Δ. ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ
Η 73χρονη πολωνέζα ποιήτρια Βισουάβα Σιμπόρσκα, στην οποία απονεμήθηκε το βραβείο Νομπέλ λογοτεχνίας 1996, έχει περάσει τη ζωή της «μακριά από την τύρβη της αγοράς
Τα διεθνή πρακτορεία μετέδωσαν ότι η είδηση για την απονομή του βραβείου Νομπέλ λογοτεχνίας βρήκε την 73χρονη Βισουάβα Σιμπόρσκα κάπου στην περιοχή του Ζακοπάνε, στην οροσειρά των Τάτρα. Αρχικά ο εντοπισμός της στάθηκε αδύνατος. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τη «σκιαγμένη» αυτή υποδοχή του βραβείου από μια ποιήτρια η οποία πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της αν εξαιρεθούν οι φορτισμένες κοινωνικοπολιτικά δεκαετίες της πρώτης της νιότης, που συμπίπτουν με την εποχή του σταλινισμού «μακριά από την τύρβη της αγοράς». Η Σιμπόρσκα έζησε την άχαρη καθημερινή μονοτονία της Κρακοβίας υπηρετώντας με μεγάλη επίγνωση και οξυδέρκεια την «αντικοινωνική» τέχνη της ποίησης. «Φοβάμαι ότι τώρα δεν θα μπορέσω να συνεχίσω την ήσυχη ζωή μου» φέρεται ότι δήλωσε θορυβημένη όταν τελικά της μετέφεραν το χαρμόσυνο νέο.
Από το πρώτο αδέξιο ποίημά της με τον αγωνιώδη νεανικό τίτλο «Ζητώ τη λέξη», που δημοσιεύθηκε στο «Ντζένικ Πόλσκι» όταν η Σιμπόρσκα ήταν πρωτοετής της πολωνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Γιαγκελόνσκι, ως το Νομπέλ του 1.120.000 δολαρίων έχει κυλήσει μισός αιώνας. Ομολογουμένως τα βιβλία που δημοσιεύθηκαν αυτά τα χρόνια δεν είναι πολλά: από τα δύο αποκηρυγμένα πρωτόλειά της, που κινούνται στο πνεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ως την πολυσυζητημένη «Επίκληση του Γέτι» του ’57, όπου εμφανίζεται μια χροιά παραπλήσια με τη δημιουργική ροπή του υπαρξισμούΩ από τις μικρές λυρικές φόρμες των συλλογών «Αλάτι» (1962), «Εκατό χαρές» (1967), «Για κάθε ενδεχόμενο» (1972), «Ο μέγας αριθμός» (1976), που αποτελούν μια συμπαγή αλληλουχία στοχασμών, παρατηρήσεων, γρίφων και άλλων νοητικών μορφωμάτων, ως την πιο πρόσφατη κατάθεσή της, το αφαιρετικού ύφους «Η αρχή και το τέλος» (1993).
Η Σιμπόρσκα είναι ποιήτρια ολιγογράφος αλλά και εξαιρετικά πυκνή. Ο άνθρωπος εμφανίζεται στο έργο της υποταγμένος στους αιώνιους νόμους της βιολογίας και στις αναγκαιότητες της ιστορίας, με τις ελπίδες του ματαιωμένες. Προδομένος στους υπολογισμούς του βιώνει σταθερά την πίκρα της αλλοτρίωσης και της εγκατάλειψης ζώντας με τη συνείδηση μιας αόριστης απειλής μέσα στην αβεβαιότητα της επικοινωνίας με τον συνάνθρωπο. «Απόμακρη και προσηλωμένη ταυτόχρονα η Σιμπόρσκα δικαιώνει απόλυτα την αντίληψη ότι δεν υπάρχουν ερωτήματα τόσο σημαντικότερα από εκείνα που δείχνουν απλοϊκά», υπογραμμίζει στο σκεπτικό της η Βασιλική Ακαδημία της Σουηδίας. Με τέχνη αλχημιστή η Σιμπόρσκα καταφέρνει να «θολώσει» το φιλοσοφικό βάθος των ποιημάτων της. Καμώνεται πως γράφει για πράγματα καθημερινά. Κρύβει την τέχνη εφαρμόζοντας ένα πανάρχαιο δίδαγμα: «Ars est celare artem» («Τέχνη είναι να κρύβεις την τέχνη»). Η μέθοδος είναι απλή στη σύλληψή της παραλλάσσει μόνο κατά περίπτωση η δοσολογία και η Σιμπόρσκα την ακολούθησε πάντοτε πιστά. Αυτή ήταν άλλωστε που απέφερε και τη μεγάλη δημοτικότητα και εκτίμηση που χαίρουν στην Πολωνία τα βιβλία της αλλά και η ίδια: ο πόνος «εκτροχιάζεται» πότε στο γέλιο, πότε στην ειρωνεία, πότε στο χωρατό…
Είναι άδικος ο κλήρος των συγγραφέων των μικρών γλωσσικών κοινοτήτων. Οταν τιμηθούν με μια παγκόσμια διάκριση, όπως είναι το βραβείο Νομπέλ, την έκπληξη διαδέχεται η αμηχανία. Μετά ανασύρονται από κάθε πιθανή πηγή πληροφορίες και μεταφράσεις που άλλως θα είχαν περάσει απαρατήρητες. Στην Ελλάδα η Σιμπόρσκα ήταν σχεδόν άγνωστη. Ο Βασίλης Καραβίτης έχει μεταφράσει από τα αγγλικά τέσσερα ποιήματά της που περιλαμβάνονται στην ανθολογία ευρωπαϊκής ποίησης «Συγκομιδή – Σύγχρονοι ξένοι ποιητές» (Γνώση, 1988). Η λογοτεχνική απόσταση που χωρίζει τελικά τα πνευματικά στέκια του Λονδίνου, του Παρισιού, της Μαδρίτης ή της Αθήνας από το μελαγχολικό Καζίμιεζ και το βλοσυρό Ρίνεκ Γκούουβνι της Κρακοβίας φαντάζει σχεδόν αγεφύρωτη.
