Αγαπητέ κύριε,
Καταιγισμό επιστολών και τηλεφωνημάτων δέχθηκα για τα όσα ελάχιστα έγραψα αναφερόμενος ακροθιγώς στα της απεργίας των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης και κυρίως για τις κρίσεις που αποτόλμησα σε σχέση με το ωράριο απασχόλησής τους σε σύγκριση με εκείνο των συναδέλφων τους σε άλλες χώρες, όπου φυσικά απαγορεύονται τα ιδιαίτερα μαθήματα και όπου τα φροντιστήρια είναι άγνωστο είδος. Πώς να φιλοξενήσω τα όσα ενδιαφέροντα μου γράφουν;
Θα παραλείψω λοιπόν τους επαίνους και την ηθική υποστήριξη που μου απηύθυναν όχι λίγοι εκπαιδευτικοί και μάλιστα επωνύμως. Και το τονίζω αυτό διότι η πλειονότητά τους ουδέποτε απήργησε, άρα διαφωνεί με τις αποφάσεις των συνδικαλιστών τους, και προτάσσει το συμφέρον των παιδιών (που είναι τα ανηκέστως βλαφθέντα θύματα) και την υψηλή ευθύνη του δασκάλου που βάζει την αποστολή πάνω από το επάγγελμα.
Θα ξεκινήσω για πολλοστή φορά από την υπογράμμιση ότι η παροχή της αναγκαίας παιδείας προϋποθέτει πρώτα – πρώτα άξιους δασκάλους που επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια μετά από ειδική εκπαίδευση (αφού λάβουν προηγουμένως το πτυχίο του Πανεπιστημίου) και αντίστοιχες νέες εξετάσεις, όπως γίνεται σε όλες σχεδόν τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου, και όχι με βάση την απαράδεκτη πια επετηρίδα.
Οι έτσι προκρινόμενοι καθηγητές θα πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα βιβλία και άλλα βοηθήματα και να καθοδηγούνται από κατάλληλα διδακτικά προγράμματα. Επίσης να τελούν υπό συνεχή επιμόρφωση στο αντικείμενο που διδάσκουν και στις νέες παιδαγωγικές μεθόδους, που προσφέρει μεταξύ άλλων και η καλπάζουσα ανάπτυξη της τεχνολογίας. Και το επίσης βασικότατο: να ελέγχεται ανελλιπώς και να αξιολογείται το έργο τους ώστε να ενθαρρύνονται και να αμείβονται, ηθικά τουλάχιστον, οι άξιοι και ευσυνείδητοι και να απομονώνονται και εν ανάγκη να αποβάλλονται οι ανεπαρκείς, οι ανίκανοι ή οι προδίδοντες την αποστολή τους και εις άλλα επιδιδόμενοι και αποβλέποντες.
Επί όλων αυτών ούτε η κυβέρνηση ούτε οι συνδικαλιστές λένε τίποτα. Αντίθετα η ΟΛΜΕ αρνείται την αξιολόγηση και υπεραμύνεται της επετηρίδας, χωρίς να συνειδητοποιεί (ή μήπως δεν την ενδιαφέρει;) ότι έτσι υποβαθμίζεται θανάσιμα το δημόσιο σχολείο και ενισχύεται η παραπαιδεία των φροντιστηρίων και τα ιδιαίτερα.
* Ο αναγνώστης μου δικηγόρος κ. Δημ. Καλουτάς ζητεί από τους εισαγγελείς να ασκήσουν μηνύσεις κατά των συνδικαλιστών της ΟΛΜΕ επί παραβάσει καθήκοντος (με βάση το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα). Νομίζω ότι εδώ όπου έφθασαν τα πράγματα αυτό δεν συνιστά λύση. Μια αυτοκριτική όλων των πλευρών, αφού άμεσα λυθεί η απεργία, θα ήταν μια εξυγιαντική διαδικασία για να αναζητηθούν μετά λύσεις που θα αναβαθμίζουν την παιδεία με βάση το τρίπτυχο: α) άξιοι δάσκαλοι με επιλογή κατόπιν διαγωνισμού, β) διαρκής επιμόρφωσή τους και γ) διαρκής αξιολόγηση του έργου τους, με ωράριο ανάλογο προς αυτό των άλλων χωρών, πράγμα που θα επιτρέψει εκπαιδευτικό έργο από λιγότερους εκπαιδευτικούς με αντίστοιχη αύξηση των μισθών τους, χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση του προϋπολογισμού.
