Είκοσι χρόνια μετά την έκδοση του καταλόγου με την πλήρη εργογραφία των μουσικών συνθέσεων του Φρειδερίκου Νίτσε (1976) ανακαλύπτουμε και στην Ελλάδα τον Νίτσε – συνθέτη ή τον Νίτσε – φιλόσοφο – που – ήθελε – να – γίνει – συνθέτης, μέσα από ένα ρεσιτάλ της μεγάλης υψιφώνου Χίλντεγκαρντ Μπέρενς. Η μουσική εργογραφία του Νίτσε περιλαμβάνει 74 έργα. Στο αθηναϊκό ρεσιτάλ τής Μπέρενς ερμηνεύονται έξι λίντερ.
«Οποιαδήποτε κι αν ήταν η ικανότητα του Νίτσε ως συνθέτη, οι εξορμήσεις του στη μουσική έκαναν λιγότερο κακό από τις εξορμήσεις του Βάγκνερ στη φιλοσοφία», έγραψε τον Δεκέμβριο του 1992 ο κριτικός του βρετανικού περιοδικού «Gramophone» παρουσιάζοντας τον δίσκο του πιανίστα Τζον Μπελ Γιανγκ με έργα για πιάνο του Νίτσε (Newport Classic Premier).
«Κανένας δεν θα άκουγε σήμερα τα έργα αυτά αν ο συνθέτης τους δεν είχε διακριθεί στο πεδίο της φιλοσοφίας και αν δεν είχε διατυπώσει μερικές καίριες παρατηρήσεις για τη μουσική, μεταξύ των οποίων και μια ανελέητη κριτική για τη βαγκνερική αισθητική», έγραψε τον Δεκέμβριο του 1995 ο κριτικός του γαλλικού περιοδικού «Monde de la Musique» παρουσιάζοντας τον δίσκο με όλα τα τραγούδια του Νίτσε που ηχογράφησε ο βαρύτονος Ντίτριχ Φίσερ – Ντίσκαου (Philips).
Φυσικά, αν εξετάσουμε το μουσικό έργο του Νίτσε (1844-1900) όπως εξετάζουμε το έργο του Μέντελσον, του Σούμαν ή του Μπραμς, η ποιότητά του θα μας φανεί μέτρια. Είναι σαν να λέγαμε ότι ο Σένμπεργκ δεν είναι τόσο καλός ζωγράφος όσο είναι καλός μουσικός. Αλλά το να γνωρίσουμε τον Νίτσε – συνθέτη είναι το ίδιο σημαντικό με το να τον γνωρίσουμε ως φιλόσοφο γιατί η μουσική και η φιλοσοφία είναι στο συνολικό έργο του αξεδιάλυτες. Ανακαλύπτοντας τον Νίτσε – συνθέτη καταλαβαίνουμε καλύτερα τον Νίτσε – φιλόσοφο.
Δεν θα ήταν τυχαίο να ισχυρισθούμε ότι ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά έργα του Νίτσε είναι το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Στο φιλοσοφικό έργο του η μουσική αποτελεί βασική συνιστώσα. Και δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε το έργο του φιλοσόφου αν αγνοήσουμε τη διάσταση της μουσικής. «Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος», έγραψε ο Νίτσε σε ένα από τα τελευταία κείμενα του βίου του, στο περίφημο «Ecce Homo» (1888). Στην ίδια συλλογή αφορισμών ο Νίτσε αναφέρεται στο έργο του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» και λέει αποκαλυπτικά ότι «ο Ζαρατούστρα ανήκει ολόκληρος στη μουσική» και ότι «η παρουσία του προϋπέθετε μια πραγματική αναγέννηση της τέχνης τού ακούειν».
* Η σχέση με τον Βάγκνερ
Πολλοί πιστεύουν ότι η μουσική του Φρειδερίκου Νίτσε κινείται στον αστερισμό του Ριχάρδου Βάγκνερ. Το λάθος είναι μέγα. Ο Νίτσε υπήρξε συνθέτης προτού υπάρξει φιλόσοφος. Αρχισε να γράφει μουσική σε ηλικία εννέα ετών (1853). Συνέχισε να γράφει όταν ήταν σπουδαστής στη σχολή Πφόρτα της Θουριγγίας (από το 1858), μια σχολή με ουμανιστική και λουθηρανή παράδοση στην οποία είχαν φοιτήσει οι ποιητές Κλόπστοκ και Νοβάλις, ο Φίχτε και ο Σλέγκελ. Για την περίοδο αυτή ο Ζυλ Ντελέζ γράφει στο βιβλίο του “Ο Νίτσε και η Φιλοσοφία”: «Ηταν το παιδί – θαύμα. Η σχολή διατηρούσε στο αρχείο της όλες τις εργασίες του και τις μουσικές συνθέσεις του». Ακόμη και το 1869, όταν πια γίνεται καθηγητής κλασικής φιλολογίας και ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, συνεχίζει να συνθέτει.