..
Πρωτάκουσα τα ποιήματά της στο Auditorium Maximum του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας πάνε κάμποσα χρόνια από τότε. Κάποιος λέκτορας της Φιλολογίας προσφώνησε το έργο τηςΩ η ίδια δεν μπόρεσε να έρθει, άλλωστε συνήθιζε να αποφεύγει κάτι τέτοιες «κακοτοπιές». Ανασύρω από τις σημειώσεις εκείνης της νύχτας τον σκληρό και περίτεχνο «Ψαλμό» της:
Ω, πόσο φυρά είν’ τα σύνορα στις επικράτειες των ανθρώπων!
Πόσα σύννεφα από πάνω τους κυλάνε ατιμώρητα,
πόση άμμος της ερήμου χώνεται από τη μια τη χώρα μες στην άλλη,
πόσα λιθάρια του βουνού κατρακυλούν στα ξένα κτήματα
χορεύοντας με αψηφισιά!
………………..
Από τ’ αμέτρητα ζωύφια θα σταματήσω στο μερμήγκι,
που ανάμεσα στην αριστερή και τη δεξιά την μπότα του φρουρού
στο ερώτημα «Πούθ’ έρχεσαι, Πού πας;» απάντηση καμιά δε γνοιάζεται να δώσει.
………………..
Αχ, να ‘βλεπες μεμιάς το καθετί σ’ ολόκληρη αυτή την αταξία,
μέσα σε όλες τις στεριές!
Γιατί μήπως κι η αγριομυρτιά απ’ την αντίπερα όχθη
δεν κουβαλά κρυφά μέσ’ απ’ το ρέμα το μυριοστό της φυλλαράκι;
Εχει κανείς την αίσθηση ότι ακούει μια φωνή απόλυτα συγγενική με αυτή του Χάιντεγκερ ή δύο σημαντικών ομοτέχνων και συμπατριωτών της: του Μπολέσουαβ Λέσμιαν (1878-1937) και του Γιούλιαν Ψίμπος (1901-1970).
Μονάχα το ανθρώπινο μπορεί να είναι ξένο.
Τα άλλα είναι φυλλωσιές μπλεγμένες, μόχθος του τυφλοπόντικα
και ανεμορριπές.
Ο κ. Δημήτρης Χουλιαράκης είναι ποιητής, μεταφραστής της πολωνικής λογοτεχνίας. Η απόδοση στα ελληνικά του ποιήματος «Ψαλμός» έγινε ειδικά για «Το Βήμα» από το πρωτότυπο πολωνικό κείμενο.
Φαίνεται ότι η Βασιλική Ακαδημία της Σουηδίας το έχει βάλει στόχο να εκθέτει κάθε χρόνο όλους αυτούς που κάνουν προγνωστικά για το Νομπέλ λογοτεχνίας. Αφαντη από τις προβλέψεις η Πολωνέζα Βισουάβα Σιμπόρσκα, έστω και αν, ως απεδείχθη, ήταν υποψήφια τα τελευταία δύο χρόνια. Ο παρισινός «Monde», προσπαθώντας να καλύψει κάθε ενδεχόμενο, ανέφερε σε σχετικό άρθρο ακόμη και τον Μπομπ Ντίλαν ως πιθανό υποψήφιο, αλλά το όνομά του (μαζί με του Κούντερα, του Κανταρέ και των άλλων) το πήρε ο άνεμος. «The answer», κατά το γνωστό άσμα του Ντίλαν, «is blowing in the wind».
