Οικονομολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διατυπώνοντας την άποψή του στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής αναφορικά με την επικείμενη συγχώνευση της Εθνικής με την Alpha Bank, απεφάνθη, μεταξύ των άλλων, ότι όσοι θέτουν το πρόβλημα του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά κάνουν λάθος. Το λάθος τους, διέγνωσε, βρίσκεται στο ότι υπάρχει ελευθερία εισόδου στον τραπεζικό κλάδο και ότι επομένως η δυνατότητα περιορισμού του ανταγωνισμού αποκλείεται εξ υπαρχής. Επειδή είμαι από τους πρώτους που έθεσαν το θέμα και επειδή διατείνομαι ότι γνωρίζω καλά τη σύγχρονη επιστημονική σκέψη και δικαστηριακή πρακτική επί του θέματος, από τη θέση αυτή θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί έχω δίκιο και εκείνος άδικο. Πιστεύω δε ότι μπορώ να το κάνω χωρίς τη χρήση τεχνικών όρων, ώστε οι αναγνώστες της στήλης να πειστούν και να αντισταθούν στο επικείμενο εθνικό ανοσιούργημα.


Ο καθηγητής William J. Baumol και οι συνεργάτες του, όλοι διεθνείς αυθεντίες στον ανταγωνισμό, σε σειρά επιστημονικών συμβολών τα τελευταία 20 χρόνια έχουν αποδείξει την αλήθεια της ακόλουθης ανάλυσης. Ας υποθέσουμε ότι σε έναν κλάδο στον οποίο δεν υπάρχουν νομικά ή άλλα διοικητικά εμπόδια εισόδου μια επιχείρηση καταφέρνει να εξαγοράσει όλες τις υπόλοιπες και να μετατραπεί σε ιδιωτικό μονοπώλιο. Τότε θα προκύψει το ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό θα μπορεί να εκμεταλλευθεί τους πελάτες της. Η απάντηση εξαρτάται από το κόστος που θα πρέπει να επωμισθεί μια άλλη επιχείρηση που θα επιθυμούσε δυνητικά να εισέλθει στον κλάδο. Αν το κόστος αυτό είναι μικρό και αναλήψιμο σε περίπτωση αποτυχίας, η μοναδική επιχείρηση στον κλάδο δεν έχει καμία μονοπωλιακή δύναμη. Επομένως όποιος έθετε θέμα περιορισμού του ανταγωνισμού θα πιανόταν αδιάβαστος. Ο τραπεζικός κλάδος όμως δεν χαρακτηρίζεται από μικρό κόστος εισόδου και εξόδου. Ας δούμε γιατί.


Για να εισέλθει μια νέα τράπεζα και να έχει πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να διεκδικήσει ένα μερίδιο εργασιών που θα της επιτρέπει να λειτουργήσει στη γειτονιά της άριστης κλίμακας. Με τη σειρά της αυτή η συνθήκη προϋποθέτει ότι η νέα τράπεζα θα στήσει ένα δίκτυο υποκαταστημάτων σε όλη τη χώρα. Αλλά όλοι όσοι έχουν ασχοληθεί με τα οικονομικά των δικτύων γνωρίζουν ότι για να τολμήσει μια επιχείρηση να εισέλθει σε τέτοιους κλάδους θα πρέπει αφενός να καλύψει μεγάλες και εν πολλοίς μη αναλήψιμες (sunken) δαπάνες και αφετέρου να αναλάβει τον τεράστιο επιχειρηματικό κίνδυνο που συνδέεται με το εγχείρημα της εισόδου. Γνωρίζει ο εν λόγω καθηγητής πολλές τράπεζες που θα είχαν την προδιάθεση να αποτολμήσουν ένα τέτοιο απονενοημένο διάβημα; Και, αν γνωρίζει, μήπως μπορεί να εξηγήσει στους αναγνώστες αυτής της εφημερίδας γιατί ούτε μία από τις πολλές διεθνείς τράπεζες που λειτουργούν στη χώρα μας δεν τόλμησε ως σήμερα να στήσει ένα πραγματικά ανταγωνιστικό δίκτυο;


Δυστυχώς, κάτω από το κλίμα της νέας ευφορίας που προσπαθούν να κατασκευάσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η κυβέρνηση, πολλοί ειδικοί που θα έπρεπε να γνωρίζουν καλύτερα επικαλούνται επιχειρήματα που δεν αντέχουν στο φως της σύγχρονης οικονομικής ανάλυσης. Ετσι, έστω και συγγνωστά, συμπλέουν με τη συγχώνευση, της οποίας το μοναδικό αποτέλεσμα θα είναι ο σοβαρός περιορισμός του ανταγωνισμού.