Στο «Βήμα της Κυριακής» 4 Ιουλίου 1999, στο τμήμα Β’ (Νέες Εποχές), δημοσιεύτηκε άρθρο της κυρίας Χαράς Κιοσσέ με τίτλο «Το πρόβλημα των μουσείων. Πώς θα αποκτήσουμε σύγχρονα μουσεία». Παρά τον γενικό τίτλο του το άρθρο επικεντρώνεται σε κριτική της οργάνωσης εκθεσιακών και άλλων χώρων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, η οποία είναι ως επί το πλείστον αρνητική. Επαινετικά σχόλια διαβάζουμε μόνο για την έκθεση των Ρωμαϊκών Γλυπτών και εν μέρει για την έκθεση της Αιγυπτιακής Συλλογής. Με το δικαίωμα που μου παρέχει η πολυετής υπηρεσία μου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, κυρίως ως Προϊσταμένης της Προϊστορικής Συλλογής αλλά και ως Διευθύντριας του Μουσείου επί τέσσερα χρόνια, θα ήθελα να απαντήσω στο άρθρο της έγκριτης δημοσιογράφου σχετικά με τον χαρακτήρα του Εθνικού Μουσείου και την εργασία που επιτελείται σε αυτό.


Κατ’ αρχήν θεωρώ ότι η σύγκριση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ως εκθεσιακού χώρου με μουσεία πρωτοποριακής αρχιτεκτονικής, όπως είναι το νέο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο της Ισπανίας, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο της κυρίας Κιοσσέ, είναι άστοχη, επειδή αντιπαραβάλλονται ανόμοια πράγματα και διαφορετικοί σκοποί. Το Εθνικό Μουσείο ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων κρατικών μουσείων που ιδρύθηκαν τον περασμένο αιώνα σε κλασικιστικά κτίρια για να στεγάσουν πολύτιμες συλλογές έργων τέχνης σε μόνιμες εκθέσεις, όπως είναι το Λούβρο, το Βρετανικό Μουσείο, το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, η Γλυπτοθήκη του Μονάχου και πολλά άλλα. Το Εθνικό Μουσείο και οι συλλογές των Ελληνορωμαϊκών Αρχαιοτήτων των μουσείων αυτών συγκεντρώνουν πολύ σημαντικά έργα, αντιπροσωπευτικά της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Οι μόνιμες εκθέσεις τους έχουν συνειδητά ακαδημαϊκό χαρακτήρα με διαχρονική αξία και ακολουθούν δοκιμασμένες μεθόδους παρουσίασης. Γι’ αυτό δεν πρέπει να τις συγκρίνουμε με τις περιοδικές εκθέσεις μουσείων, οι οποίες λόγω του συγκεκριμένου θέματός τους, του περιορισμένου αριθμού των εκθεμάτων και του ειδικού χώρου στον οποίο παρουσιάζονται, μπορεί να είναι περισσότερο εντυπωσιακές. Αυτό άλλωστε έχει αποδειχθεί και στο ίδιο το βαλλόμενο στο άρθρο Εθνικό Μουσείο, όπου κατά την τελευταία εικοσαετία έχουν οργανωθεί με διαφορετικό τρόπο παρουσίασης πολλές περιοδικές εκθέσεις που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. Από τις εκθέσεις αυτές θυμίζουμε τη μεγάλη έκθεση του «Μυκηναϊκού Κόσμου» και την έκθεση του «Νεολιθικού Θησαυρού» που παρουσιάστηκε πρόσφατα.


Η Μυκηναϊκή Συλλογή


Ιδιαίτερα επικρίνεται στο άρθρο η έκθεση της Μυκηναϊκής Συλλογής του Μουσείου. Αποσιωπάται όμως παντελώς η πρόσφατη επανέκθεση της Συλλογής, που πραγματοποιήθηκε βάσει ενός συγκεκριμένου σκεπτικού, με προσεκτική μελέτη και πολύ μόχθο και δείχνει ακριβώς τις προσπάθειές μας για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό των εκθέσεων του Μουσείου και τον σεβασμό προς τον επισκέπτη. Η μεγάλη Μυκηναϊκή Αίθουσα ανανεώθηκε ριζικά με την αντικατάσταση του φθαρμένου δαπέδου με άλλο από λευκό πεντελικό μάρμαρο, νέο καταλληλότερο χρωματισμό των τοίχων, ενίσχυση του φωτισμού, αντικατάσταση των πεπαλαιωμένων προθηκών και προσθήκη νέων για την καλύτερη προβολή ορισμένων από τα εκθέματα, όπως των τοιχογραφιών. Η έκθεση βελτιώθηκε αισθητά με την επέκτασή της σε μία ακόμη μικρότερη αίθουσα για την αποσυμφόρηση της κεντρικής και κυρίως με την πλήρη αναδιάταξη των εκθεμάτων και την ανάπτυξή τους σε θεματικές ενότητες, ώστε η έκθεση να καταστεί περισσότερο κατανοητή και ελκυστική στους επισκέπτες. Σε αυτό συμβάλλει το κατάλληλο εποπτικό υλικό, που ετοιμάστηκε ειδικά για τη νέα έκθεση, με εύληπτα και περιεκτικά κείμενα, φωτογραφίες και σχέδια σε μεγάλους πίνακες, καθώς και το υπό κλίμακα πρόπλασμα της Ακρόπολης των Μυκηνών. Ολα αυτά βοηθούν το κοινό να κατανοήσει τα κύρια χαρακτηριστικά και τη σπουδαιότητα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.