Μετοικεσίες
Προ δύο ετών σε δημόσια εκδήλωση ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος είχε εκφράσει ενστάσεις για την τάση που θέλει δημοσιογράφους γενικά (και τους δημοσιογράφους του βιβλίου ειδικότερα) να εμφανίζονται ως λογοτέχνες. Εκτοτε κάποιοι από τους δημοσιογράφους απομακρύνθηκαν από το σχετικό ρεπορτάζ ενώ κάποιοι πεζογράφοι της γενιάς του Τατσόπουλου (όπως πρόσφατα ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος) φαίνεται ότι είδαν και απόειδαν και εμφανίζονται πλέον ως αρθρογράφοι σε στήλες βιβλίου περιοδικών: στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. Για όσους πάντως έχουν απορίες, ο Ραπτόπουλος γράφει πάλι για τον Μάικλ Κράιτον.
Κουίζ
Οτι έρχεται στην Ελλάδα στο τέλος του μηνός το γνωρίζουν οι περισσότεροι. Οτι θα μεταβεί με ιδιωτικό πλεούμενο στις Σπέτσες, όπου θα μείνει για λίγες ημέρες, το γνωρίζουν πολύ λιγότεροι. Ο λόγος για τον συγγραφέα του μυθιστορήματος «The French Lieutenant’s Woman» Τζον Φάουλς. Ποιος εκδοτικός οίκος θα κυκλοφορήσει βιβλίο για τον Φάουλς τις ημέρες της έλευσής του στην Ελλάδα και ποιος δεν επιμελήθηκε την έγκαιρη έκδοση στα ελληνικά του μυθιστορήματός του «The Magus» ενώ η μετάφραση (που έχει κάνει ταλαντούχος νέος έλληνας πεζογράφος) είναι έτοιμη; Επίσημη δικαιολογία, ότι η έκδοση «δεν έχει συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα». Και θα φανταζόταν κανείς ότι τα περίφημα «πενταετή προγράμματα» είχαν ξεχαστεί μαζί με την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ενωση.
Διασημότητες
Μπάχαλο ο αμερικανικός εκδοτικός χώρος. Διασταυρωμένα πυρά δέχεται ο Χάρολντ Εβανς, διευθυντής του εκδοτικού οίκου Random House, για την επιμονή του να εκδίδει βιβλία πολιτικών προσώπων που βρίσκονται στην επικαιρότητα, όπως ο στρατηγός Κόλιν Πάουελ, ο Ανώνυμος συγγραφέας των «Προεκλογικών χρωμάτων» και τώρα ο Ντικ Μόρις, ο παραιτηθείς σύμβουλος του προέδρου Κλίντον. Οι συνάδελφοι του Εβανς τον κατηγορούν ότι περιφρονεί τη λογοτεχνία και τρέχει πίσω από τις διασημότητες. Ο ίδιος αντιτείνει ότι τα παραπάνω βιβλία έγιναν best sellers. Με την ευκαιρία, δεν σκέφτεται κανείς από τους εγχώριους εκδότες να προτείνει συμβόλαιο για βιβλίο και στον εκπρόσωπο Τύπου της ΝΔ Προκόπη Παυλόπουλο; Κρίνοντας από τα τηλεοπτικά «παράθυρα» των τελευταίων ημερών, πού θα ξαναβρούν τέτοια διαφήμιση;
Παραλείψεις
Στην Ελλάδα με τους «κόμβους» στο Internet γίνεται λίγο ό,τι γινόταν παλαιότερα με τους ολυμπιονίκες. Τους υποδέχονται με τιμές και φανφάρες και την επομένη τούς ξεχνούν. Ο λόγος για τον «κόμβο» του ΥΠΠΟ (στη διεύθυνση «www.culture.gr») που τον εξήγγειλαν πριν από έναν χρόνο μετά βαΐων και κλάδων αλλά το περιεχόμενό του δεν ενημερώνεται με αποτέλεσμα, αντί να πληροφορεί, να παραπληροφορεί.
Ανανεώσεις
Αν και τα περισσότερα βρίσκονται στα περίπτερα από τη δεκαετία του ’80, τα εγχώρια λογοτεχνικά περιοδικά δεν εννοούν να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση της ύλης και σε ανανέωση της εμφάνισής τους. Μια ματιά στο τρίτο τεύχος του περιοδικού «Οξύ», μιας πολύ καινούργιας προσπάθειας στον χώρο των διανοουμένων εντύπων, δείχνει ότι δεν αλλάζουν απλώς οι καιροί αλλά και ο χρόνος επιταχύνεται.
Προτάσεις
Τη βράβευση του θεσσαλονικιού δικηγόρου Κ. Ε. Διγκαβέ από την Ακαδημία Αθηνών για τη συνεχιζόμενη επί 13 έτη έκδοση του «Ελληνικού και Διεθνούς Αλμανάκ» προτείνουν, σύμφωνα με πληροφορίες, οκτώ φορείς κύρους ανάμεσά τους ο Δήμος Θεσσαλονίκης, η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, το Ιδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας «Αθαν. Β. Μπότση». Οψόμεθα.



