anto d’ Amore. Κλασικισμός και νεωτερικότητα στη μουσική και στις εικαστικές τέχνες. 1914-1935». Ο τίτλος και μόνο της έκθεσης ­ που από τον Απρίλιο ως τον Αύγουστο λειτουργεί στο Κουνστμούζεουμ της Βασιλείας ­ είναι πλούσιος σε αναφορές και αισθητικά ερωτήματα αντιστοιχώντας σε έναν εκθεσιακό προβληματισμό δοκιμιακού χαρακτήρα.


Το έργο του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο «Canto d’ Amore», από το 1914, με την αινιγματική πράσινη σφαίρα, το κόκκινο πλαστικό γάντι και το γύψινο κεφάλι να ανακαλεί μελαγχολικά τον χαμένο κόσμο της αρχαιότητας, είναι το έμβλημα της έκθεσης που παρακολουθεί την ανάδυση κλασικιστικών τάσεων σε έργα μοντέρνων καλλιτεχνών όπως οι Αλεξάντερ Αρσιπένκο, Μαξ Μπέκμαν, Πιερ Μπονάρ, Μπρανκούζι, Μπρακ, Ντε Κίρικο, Νταλί, Πάουλ Κλέε, Λεζέ, Λε Κορμπυζιέ, Ματίς, Μιρό, Μοντριάν, Πικάσο, Οσκαρ Σλέμερ, αλλά και σε συνθέσεις μουσικών όπως οι Μπάρτοκ, Μπουζόνι, Ντε Φάλια, Χίντεμιτ, Χόνεγκερ, Μιλό, Πουλένκ, Μαξ Ρέγκερ, Ερίκ Σατί, Σένμπεργκ, Ρίχαρντ Στράους, Στραβίνσκι, Βέμπερν, Αλφρέντο Καζάλα.


Ο Νταλί με την «Εποχή της Αννας Μαρίας» (1925-26) να παραπέμπει στο ύφος της νέας αντικειμενικότητας, ο Μπέκμαν με έναν άνδρα σαν αρχαίο κούρο, μερικά ηδονιστικά εσωτερικά του Ματίς με θέα στις παραλίες της Κυανής Ακτής και στο γαλάζιο φως τους, ο Ντε Κίρικο με μυστηριακά ιταλικά ξέφωτα να διερωτάται Pictor Classicus Sum;, ο απόλυτος Μπρανκούζι του αποκαθαρμένου κοριτσίστικου τόρσο αλλά και οι Ιταλίδες του Πικάσο από το 1919, να θυμίζουν την Donna Velata του Ραφαήλ, συνυπάρχουν στην ελβετική πόλη με παρτιτούρες και ήχους του μοντέρνου σύμπαντος. Στα έργα που ακούγονται ή διαβάζονται σε νότες αναγνωρίζεται η παλιά μουσική, μελωδίες και κοντραπούντα της Αναγέννησης, μοτίβα του παρελθόντος ερμηνευμένα από το νέο πνεύμα ή επανακάμπτουν αρχαίες θεματικές. Παράδειγμα οι «Χοηφόρες» του Μιλό με ένα συνεχές πέρασμα από τη γλώσσα του Κλοντέλ στη μουσική, παράδειγμα επίσης ο «Σωκράτης» του Ερίκ Σατί, συμφωνικό δράμα σε τρία μέρη, για τέσσερις σοπράνο και μικρή ορχήστρα, με αποσπάσματα από το πλατωνικό «Συμπόσιο», τον «Φαίδωνα» και τον «Φαίδρο».


Στην έκθεση της Βασιλείας, όπου η «κλασικίζουσα νεωτερικότητα» εμφανίζεται τελικά ως υπόθεση των κλασικών μοντέρνων, κυριαρχεί η περίπτωση Πικάσο. Με αρλεκίνους, σαλτιμπάγκους και τους τύπους της Κομέντια. Με βαριά, μελαψά κορμιά, μνημειακές φιγούρες, πτυχολογίες και πομπηιανά πρότυπαΩ με μινώταυρους και σταδιακές μεταμορφώσεις.


