Το θέμα της θανατικής ποινής επανήλθε προσφάτως στην επικαιρότητα προκαλώντας και πάλι αντικρουόμενες απόψεις και οξείες αντιπαραθέσεις. Αλλωστε είναι ένα ζήτημα το οποίο κάθε κοινωνία, κάθε χώρα προσεγγίζει και αντιμετωπίζει με τελείως διαφορετικό τρόπο. Στο πλαίσιο της συζήτησης που διεξάγεται «Το Βήμα» δημοσιεύει σήμερα την άποψη του καθηγητή κ. Κ. Παπαγεωργίου.
Ο δικαϊκός μας πολιτισμός έχει στιγματίσει ηθικά και απαρνηθεί θεσμικά τα βασανιστήρια ως μέθοδο ανάκρισης υπόπτων και σωφρονισμού ενόχων. Η συνειδητή αυτή επιλογή απορρέει από την αναγνώριση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου ως θεμελιώδους αξίας. Λέμε και παραδεχόμαστε ότι όσο σπουδαίο και αν είναι το όφελος που θα προέκυπτε ενδεχομένως από τη νομιμοποίηση της πρακτικής των βασανιστηρίων σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να γίνει σε καμία περίπτωση αποδεκτή υπό το φως των παραδεδεγμένων από την κοινωνία και από την έννομη τάξη αξιών. Η θέση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται στο Σύνταγμά μας και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις θεμελιώδεις του παραδοχές. Και ο τρόπος με τον οποίο «διαβάζουμε» τον θεμελιώδη χάρτη της χώρας δεν μπορεί επίσης να είναι αυθαίρετος αλλά ρυθμίζεται και αυτός από το έλλογο αίτημα για την καλύτερη δυνατή εναρμόνιση των κεντρικών μας αντιλήψεων γύρω από τον άνθρωπο και την κοινωνία, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Μια δημοκρατική πολιτεία που θα συμβιβαζόταν με μια πρακτική βασανιστηρίων θα πρόδιδε σε τελευταία ανάλυση και τον ίδιο της τον εαυτό.
Κανείς από μας (ή σχεδόν κανείς) δεν θα δεχόταν ότι ο βασανισμός ενός ανθρώπου, ακόμη και του πιο στυγερού δολοφόνου ή ενός πωρωμένου εμπόρου ναρκωτικών, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ηθικά ως νόμιμο μέσο για την επίτευξη ενός επιθυμητού σκοπού, όπως για παράδειγμα η ομολογία του δράστη ή η αποκάλυψη ενός μεγάλου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών. Και αν η προοπτική επίτευξης ενός επιθυμητού αποτελέσματος μοιάζει να κατεβάζει κάπως το επίπεδο της ανοχής μας προς μια τέτοια ηθική παρασπονδία, η υποβολή ενός υπόπτου ή και ενόχου σε βασανιστήρια για λόγους εκδίκησης και μόνον θα προσέκρουε, στον βαθμό που θα γινόταν γνωστή, σε καθολική αντίδραση. Μια τέτοια πράξη είναι και τη θεωρούμε βάρβαρη. Τι είναι λοιπόν αυτό που διαφοροποιεί την κρίση μας ως προς τη θανατική ποινή;
Θα περίμενε κανείς ότι ένας θεσμός που προβλέπει τη δυνατότητα αφαίρεσης από μέρους της πολιτείας του βασικότερου αγαθού που διαθέτει ο άνθρωπος θα ήταν σε θέση να προσαγάγει ισχυρότατα επιχειρήματα που να μας δείχνουν ότι ο θεσμός αυτός έχει ένα ορθολογικό νόημα και δεν προσβάλλει ανυπόφορα τις παραδεδεγμένες αξίες της πολιτείας μας. Το «βάρος της αποδείξεως» βρίσκεται με άλλα λόγια σε εκείνους που θέλουν να επαναφέρουν τη θανατική ποινή, γιατί όποιος υποστηρίζει μια πρακτική ή έναν θεσμό που πλήττει θεμελιώδεις αξίες ή δικαιώματα έχει την υποχρέωση να συνδέσει τη θέση του αυτή με κάποιους ικανοποιητικούς νομιμοποιητικούς λόγους.
