Η Ορχήστρα της Ρωμανικής Ελβετίας (OSR) δεν έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η προηγούμενη εμφάνισή της ήταν πριν από 33 χρόνια, το 1964, όταν πάλι στο Ηρώδειο υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή της και ενός εκ των κορυφαίων αρχιμουσικών του εικοστού αιώνα, του Ερνέστ Ανσερμέ, ερμήνευσε το Γερμανικό Ρέκβιεμ του Γιοχάνες Μπραμς. Τώρα η ορχήστρα επιστρέφει με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Αρμίν Ζορντάν και τη σύμπραξη της μεγάλης βιολοντσελίστριας Ναταλίας Γκούτμαν. Η συνάντηση της Γκούτμαν, μιας μουσικού εστιασμένης στο σλαβικό και στο γερμανικό ρεπερτόριο, με μια ορχήστρα με τη γαλλοκεντρική παράδοση της OSR (που όμως κράτησε ως σήμερα τα σκήπτρα της πρωτοπορίας στη ρωσική μουσική του 20ού αιώνα, μια και ο Ανσερμέ ήταν ένας από τους βασικούς στυλοβάτες της μεταφύτευσης της μουσικής Στραβίνσκι στη Δύση) είναι ασφαλώς μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση. Αρχικά, αυτό το ιδιόμορφο μουσικό μείγμα επρόκειτο να δοκιμαστεί στο Κοντσέρτο για βιολοντσέλο του Αντονίν Ντβόρζακ, το σημαντικότερο έργο της φιλολογίας για βιολοντσέλο και ορχήστρα. Την τελευταία στιγμή το πρόγραμμα άλλαξε και στη θέση του βρέθηκε το γλυκό, αλλά λιγότερο σημαντικό, κοντσέρτο του Σούμαν. Κάτι που αναπληρώνεται εν μέρει από το γεγονός ότι την επόμενη εβδομάδα, χάρη στον ιδιόμορφο προγραμματισμό του Φεστιβάλ Αθηνών, το κοντσέρτο του Ντβόρζακ περιλαμβάνεται και στις συναυλίες της Τσεχικής Φιλαρμονικής, μιας εξ ίσου σημαντικής ορχήστρας.


Το πρόγραμμα της πρώτης από τις δύο συναυλίες της OSR στο Ηρώδειο, την Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου, θα συνεχιστεί με ένα από τα κορυφαία έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου, τη Μεγάλη Συμφωνία του Φραντς Σούμπερτ, που κάποτε της αποδόθηκε ο αριθμός 9. Σήμερα η έρευνα καταλήγει στο ότι γράφτηκε στα 1825, δύο χρόνια πριν από την Ογδόη, την περίφημη «Ημιτελή», άποψη στην οποία συνηγορεί και η μελέτη του χαρτιού κάποιων χειρογράφων του συνθέτη. Αυτό το χαρτί είναι ίδιο με εκείνο που έγραφε ο Μπετόβεν στα 1824-1825. Ο ίδιος ο Σούμπερτ δεν είχε τη χαρά να την ακούσει, αφού απορρίφθηκε από τους «Φίλους της μουσικής» της Βιέννης ως πολύπλοκη και τεράστια (άλλωστε, οκτώ μήνες πριν από τον θάνατό του, τον Δεκέμβριο του 1828, ο συνθέτης έδωσε μια συναυλία στη Βιέννη που, ενώ του απέφερε κέρδη, δεν συγκίνησε κανέναν μουσικοκριτικό τόσο ώστε να παραστεί). Μετά την ανακάλυψη της παρτιτούρας από τον Σούμαν, το έργο βρήκε γρήγορα την αυτονόητη θέση του στο βασικό ρεπερτόριο. Ασφαλώς η Ενάτη αποτελεί κορυφαία αποτύπωση του μελωδικού φαινομένου του Σούμπερτ. Γι’ αυτό τον λόγο ίσως είναι και ένα από τα πλέον κατάλληλα έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου για μια εισαγωγή στη μουσική, που όμως δεν θα έχει τη μορφή και τους περιορισμούς μιας άσκησης αλλά θα παρέχει από την πρώτη στιγμή πλήρη μα και προσβάσιμη τη δύναμη της μουσικής. Μαζί με το κουιντέτο «Η πέστροφα» η Ενάτη αποτελεί τη μία από τις δύο ακραίες εκφράσεις του μουσικού φαινομένου του Σούμπερτ· την αισιόδοξη. Η άλλη, η σκοτεινή, αποτυπώνεται στην «Ημιτελή» καθώς και στο κουαρτέτο «Ο θάνατος και η κόρη».


Σε τελείως άλλες συντεταγμένες κινείται το πρόγραμμα της δεύτερης συναυλίας της OSR. Ο Ερνέστ Ανσερμέ έγραφε ότι συναντούσε συχνά τον Μορίς Ραβέλ, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, να ατενίζει την όχθη του ελβετικού Βεβέ. Εκεί ο συνθέτης τού έλεγε: «Αγαπητέ μου, έχω καταπληκτικές ιδέες, τις καλύτερες που είχα ποτέ, μόνο που δυστυχώς σχεδόν αμέσως τις ξεχνάω…».


Ευτυχώς, πάντως, δεν του συνέβαινε το ίδιο πριν από δεκαεπτά χρόνια. Ετσι τον Δεκέμβριο του 1920 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το υπέροχο ιμπρεσιονιστικό «Βαλς», ένα είδος επιτομής της μουσικής γραφής του Ραβέλ, αφού συμπυκνώνει με μοναδική οικονομία το πλέον βασικό χαρακτηριστικό της: το αίσθημα ελευθερίας, τον αιθέριο χαρακτήρα, που όμως δεν εκφυλίζεται σε ελαφρότητα. Και που χτίζεται από τον συνδυασμό πολύπλοκης ρυθμικής κατασκευής και εξαίρετης μελωδικής ευαισθησίας, ντυμένης με μια πρωτοποριακή ενορχήστρωση που αναδεικνύει ως και το πιο λεπτό, κρυμμένο ηχόχρωμα. Το έργο δεν ξέφυγε από την τάση της κριτικής της εποχής του να θεωρηθεί μια μουσική εικόνα των καιρών: ένα μοτίβο που καταλήγει στον θάνατο, για μια κοινωνία μόλις βγαλμένη από τον μεγάλο πόλεμο. Ολα αυτά, φυσικά, ερήμην του συνθέτη του. Το σύντομο μα σημαντικό αυτό έργο αποτελεί ένα μόνο μέρος από το τυπικά γαλλικό πρόγραμμα της δεύτερης συναυλίας της ορχήστρας την Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου. Τα υπόλοιπα είναι το διάσημο «Μπολερό» του ίδιου συνθέτη, το «Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου» του Κλοντ Ντεμπυσί και το «Ποίημα της αγάπης και της θάλασσας» του Ερνέστ Σοσόν, έργο που ακούγεται σπανιότερα ίσως από ό,τι του αξίζει.


Οι τιμές των εισιτηρίων και στις δύο συναυλίες είναι 12.000, 10.000, 8.000, 6.000 και για τους φοιτητές 3.000 δραχμές, ενώ η ώρα ενάρξεως 20.30.