιγμή βρέθηκε ο Πάνος Θεοδωρίδης να κάθεται, όπως δήλωσε, στην ηλεκτρική καρέκλα, αναλαμβάνοντας το ρίσκο της αποτυχίας.
Ομολογώ πως η τρόικα που διαχειρίζεται τελικώς το καλλιτεχνικό πρόγραμμα της πολιτιστικής πρωτεύουσας, παρ’ όλη την, εξ υποκειμένων και εξ αντικειμένου, έκδηλη αμηχανία της, διαθέτει κάποια ασυνήθιστα προσόντα: απεχθάνεται τη σοβαροφάνεια· της αρέσουν οι προκλήσεις· παίζει τον δύσκολο ρόλο της με χιούμορ. Μόνον που και τα τρία αυτά προτερήματα εύκολα γυρίζουν στο αντίστροφο. Αλλά για την πιθανή αυτή αναστροφή, που εύχομαι να μη συντελεστεί, θα τα ξαναπούμε. Προς το παρόν: αναμονή. Και ο Θεός να βάλει το χέρι του περί πάτρης. Γιατί, όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι: το αίμα νερό δεν γίνεται, κι αν γίνεται, δεν πίνεται.
Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.