Την περίοδο της Βασιλείας ο Νίτσε συνδέεται με τον Ριχάρδο και την Κόζιμα Βάγκνερ. Ο φιλόσοφος είναι 25 ετών, ο συνθέτης 55 και η Κόζιμα 30. Ο Βάγκνερ ολοκλήρωνε την Τετραλογία του. Μέσα από τη φιλία αυτή και τις ατελείωτες συζητήσεις αναδύθηκε το βασικό έργο του Νίτσε «Η γέννηση της τραγωδίας, σύμφωνα με το πνεύμα της μουσικής» (1872). Αυτό το μείζον έργο στηρίζεται στη σύλληψη ότι το λατρευτικό χορικό άσμα είναι ο διονυσιακός – μουσικός χώρος από τον οποίο προέρχεται η τραγωδία. Αυτή η ιδέα θα ήταν αδιανόητη αν δεν υπήρχε η σχέση του Νίτσε με τη μουσική αλλά και ο διάλογος που αναπτύχθηκε μεταξύ του Νίτσε και του Βάγκνερ. Χωρίς τη σχέση Νίτσε και Βάγκνερ δεν θα ξέραμε ποια θα ήταν η εξέλιξη της σχέσης όπερας και τραγωδίας στον 20ό αιώνα.
* Η υπέρβαση του ρομαντισμού
Το μεγαλύτερο μέρος όμως των συνθέσεων του Νίτσε χρονολογείται από την εποχή των σπουδών του, δηλαδή πριν από την εποχή της φιλοσοφίας. Οι πρώτες του συνθέσεις σφραγίζονται από το κυρίαρχο ρομαντικό ύφος της εποχής. Μαρτυρούν μια μεγάλη επιρροή του Σούμαν. Νεανικά σχέδια για ένα Ρέκβιεμ κινούνται στην παράδοση του Μότσαρτ, για ένα Μιζερέρε στην παράδοση του Παλεστρίνα. Αργότερα, στη μεγάλη σύνθεση «Φαντασία για πιάνο» αναφέρεται συνειδητά στο Ειδύλλιο – Ζίγκφριντ του Βάγκνερ.
Ο Νίτσε όμως, παρ’ όλο που ως φιλόσοφος και ως συνθέτης ήταν ρομαντικός, προσπάθησε σε όλη του τη ζωή να υπερβεί τον ρομαντισμό. Οταν από το 1874 και μετά αρχίζει να γίνεται κριτικός έναντι του Βάγκνερ, μια από τις κατηγορίες που του απευθύνει είναι ότι δεν θέλησε να υπερβεί ποτέ τον ρομαντισμό του. Ηταν επίσης αντίθετος με τον χειμαρρώδη τρόπο ανάπτυξης του Βάγκνερ.
Ο Νίτσε προτιμούσε συνθέσεις μικρές, λαξευμένες, περιχαρακωμένες, εσωστρεφείς και με αναγνωρίσιμη ταυτότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι καλύτερες συνθέσεις του είναι τα λίντερ (16 συνολικά), από τα οποία αναδεικνύεται μια εκπληκτική ποίηση. Ο ποιητικός χαρακτήρας των μελωδιών αυτών οφείλεται βεβαίως και στους στίχους που ο Νίτσε επέλεξε να μελοποιήσει. Οι περισσότεροι ήταν στίχοι ρομαντικών ποιητών, σαν του ούγγρου λυρικού Σάντορ Πετοφί (1823-1849) ή του γερμανού, γαλλικής καταγωγής Ανταλμπέρ Σαμισσό (1781-1838). Ηταν βεβαίως και στίχοι της Λού Σαλομέ, που έδειχνε στον Νίτσε μια ένοχη φιλία, ενώ αυτός την αντιμετώπιζε σαν την αιώνια αγαπημένη. Οταν σημερινοί μεγάλοι τραγουδιστές, σαν τον Ντισκάου ή την Μπέρενς ερμηνεύουν τα τραγούδια αυτά δίνουν μεγάλη σημασία στην ρητορική των λέξεων.
