Δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει η σύνθετη λέξη που προβάλλεται στον τίτλο του σημερινού μονοτονικού, ειδικότερα ως προς το πρώτο της συνθετικό, το οποίο ειρωνικά επισκιάζει το δεύτερο. Τα λεξικά δυστυχώς δεν έλυσαν την απορία μου. Ισως εδώ υπονοείται η ευκαιριακή κατάχρηση της φιλοσοφικής σκέψης, υπό την επήρεια γενναίας κρασοκατάνυξης. Οπως κι αν έχει το πράγμα, η προκαταβολή της αμπελοφιλοσοφίας στην προκειμένη περίπτωση προσπαθεί να προφυλάξει το επόμενο κείμενο από τη μομφή της σοβαροφάνειας, την οποία εξαρχής ομολογεί. Στο αμπελοφιλοσοφικό πάντως τούτο πλαίσιο τίθεται το ζήτημα και το ζητούμενο των ζωτικών μας ψευδαισθήσεων, τόσο στον δημόσιο όσο και στον προσωπικό μας βίο.


Από τα χρόνια ακόμη της εφηβικής θρησκευτικής μου αγωνίας, θυμάμαι ότι οι Γραφές θεωρούν ασύγγνωστο αμάρτημα την προσβολή του Αγίου Πνεύματος. Τώρα, στα όψιμα πλέον χρόνια μου (φορτωμένα με άλλου είδους αγωνίες, που εξελίσσονται κάποτε σε εφιάλτες) αισθάνομαι ότι αποτελεί αναλογικώς ασυγχώρητο έγκλημα και η υπονόμευση των ζωτικών μας ψευδαισθήσεων. Ο όρος όμως χρειάζεται κάποιου είδους διασάφηση, όχι ακριβώς εξορθολογισμένο ορισμό.


Ας πούμε λοιπόν ότι οι ζωτικές ψευδαισθήσεις συστήνουν την άμυνά μας, όταν και όπου μας βρίσκει κατακέφαλα το κακό. Πρόκειται δηλαδή για ωφέλιμες φαντασιώσεις προς αναπλήρωση του ελλείποντος καλού, οι οποίες συντηρούν κάπως την, ούτως ή άλλως εύθραυστη, λογική, ψυχολογική και ηθική μας ισορροπία. Για να το πω αλλιώς: οι ζωτικές ψευδαισθήσεις ορίζουν την καταφυγή μας στο αφηρημένο, κάθε φορά που το συγκεκριμένο (γεγονότα ή πρόσωπα ­ ακόμη και ο ίδιος μας ο εαυτός) μας ζορίζει ή τείνει να μας εξουθενώσει. Που πάει να πει: προσφεύγουμε στην έννοια της πολιτικής, όταν μας στριμώχνουν τα πολιτικά κόμματα· στη φιλία, όταν μας απογοητεύουν οι φίλοι· στη φιλοσοφία, όταν μας αφήνουν σύξυλους οι φιλόσοφοι ­ και πάει λέγοντας.


Το ζητούμενο επομένως είναι αν και κατά πόσο οι συγκεκριμένες αισθήσεις ανέχονται κάποιο περιθώριο ανάσας για αφηρημένες φαντασιώσεις. Ενόψει των επικείμενων εκλογών θα συνιστούσα η ψήφος μας να αποφασιστεί με τούτο κυρίως το κριτήριο: ψηφίζουμε δηλαδή όποιο κόμμα δεν προσβάλλει ή δεν καταργεί εντελώς τις πολιτικές, ζωτικές ψευδαισθήσεις μας· όποιον δηλαδή κομματικό σχηματισμό μας επιτρέπει κάπως να φανταστούμε την πολιτική ως γενικότερη ανθρώπινη επιλογή και υπόθεση, όχι μόνον ως εργαλειακή διαχείριση της όποιας εξουσίας.


Το ίδιο εξάλλου ισχύει για τον έρωτα και τη φιλία. Γιατί, όταν αφαιρούνται στα δύο αυτά κρίσιμα κεφάλαια της διαπροσωπικής και ενδοπροσωπικής μας ζωής, οι ζωτικές μας ψευδαισθήσεις, στομώνεται η γενικότερη ερωτική και φιλική μας όρεξη. Αν δηλαδή ο άνθρωπος που κάποτε αγαπήσαμε δεν μας αφήνει πια να φανταστούμε την αγάπη· αν ο πρώην φίλος με την έμπρακτη συμπεριφορά του διασαλεύει ή και καταργεί τη φαντασίωση της φιλίας, τότε μακριά. Καλύτερη η μοναξιά από την υποχώρηση στον ψευδεπίγραφο έρωτα και στην ψευδεπίγραφη φιλία.


Μίλησα για αμπελοφιλοσοφία, και νά τα παθολογικά της παρεπόμενα. Παρά ταύτα, όσο ξέρω και βλέπω, το καλό της φιλοσοφίας βρίσκεται στο επίμονο αίτημά της για αναγωγή μας από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, βεβαίως και για επιστροφή μας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Τούτο προϋποθέτει μια ενδιάμεση απόσταση ανάμεσα στα δύο επίπεδα, όπου κατοικούν, τρέφονται και συντηρούνται οι ζωτικές μας ψευδαισθήσεις. Οποιος μολύνει τον χώρο αυτόν με την έμπρακτη συμπεριφορά του, διαπράττει πράγματι ασύγγνωστο αμάρτημα. Υποθέτω ότι στη θρησκευτική γλώσσα το Αγιο Πνεύμα συμβολίζει αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο, στον οποίο προστατεύεται ένα, οριακό έστω, μερίδιο διακριτικής λογικής, για να μη βουλιάξει ο κόσμος ολόκληρος στον πλήρη παραλογισμό.


Το μικρό τούτο κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του φίλου Γιώργου Χειμωνά, επειδή αισθάνομαι πως μου το υπαγόρευσαν σχεδόν τα λογοτεχνικά του γραπτά· όπου το ικρίωμα αφηρημένου και συγκεκριμένου λόγου (μια ανεμόσκαλα που πάει συνεχώς πάνω κάνω) αποτελεί ένα είδος ανθρώπινης διαθήκης για όσους ακόμη επιζούμε.