Στην ανανεωμένη έκθεση τα μυκηναϊκά ευρήματα, που προέρχονται κυρίως από παλιές ανασκαφές στην Ελλάδα, έχουν εκτεθεί με νέο πιο σύγχρονο τρόπο, διατηρήθηκε όμως πιστά η ορθή αρχή της παλιάς Μυκηναϊκής Εκθεσης, που έγινε κατά τη μεταπολεμική ανασύσταση του Εθνικού Μουσείου από τον Χρήστο και τη Σέμνη Καρούζου με την επιστημονική επιμέλεια της Αγνής Σακελλαρίου, δηλαδή να παρουσιάζονται συγκεντρωμένα τα ανασκαφικά σύνολα και οι τοπικές ενότητες μέσα στα ευρύτερα χρονολογικά πλαίσια. Και αυτό επειδή σκοπός μιας αρχαιολογικής έκθεσης δεν είναι μόνο η αισθητική απόλαυση, αλλά και η μετάδοση της ιστορικής γνώσης στο κοινό. Επιπλέον όλα σχεδόν τα έργα παρουσιάστηκαν μετά την προσεκτική συντήρησή τους στα εργαστήρια του Μουσείου, η οποία σε πολλές περιπτώσεις έδωσε νέα ερμηνεία για τη μορφή και την τεχνική της κατασκευής τους. Ασφαλώς τα έργα δεν έχουν εκτεθεί «σαν σε ράφια σουπερμάρκετ» ούτε «στοιβαγμένα όπως τα ποτήρια στο ερμάρι της γιαγιάς μας». Η φιάλη σε σχήμα πάπιας από ορεία κρύσταλλο δεν είναι εκτεθειμένη «με χάντρες, κυπελλάκι και αγαλματάκια» αλλά βρίσκεται σε κρυστάλλινη προθήκη, όπως και τα άλλα έργα στη Μυκηναϊκή Αίθουσα, μαζί με πολύτιμα συνευρήματά της από τον Ταφικό Κύκλο Β των Μυκηνών. Τα χρυσά κύπελλα του Βαφειού έχουν εκτεθεί σε περίοπτη θέση της νέας προθήκης, που περιέχει τα ευρήματα ενός από τους σπουδαιότερους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους της Πελοποννήσου.


Προσπάθεια ανανέωσης


Είναι λυπηρό ότι δεν γίνεται μνεία της προσπάθειάς μας για την οργάνωση της νέας έκθεσης από την κυρία Κιοσσέ, η οποία, ως έμπειρη στα αρχαιολογικά θέματα, πρέπει ασφαλώς να θυμάται πώς ήταν η παλιά Μυκηναϊκή Εκθεση του Μουσείου. Η έκθεση αυτή είναι τώρα ριζικά ανανεωμένη, παρά τους περιορισμούς που μας επέβαλε το γεγονός ότι δεν υπήρχε άλλος διαθέσιμος χώρος στο Μουσείο για να επεκταθεί περισσότερο, όπως θα έπρεπε. Η νέα έκθεση πάντως προκάλεσε το ενδιαφέρον του κοινού και τα ευνοϊκά σχόλια ελλήνων και ξένων ειδικών. Η υπογράφουσα προσκλήθηκε από το Βρετανικό Μουσείο να παρουσιάσει το όλο έργο της επανέκθεσης της Μυκηναϊκής Συλλογής σε διάλεξη που δόθηκε στο Λονδίνο στις 28 Ιανουαρίου 1998, με την ευκαιρία των εγκαινίων της επανέκθεσης της Συλλογής Μινωικών και Μυκηναϊκών Αρχαιοτήτων στο εν λόγω Μουσείο. Ας σημειωθεί ότι η νέα αυτή έκθεση του Βρετανικού Μουσείου, καθώς και η πρόσφατη επανέκθεση των Ελληνορωμαϊκών Αρχαιοτήτων στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, έχουν σε γενικές γραμμές τον ίδιο χαρακτήρα με την ανανεωμένη Μυκηναϊκή Εκθεση του Εθνικού Μουσείου και τα εκθέματά τους παρουσιάζονται σε κρυστάλλινες προθήκες όμοιου τύπου.