* Η αποκάλυψη της «Κάρμεν»
Από αυτή την άποψη της φόρμας και της αναγνωρίσιμης ταυτότητας, ο Νίτσε θαύμαζε τον Μότσαρτ και τον Λιστ και χαιρέτισε την «Κάρμεν» του Μπυζέ ως έργο με απόλυτη ταυτότητα. Ειδικά η «Κάρμεν» ήταν μια μεγάλη μουσική και ταυτόχρονα φιλοσοφική αποκάλυψη. Μέσα από την «Κάρμεν» μπόρεσε να ομολογήσει καθαρά, στο δοκίμιό του «Η περίπτωση Βάγκνερ» (1888), πόσο απατήθηκε από τον συνθέτη. Εγραψε: «Χθες θα με πιστέψετε; άκουσα για εικοστή φορά το αριστούργημα του Μπυζέ. Ακόμη μία φορά έμεινα ώς το τέλος, με μια γλυκιά περισυλλογή, ακόμη μία φορά δεν το έβαλα στα πόδια. Αυτή η νίκη επί της ανυπομονησίας μου με εκπλήσσει. Πόσο ένα τέτοιο έργο σε κάνει τέλειο! Και, πραγματικά, κάθε φορά όπου άκουγα την “Κάρμεν” αισθανόμουν πιο φιλόσοφος, καλύτερος φιλόσοφος απ’ ό,τι συνήθως. Θα τολμήσω να το πω, η ενορχήστρωση του Μπυζέ είναι ίσως η μόνη που μπορώ ακόμη να υποφέρω. Ο άλλος τρόπος ενορχήστρωσης που είναι τώρα του συρμού, ο βαγκνερικός, βίαιος, τεχνητός και ναΐφ μαζί,… αυτή η βαγκνερική ορχήστρα, πόσο μου κάνει κακό! Την ονομάζω σιρόκο. Μου φέρνει δυσάρεστο ιδρώτα. Επιτέλους αυτή η μουσική θεωρεί τον ακροατή έξυπνο, ακόμη και μουσικό άλλη μία μεγάλη αντίθεση με τον Βάγκνερ, που μπορεί να είναι ό,τι θέλει, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι το πιο αγροίκο πνεύμα στον κόσμο».
Για τον Νίτσε «ελευθερωτής» δεν ήταν μόνο ο Βάγκνερ. Ηταν και ο Μπυζέ, που σε έπαιρνε μακριά από τον ομιχλώδη Βορρά και τους ατμούς του βαγκνερικού ιδεώδους και σε οδηγούσε στον έρωτα και στην αρχέγονη φύση του. Ο έρωτας της Κάρμεν δεν έμοιαζε με τον έρωτα των ιδανικών παρθένων του Βάγκνερ. Ηταν ο έρωτας – πεπρωμένο, ο κυνικός, ο αθώος, ο άσπλαγχνος έρωτας, δηλαδή ο αληθινός.
Το δυστύχημα με τον Νίτσε – συνθέτη ήταν ότι οι περισσότεροι φιλόσοφοι που ασχολήθηκαν με το έργο του δεν ήταν μουσικοί και ότι οι επαγγελματίες μουσικοί δεν ενδιαφέρθηκαν ή περιφρόνησαν το μουσικό έργο του φιλοσόφου. Ο πρώτος που ασχολήθηκε συστηματικά με τον Νίτσε – συνθέτη ήταν ένας μουσικός και ερασιτέχνης φιλόσοφος, ο Κουρτ Πάουλ Γιαντς, που επί 46 χρόνια έπαιζε βιόλα στη Συμφωνική Ορχήστρα της Βασιλείας, δηλαδή στην ίδια πόλη όπου δίδαξε ο Νίτσε. Ο Γιαντς είχε σπουδάσει φιλοσοφία και μαθηματικά στο ίδιο σεμινάριο του Πανεπιστημίου της Βασιλείας όπου ο Νίτσε είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διδάσκαλος.
Χάρη στον Γιαντς, που έκανε τον Νίτσε έργο ζωής, κυκλοφόρησε το 1976 από τον εκδοτικό οίκο Μπάρενράιτερ (Barenreiter) της Βασιλείας και του Κάσελ ο πλήρης κατάλογος των συνθέσεων του φιλοσόφου, που περιλαμβάνει 74 έργα, ολοκληρωμένα ή ημιτελή.
* Την Τρίτη 10 Δεκεμβρίου, στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής, στις 8.30 μ.μ., η Χίλντεγκαρντ Μπέρενς με τη συνοδεία του πιανίστα Κεν Νόντα θα ερμηνεύσει έξι λίντερ του Φρειδερίκου Νίτσε, σε στίχους Νίτσε, Σαντόρ Πετοφί, Λου Αντρέας-Σαλομέ και Ανταλμπέρ Σαμισό. Στο ίδιο πρόγραμμα περιλαμβάνονται λίντερ του Ρόμπερτ Σούμαν, του Φραντς Λιστ καθώς και τα «Βέζεντονκ Λίντερ» του Ριχάρδου Βάγκνερ. Οι γενεαλογικές συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες.