* Η καθηγήτρια Γαλλικών κυρία Ζωή Γκιούλη αμφισβητεί τα όσα έγραψα σε σχέση με τις προεκλογικές παροχές (που απεκρύβησαν από κυβέρνηση και ΟΛΜΕ και που ήταν αιτία δημιουργίας πρόσθετων μεγάλων κενών σε διδακτικό προσωπικό) παρατηρώντας:
«Η μείωση δύο ωρών εβδομαδιαίως του ωραρίου των καθηγητών δεν αφορά όλους τους εκπαιδευτικούς αλλά μόνο αυτούς που έχουν συμπληρώσει το 20ό έτος υπηρεσίας και άρα δεν δημιουργεί σοβαρά κενά σε διδακτικό προσωπικό». Το είχα γράψει στη στήλη μου όταν το πρωτανέφερα («Το Βήμα», 10.11.96) και κακώς με κατηγορεί για θολά και ανυπόστατα επιχειρήματα.
Την πληροφορώ και εκείνη και τους αναγνώστες μου ότι αυτή η παροχή απαιτεί για την κάλυψη των δημιουργηθέντων κενών περίπου άλλους 1.500 διδάσκοντες. Αλλων 1.000 την ανάγκη δημιούργησε η μείωση του αριθμού των μαθητών από 36 σε 30 στην Α’ γυμνασίου και στην Α’ λυκείου.
Προσθέτει ακόμη: «Ο χωρισμός σε τμήματα προχωρημένων – αρχαρίων για τη διδασκαλία της αγγλικής δεν προϋποθέτει την πρόσληψη και ενός παραπάνω εκπαιδευτικού, αφού ο αριθμός τόσο των μαθητών όσο και των διδακτικών ωρών παραμένει ακριβώς ο ίδιος». Και καταλήγει: «Πώς λοιπόν συνάγει ο κοινός σας νους ότι με αυτές τις τρεις κινήσεις “ματ” εκ μέρους του υπουργείου Παιδείας δημιουργούνται χιλιάδες νέες θέσεις καθηγητών είναι άξιον απορίας».
Απέδειξα ήδη για τις δύο πρώτες παροχές πόσα κενά καθηγητών δημιουργήθηκαν. Και το υπουργείο Παιδείας, από το οποίο μου εδόθησαν τα σχετικά στοιχεία, υποστηρίζει ότι και η κίνηση αυτή προκάλεσε την ανάγκη 1.000 ακόμη καθηγητών αγγλικής.
Αν τα επίσημα αυτά στοιχεία είναι ακριβή, τότε οι πρόσθετες ανάγκες σε αριθμό απασχολούμενων καθηγητών υπερβαίνουν τις 3.000, όπως ακριβώς υποστήριξα στις επιστολές μου. Αρα έτσι δημιουργήθηκαν και τα αντίστοιχα πρόσθετα κενά που οδήγησαν το υπουργείο σε διορισμό επιπλέον αναπληρωτών καθηγητών.
Αναφέρομαι, τέλος, στην πολυσέλιδη επιστολή του φιλολόγου κ. Αναστάσιου Κάρτα, καθηγητή στο 1ο λύκειο Θεσσαλονίκης, ο οποίος προφανώς συνιστά εξαιρετική περίπτωση ευσυνείδητου δασκάλου, που διαθέτει όλο τον ελεύθερο χρόνο του για να προετοιμάζεται για το μάθημα και «αφιερώνει μία ώρα σε καθεμιά από τις 30 εκθέσεις της Γ’ λυκείου, πράγμα που σημαίνει 30 ώρες το 15ήμερο εξωσχολικής δουλειάς». Θα μπορούσα να τον προβάλω ως πρότυπο δασκάλου αν έβρισκε πέραν των αναμφισβήτητων πρωταρχικών ευθυνών των πολιτικών μας για το κατάντημα της παιδείας μας έστω και μία λέξη για να επικρίνει και τη συνενοχή του συνδικαλιστικού κινήματος του χώρου, που δεν θέλει με τίποτα να γίνεται αξιοκρατικά η πρόσληψη των καθηγητών και να υπάρχει αξιολόγηση του έργου τους, πράγμα που θα οδηγούσε σε αναβάθμιση της παιδείας, αλλά και σε βελτίωση του μισθολογίου τους. Διότι έτσι θα καθίστατο περιττή η παραπαιδεία και τα αντίστοιχα κονδύλια θα μπορούσαν να διατεθούν για ένα ειδικό μισθολόγιο των καθηγητών, πράγμα που οι γονείς θα δέχονταν ευχαρίστως αντί της σήμερα δήθεν δωρεάν παιδείας, που κατέστησε αναγκαία την παραπαιδεία και εξευτέλισε τη δημόσια, προς μεγάλη χαρά των ιδιωτικών εκπαιδευτικών επιχειρήσεων. ΕΝΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΝΕΟΣ και για την αντιγραφή