Ως προς το θέμα του γενικότερου εκσυγχρονισμού του Μουσείου, που θίγει η κυρία Κιοσσέ, θα ήθελα να αναφερθώ με συντομία στις συνεχείς προσπάθειες των υπευθύνων, ώστε να ανταποκριθεί το Μουσείο στον προορισμό του να διδάξει τον πολιτισμό του αρχαίου ελληνικού κόσμου και να μεταδώσει την ομορφιά της αρχαίας ελληνικής τέχνης στο πλήθος των επισκεπτών που δέχεται. Πολλά από τα έργα που είχαν προγραμματιστεί έχουν ήδη εκτελεστεί, όπως είναι η παρουσίαση νέων μόνιμων εκθέσεων και η βελτίωση άλλων, η εγκατάσταση συστήματος ασφαλείας, η ανανέωση του χρωματισμού στο εσωτερικό και στο εξωτερικό του κτιρίου, ο καθαρισμός της μνημειώδους πρόσοψης, η διαμόρφωση του προθαλάμου με την κατασκευή νέου εκδοτηρίου εισιτηρίων και την ανανέωση του πωλητηρίου, η αποκατάσταση του κεντρικού κλιμακοστασίου στην αρχική του μορφή, η κατασκευή προσβάσεων για τη διευκόλυνση ατόμων μειωμένης κινητικότητας και ο εξωραϊσμός του εσωτερικού κήπου του Μουσείου, για τον οποίο καταβλήθηκε προσπάθεια να διατηρήσει την παλιά γραφική όψη του, την οποία έχει περιγράψει με το γνωστό γλαφυρό τρόπο της η Σέμνη Καρούζου. Ωστόσο, συμφωνώ με την κυρία Κιοσσέ για την ακαλαίσθητη εμφάνιση του κυλικείου, για την οποία όμως δεν ευθύνεται το Μουσείο.


Το έργο απέδωσε καρπούς


Ανάμεσα στα μεγάλης κλίμακας έργα που οι εκάστοτε διευθύνσεις του Μουσείου προσπάθησαν για χρόνια να προωθήσουν και των οποίων αναμένεται ακόμη η εκτέλεση, συγκαταλέγονται η εγκατάσταση κλιματισμού και η επέκταση του κτιρίου, με την οποία το Μουσείο θα αποκτήσει τους απαραίτητους νέους χώρους για την ανάπτυξη των μόνιμων εκθέσεών του και την παρουσίαση άλλων περιοδικών, καθώς και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Το ιστορικό νεοκλασικό κτίριο του Μουσείου δεν επιδέχεται ασφαλώς υπέργεια επέκταση, αλλά το πρόβλημα αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί με την υπόγεια επέκτασή του ή με τη μεταστέγαση ορισμένων συλλογών σε άλλο κτίριο. Για τον σκοπό αυτό έχουν επανειλημμένως ζητηθεί τα νεότερα κτίρια του Πολυτεχνείου, όπως αναφέρεται και από την κυρία Κιοσσέ.


Το δύσκολο και δαπανηρότατο έργο για τον εκσυγχρονισμό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που έχει αρχίσει εδώ και αρκετό καιρό, αποδίδει ήδη καρπούς, αλλά για την ολοκλήρωσή του θα απαιτηθεί ακόμη ικανός χρόνος. Βεβαίως η άσκηση κριτικής για την πρόοδο ενός τόσο σημαντικού έργου, που συνδέεται άμεσα με την προβολή του αρχαιολογικού μας πλούτου, είναι θεμιτή και μπορεί να βοηθήσει. Πιστεύω ότι αυτή είναι και η πρόθεση της κυρίας Κιοσσέ. Δυστυχώς όμως το άρθρο της περιέχει μονόπλευρες απόψεις με άδικες επικρίσεις και παραβλέπει τις ουσιαστικές προσπάθειες όλων εκείνων των αρχαιολόγων που εργάστηκαν επί χρόνια στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, από την εποχή της αναγέννησής του μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως και πρόσφατα.


Η κυρία Αικατερίνη Δημακοπούλου είναι επίτιμη διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.