«Ο Μότσαρτ είναι για μένα ό,τι ήταν ο Ραφαήλ για τον Ενγκρ και ό,τι ο Ραφαήλ είναι για τον Πικάσο», έλεγε το 1922 ο Στραβίνσκι ­ η δεύτερη κυρίαρχη φυσιογνωμία της έκθεσης ­ προσθέτοντας την ομολογία αυτή στο δημιουργικό παιχνίδι του νεωτερικού με τα μεγάλα πρότυπα.


Ποιο είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο του κλασικισμού στις δεκαετίες ’20 και ’30; Το ζήτημα είχε απασχολήσει ιστορικούς και θεωρητικούς της τέχνης, που μελετούσαν τις νοσταλγικές, εθνικιστικές παρεκκλίσεις, τη στροφή προς μια φιλοσοφία της τάξης εν όψει του μοντέρνου «χάους», τη γοητεία του αρχαιόθεμου, τις ποικίλες αναβιώσεις, το ψάξιμο για επιζώσες νόρμες, ό,τι έδειχνε απάρνηση του μοντέρνου στο εσωτερικό των βασικών κινημάτων της νεωτερικότητας αλλά και ειδικότερα μέσα σε κάθε εκλεκτικιστικό ιδίωμα. Συνιστά ο κλασικισμός των μοντέρνων αντιμοντερνισμό; Ενα επιπλέον ερώτημα από τα πολλά που συνοδεύουν τους χαρακτηρισμούς «συντηρητική επανάσταση» και «δημιουργική παλινόρθωση», τις επιστροφές σε πηγές και άλλους πολιτισμούς, τις επιγονικές σχέσεις των μοντέρνων με τους «ισχυρούς» της παράδοσης.


Η έκθεση της Βασιλείας τοποθετείται στο πλαίσιο μιας γενικότερης συζήτησης που τις τελευταίες δεκαετίες επιχειρείται γύρω από τη νεωτερικότητα και το μεταμοντέρνο. Εχουν προηγηθεί οι εκθέσεις «On classic ground», το 1990, στην Tate Gallery, «Ο κλασικισμός του Πικάσο» στην Κούνστχαλε του Μπίλεφελντ. Η «Αρχαιότητα – Νεωτερικότητα» στο Ιδρυμα Μιρό της Βαρκελώνης, το 1990-91. Διαφορετικά ερμηνεύονταν οι κλασικιστικές διαθέσεις, η κλασικίζουσα στάση των μοντέρνων, όταν η νεωτερικότητα αποτελούσε το μόνο διαβατήριο. Το μόνο χαρτί που νομιμοποιούσε τη σύγχρονη τέχνη. Τότε οι υπερασπιστές των κλασικιστικών τάσεων ήταν μοναχικές φωνές ή φωνές που μόλις ακούγονταν μέσα στο πανδαιμόνιο των ιδεολογικών προσεγγίσεων και κριτικών. Τη δεκαετία του ’80, χρυσή εποχή του μεταμοντέρνου λόγου, ολοκληρώθηκε η «μεταστροφή» της ματιάς πάνω στους νεοκλασικίζοντες μοντέρνους. Η νεωτερικότητα δεν ήταν πια το μέτρο και το μοντέρνο ήταν παραδεκτό για τις πολλές όψεις του, ακόμη και κλασικίζουσες. Σήμερα η έκθεση της Βασιλείας ­ καρπός όλων αυτών των ζυμώσεων ­ αποδεικνύει πόσο έχουν κατέβει οι τόνοι, ως και ο τόνος του μεταμοντέρνου παραληρήματος. Η νεωτερικότητα, ο κλασικισμός των μοντέρνων, η νέα κλασικότητα είναι πλέον «τόποι» όπου τα πάντα μπορούν να σταθούν, να χωρέσουν. Συνεχώς φαίνεται να μετατοπίζεται η ματιά πάνω στο νεωτερικό. Οι σημερινές άκρως σχετικοποιημένες και διαφοροποιημένες έννοιες, οι συμφιλιωτικές πρακτικές που εκφράζουν το Zeitgeist της δεκαετίας του ’90 πρόκειται μήπως να δεχτούν τα πυρά, να συναντήσουν δυναμικό αντίλογο, να σκοντάψουν σε άλλες πολεμικές και αντιπαραθέσεις προτού βγει ο 20ός αιώνας;