Δεν είμαι από εκείνους που είναι βέβαιοι ότι η λογοτεχνική κριτική μας υπήρξε πάντοτε φτωχή, το καχεκτικό αποπαίδι της λογοτεχνίας μας. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι η κριτική μιας περιφερειακής λογοτεχνίας, όπως η δική μας, θα πρέπει να κρίνεται με γνώμονα όχι το επίπεδο της ποίησης ή της πεζογραφίας της, ούτε την κριτική των δυτικών κέντρων, αλλά τους εγχώριους υλικούς όρους της παραγωγής της. Θα ήταν, επίσης, δύσκολο να συμφωνήσει κανείς με όσους υποστηρίζουν ότι και η σημερινή λογοτεχνική κριτική μας είναι ασθενική, κυρίως η λεγόμενη μαχόμενη κριτική, δηλαδή η αξιολόγηση των νέων βιβλίων από τους τακτικούς κριτικούς των εφημερίδων (όσους γράφουν ανελλιπώς κάθε εβδομάδα). Πιστεύω ότι οι κριτικοί των λογοτεχνικών βιβλίων που έχουν να επιδείξουν σήμερα οι σοβαρότερες εφημερίδες μας διαθέτουν γνώση, κρίση και ανεξαρτησία γνώμης, στοιχεία απαραίτητα για την επιτυχή άσκηση του έργου τους. Οι κριτικοί αυτοί παρέχουν βιβλιοκριτική ποιότητας όχι κατώτερης από εκείνη που προσφέρουν στους αναγνώστες τους οι εφημερίδες των ευρωπαϊκών κέντρων. Διότι όχι μόνο έχουν τη δέουσα εποπτεία των σύγχρονων λογοτεχνικών δρωμένων, αλλά και εδράζουν αυτή την εποπτεία πάνω σε καλή γνώση και της παλαιότερης λογοτεχνίας μας, της οποίας άλλωστε είναι και μελετητές.
Σκοπός μου όμως δεν είναι να πλέξω το εγκώμιο της σημερινής βιβλιοκριτικής μας, αλλά να επισημάνω ένα φαινόμενο που παρατηρείται σήμερα στις ίδιες σελίδες λογοτεχνικού βιβλίου των ίδιων εφημερίδων. Αναφέρομαι στην ποιότητα της βιβλιοπαρουσίασης, δηλαδή της δημοσιογραφικής κάλυψης των νέων λογοτεχνικών εκδόσεων και των γύρω από αυτές γεγονότων. Οσοι έχουν μιαν ουσιώδη γνώση της λογοτεχνίας και παρακολουθούν με προσοχή τα λογοτεχνικά μας πράγματα θα έχουν διαπιστώσει ότι η ποιότητα αυτή δεν είναι ανάλογη με την ποιότητα της βιβλιοκριτικής· ότι υπάρχει μια αισθητή διαφορά ανάμεσα στις εκτιμήσεις της βιβλιοπαρουσίασης και τις αξιολογήσεις της βιβλιοκριτικής, μια απόκλιση η οποία, μάλιστα, τον τελευταίο καιρό τείνει να εξελιχθεί σε πλήρη αντίθεση.
Δεν θέλω βέβαια να πω ότι οι βιβλιοπαρουσιαστές δεν θα πρέπει να έχουν τη δική τους φωνή και ότι θα πρέπει να ακολουθούν τις προτιμήσεις των κριτικών βιβλίου. Επειδή όμως είναι, κατά τεκμήριο, λιγότερο ειδήμονες απ’ όσο οι βιβλιοκριτικοί και η εργασία τους είναι, από τη φύση της, λιγότερο εμβριθής από εκείνη της κριτικής του βιβλίου, θα έπρεπε να τους βάζει σε σκέψη το γεγονός ότι οι εκτιμήσεις τους διαφέρουν εμφανώς από τις εκτιμήσεις των βιβλιοκριτικών (και των κριτικών γενικότερα). Πολύ περισσότερο, θα έπρεπε να ανησυχούν που οι προτιμήσεις τους συνάδουν με τις προτιμήσεις των εκδοτών, δηλαδή με τις αναζητήσεις του εκδοτικού marketing.
Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Απεναντίας τον τελευταίο καιρό οι επιφορτισμένοι με τη δημοσιογραφική κάλυψη των λογοτεχνικών γεγονότων φαίνονται να έχουν αναπτύξει αισθήματα κριτικής υπεροχής έναντι των κριτικών βιβλίου, με αποτέλεσμα όχι μόνο να επιδίδονται και οι ίδιοι – με τον τρόπο τους – στην άσκηση λογοτεχνικής κριτικής, αλλά και να δηλώνουν ρητά τη διαφωνία τους με τους κριτικούς, ενίοτε μάλιστα με καταφρονητική διάθεση.
Ο επαρκής αναγνώστης θα έχει αντιληφθεί ότι περιγράφω το φαινόμενο μιας οιονεί λογοτεχνικής κριτικής που έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κριτικής lifestyle· μιας κριτικής που θεωρεί κριτήριο για μια θετική (συχνά διθυραμβική) αξιολόγηση και προβολή ενός έργου λιγότερο τις λογοτεχνικές αρετές του ίδιου του έργου και περισσότερο τη θέση του συγγραφέα του σε ένα πλέγμα σχέσεων που συνυφαίνεται από ποικίλες θετικότητες: από την εμφάνισή του στον πίνακα των μπεστ-σέλερ, την οικειότητά του με την πολιτική εξουσία, τη συμμετοχή του στους προβληματισμούς της «υψηλής» διανόησης που αναπτύσσονται στο αθηναϊκό πλαίσιο της in κοσμικοκαλλιτεχνικής ζωής κτλ.
Η λογοτεχνική κριτική lifestyle όχι μόνο δεν θεωρεί τον χαρακτηρισμό της ως lifestyle υποτιμητικό, αλλά έμμεσα, ή και άμεσα, αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοια: όταν, λ.χ., διακηρύσσει την απολύτρωσή της από τις επιφυλάξεις για ορισμένα εύπεπτα – και ευπώλητα – βιβλία, τα οποία οι κριτικοί των παρακείμενων στηλών θεωρούν προϊόντα μιας ελαφράς αντίληψης για τη λογοτεχνία· ή όταν προτρέπει στην «απελευθέρωση του αναγνώστη από τους μύθους του βιβλίου, από τη δαιμονοποίηση του lifestyle, … τη σοβαροφάνεια, που βαφτίζονται “βάθος” και “γνησιότητα” λόγου».
Οι εντός εισαγωγικών φράσεις περιέχονται σε κείμενο που θα μπορούσε να θεωρηθεί το μανιφέστο της lifestyle κριτικής, η οποία παρουσιάζεται πλέον με τα γνωρίσματα ενός κριτικού κινήματος. Στο μανιφέστο αυτό, που έχει τον ενδεικτικό τίτλο «Φρέσκος αέρας» και που με το μεταμοντέρνο πνεύμα του καταφρονεί τις αναζητήσεις της ουσιώδους λογοτεχνίας προς όφελος της χλιδάτης επιφάνειας χαρακτηρίζοντας συλλήβδην τα υπάρχοντα λογοτεχνικά περιοδικά σοβαροφανή και πεπαλαιωμένα, χαιρετίζεται η επικείμενη έκδοση «δύο καινούργιων περιοδικών για το βιβλίο και τη λογοτεχνία»: ενός «πολύχρωμου, μοντέρνου» και ενός «ασπρόμαυρου, ντιζαϊνάτου», που, αν πετύχουν, «θα αναζωογονήσουν ολόκληρη την ελληνική πνευματική κίνηση», εκφράζοντας «τα καινούργια ρεύματα, τις καινούργιες ιδέες, τον καινούργιο παλμό της εποχής μας».
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