Η σημασία της στατιστικής
Για την υποστήριξη της θανατικής ποινής θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει τέτοιους λόγους σε δύο κατευθύνσεις. Υπόθεση Α: Η απειλή και εφαρμογή της ποινής του θανάτου για ορισμένα βαρύτατα αδικήματα μειώνει το ποσοστό διάπραξης των αδικημάτων αυτών. Υπόθεση Β: Ορισμένα εγκλήματα είναι τόσο στυγερά και προδίδουν τέτοια ηθική πώρωση, ώστε η μόνη αντιμετώπιση που αξίζει να έχουν οι δράστες τους είναι η ποινή του θανάτου. Πόσο ευσταθούν όμως οι δύο αυτές υποθέσεις;
Οσοι υποστηρίζουν την ποινή του θανάτου έχουν την τάση να αποδίδουν στους πολέμιούς της έναν εξωπραγματικό ουμανισμό, δηλαδή καλοσύνη και αφέλεια, ενώ για τους εαυτούς τους επιφυλάσσουν την ιδιότητα του ρεαλιστή ή του πραγματιστή. Μπορεί όμως η πραγματικότητα να μιλήσει από μόνη της και αν ναι, τι θα μας πει στα αλήθεια; Πρώτα από όλα, ότι τα στατιστικά δεδομένα είναι άχρηστα και στερούνται νοήματος δίχως την υποστήριξη θεμελιωδών αξιολογήσεων. Αν, για παράδειγμα, δεχθούμε ένα στατιστικό δεδομένο που μας λέει ότι ένας στους 100 δολοφόνους που θα αποφυλακιστούν θα επαναλάβει κάποια στιγμή την πράξη του, τότε ποιο θα πρέπει να είναι το συμπέρασμά μας; Ενα σύνηθες εδώ επιχείρημα είναι ότι η ζωή αθώων πολιτών πρέπει να έχει άμεση προτεραιότητα και ότι η ανάγκη προστασίας τους νομιμοποιεί τη χρήση οποιουδήποτε μέσου κρίνεται αναγκαίο για τη διασφάλιση αυτού του σκοπού συμπεριλαμβανομένης και της θανατικής ποινής. Στο παράδειγμά μας όμως κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η ζωή ενός αθώου θύματος βαραίνει περισσότερο από τη ζωή των 99 υπόδικων που δεν επρόκειτο να υποτροπιάσουν μετά την έκτιση της ποινής τους. Η στάθμιση δεν είναι καθόλου αυτονόητη.
Αλλά και πέρα από αυτό τα στατιστικά δεδομένα δεν μπορούν να μας πουν και πολλά πράγματα. Οι αριθμοί που μας λένε ότι το τάδε έγκλημα μειώθηκε ή αυξήθηκε σε μια ορισμένη χρονική περίοδο κατά την οποία ίσχυσε ή δεν ίσχυσε η θανατική ποινή χρησιμεύουν μόνο στο να κερδίζουμε τις εντυπώσεις. Γιατί απλούστατα ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια όλους τους παράγοντες που πιθανόν να συνέπραξαν στην αύξηση ή μείωση της εγκληματικής συμπεριφοράς. Μπορεί να θέλουμε να διαπιστώσουμε πώς αντιδρά μια κοινωνία διαχρονικά απέναντι στην υιοθέτηση ή κατάργηση ενός θεσμού, η κοινωνία όμως μπορεί να μην είναι πια η ίδια. Οσοι όμως εμμένουν στη στατιστική αξίζει να λάβουν υπόψη τους την περίπτωση της Νέας Ζηλανδίας. Στη χώρα αυτή ίσχυσε η θανατική ποινή από το 1924 ως το 1962, ύστερα καταργήθηκε, για να επανέλθει και να ξανακαταργηθεί διαδοχικά. Στο διάστημα αυτό παρατηρούνται μεταπτώσεις στους αριθμούς των ανθρωποκτονιών, οι μεταπτώσεις όμως αυτές δεν παρουσιάζουν την παραμικρή συνάφεια με το αν ίσχυε ή όχι η θανατική ποινή.
Η απροσδιοριστία των δεδομένων παρέχει πολλούς ακόμη λόγους που θα έπρεπε να μας κάνουν εξαιρετικά δύσπιστους απέναντι στην υπόθεση Α. Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι τα ισόβια δεν εκφοβίζουν αρκετά και γιατί άραγε η απειλή του θανάτου εκφοβίζει περισσότερο τον επίδοξο εγκληματία ως προς τη διάπραξη ενός εγκλήματος; Είναι βέβαια αμφίβολο σε ποιο βαθμό σταθμίζει ορθολογικά τα υπέρ και τα κατά ένας φονιάς. Αν όμως υποθέσουμε ότι διαθέτει ένα ελάχιστο ποσοστό ορθολογικότητας, τότε αυτό που θα βαραίνει σε τελευταία ανάλυση στην απόφασή του είναι η πιθανότητα σύλληψής του. Οσο λιγότερες πιθανότητες έχουμε να μας συμβεί κάποιο κακό κατά την επιδίωξη ενός ιδιαίτερα επιθυμητού σκοπού, τόσο μικρότερη σημασία έχει για μας πόσο σοβαρό θα είναι το κακό που θα πάθουμε.
Η απροσδιοριστία αυτή υπαινίσσεται ότι στην αξιολόγηση του θεσμού της θανατικής ποινής τον τελευταίο λόγο έχουν επιχειρήματα που συνδέονται με αξίες ή δικαιώματα. Πόσο πειστικά είναι τα επιχειρήματα που προσκομίζουν εδώ οι υποστηρικτές της θανατικής ποινής; Οπως είδαμε πιο πάνω, στο παράδειγμα του κινδύνου υποτροπής ενός δολοφόνου, η υποστήριξη της θανατικής ποινής υιοθετεί μια υπό το φως των παραδεδεγμένων μας αξιολογήσεων τελείως μη ρεαλιστική εκδοχή. Το να προτιμούμε να πεθάνουν 99 (αθώοι ως προς τον κίνδυνο) κατάδικοι για να σωθεί ένας αθώος πολίτης είναι ανάλογα τερατώδες (αν όχι χειρότερο) με το να δεχόμαστε να σκοτώσουμε έναν άνθρωπο για να μοιράσουμε τα ζωτικά του όργανα και να δώσουμε ζωή σε περισσοτέρους. Η ζωή επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις, αλλά και μοιραίες συνέπειες για όλους μας. Το ενδιαφέρον και η υποχρέωση της πολιτείας να τις προλάβει οριοθετείται από μια αντίληψη κοινής ωφέλειας καθώς και τα δικαιώματα τρίτων. Η πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων δεν μπορεί να φτάσει μέχρι του σημείου να απαγορεύσουμε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Το ίδιο ισχύει και για την πρόληψη σοβαρών εγκλημάτων.
Η «αρχή της ανταπόδοσης»
Μήπως όμως αυτοί που υποστηρίζουν την ποινή του θανάτου εννοούν κάτι διαφορετικό; Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανάπτυξη των επιχειρημάτων τους (υπόθεση Β) έχει ως αφετηρία τη διαπίστωση φρικτών εγκλημάτων και στυγερών δολοφόνων. Και οι δύο κατηγορίες είναι αναμφίβολα υπαρκτές και δικαίως μας ταράζουν. Αν όμως δεν μπορούμε να καταδείξουμε μια ωφέλεια για την κοινωνία και τα δικαιώματα τρίτων, τότε τι είναι αυτό που μας νομιμοποιεί στο να πιστεύουμε ότι ακόμη και οι αθλιότεροι και ειδεχθέστεροι δολοφόνοι αξίζουν τον θάνατο; Οσο και αν προσπαθήσουμε (και πολλοί μεγάλοι φιλόσοφοι πράγματι το επιχείρησαν) να θεμελιώσουμε μια «αρχή της ανταπόδοσης» δεν θα καταφέρουμε τίποτε περισσότερο από αμήχανες ταυτολογίες. Το «κακό», η αδικία, το έγκλημα, η βαθιά ανηθικότητα μπορεί να προκαλούν δικαιολογημένη αποστροφή και να ερεθίζουν τα εκδικητικά μας αντανακλαστικά, δεν νομιμοποιούν όμως ηθικά την ανταπόδοση. Βέβαια κάποιοι θα πουν ότι η κοινωνία έχει ανάγκη να ικανοποιήσει τα εκδικητικά της ένστικτα. Αυτό όμως είναι μια εμπειρική υπόθεση που πρέπει να καταδειχθεί και που φυσικά πάλι ανοίγει το κεφάλαιο των αξιών στις οποίες πιστεύουμε. Θέλουμε αλήθεια να ανακουφίσουμε την κοινωνία εθίζοντάς την στο να ρίχνει αλάτι στις πληγές της; Δεν καταλαβαίνουμε ότι η θανατική ποινή όχι μόνο δεν παραδειγματίζει, αλλά αποτελεί συνάμα μια αίσχιστη μορφή συλλογικής διαπαιδαγώγησης;
Ο δικαϊκός μας πολιτισμός έχει καταδικάσει τα βασανιστήρια ως κρατική πρακτική όσο καλό σκοπό και αν εξυπηρετούν. Η καταδίκη αυτή είναι βαθύτατα συμβολική και σηματοδοτεί, πιστεύω, την είσοδο σε ένα ανώτερο στάδιο συλλογικής ηθικής ωρίμανσης, τουλάχιστον ως προς αυτό και μόνο αυτό το σημείο (δεν αποκλείεται σε άλλα σημεία η ηθική μας συνείδηση να παρουσιάζει κάμψη). Είναι σπουδαίο ότι έχουμε μάθει να θεωρούμε βαρύτατη ηθική προσβολή τη χειραγώγηση ανθρώπινων όντων μέσω της σκόπιμης πρόκλησης έντονου και διαρκούς πόνου. Είναι καιρός να δούμε ότι και η θανατική ποινή είναι εξίσου κακός τρόπος χειρισμού και αντιμετώπισης ανθρώπινων όντων. Επιβάλλοντας μια πολιτεία τη θανατική ποινή μεταχειρίζεται ανθρώπινα όντα ως πράγματα προτού τα καταστήσει πράγματα μια για πάντα.
Ο κ. Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου είναι επίκουρος καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.



