Είναι γραφτό φαίνεται αυτό το καλοκαίρι να μείνει στην ιστορία σαν το θέρος των αυτοκτονιών. Μετά τον βρετανό επιστήμονα Κέλι ήρθε η σειρά του πανίσχυρου μεγιστάνα της Κορέας Τσουνγκ Μονγκ Χουν, επικεφαλής της εταιρείας Hyundai Asan Corp., «να δώσει τέλος στη ζωή του» πηδώντας από τον δωδέκατο όροφο του εταιρικού του πύργου στην καρδιά της Σεούλ.
Ο Μονγκ Χουν, 54 ετών, ήταν, ένας από τους έξι γιους του εκλιπόντος Τσουνγκ Τζου Γιουνγκ, ιδρυτή του ομίλου Hyundai, του μεγαλύτερου από τους οικογενειοκρατούμενους επιχειρηματικούς ομίλους της Νότιας Κορέας, που ελέγχουν ολόκληρους κλάδους της κορεατικής οικονομίας εδώ και μισό αιώνα, και άρα ένας από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της Ασίας. Συνάμα όμως ήταν και ο κυριότερος φορέας του «συμφιλιωτικού» πνεύματος του πατέρα του, του ανθρώπου που πάσχισε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στην Κορέα για τη βελτίωση των σχέσεων με τον πεινασμένο, αλλά πάντα απειλητικό, πυρηνικό Βορρά. Και αν σύσσωμα τα δυτικά MME πρόβαλλαν ως πιθανότερο λόγο της αυτοκτονίας(;) του την «ταπείνωση» από το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας δικαζόταν για τον ρόλο του σε σκάνδαλο δωροδοκίας της βορειοκορεατικής ηγεσίας, στην ίδια την πολύπαθη κορεατική χερσόνησο η παράλογη βουτιά θανάτου πήρε από την πρώτη στιγμή τις διαστάσεις που της άρμοζαν. Αυτές ενός διεθνούς πολιτικοοικονομικού θρίλερ πρώτης γραμμής, με σκοτεινές παραμέτρους διαπλοκής που ξεπερνούν κατά πολύ τη μικροοικονομία των αγορών.
* Ιστορική αναδρομή
H ιστορία του εκπαραθυρωθέντος μεγιστάνα έχει αφετηρία περίπου 20 χρόνια πριν από τη γέννησή του. Τότε που ο πατέρας του, ο «γενάρχης» της Hyundai Τσουνγκ, απελπισμένος από τη φτώχεια και την πείνα, δανείζεται από τον πατέρα του μια αγελάδα και με τα χρήματα από την πώλησή της φεύγει για τον Νότο. Ηταν γραφτό να μην ξαναγυρίσει στο χωριό του παρά στα βαθιά γεράματα: ο «εμφύλιος» πόλεμος του 1950-1953 χώρισε στα δύο τη χερσόνησο εγκαινιάζοντας και επίσημα τον Ψυχρό Πόλεμο.
Το φτωχαδάκι από τον Βορρά αποδείχτηκε μέγας επιχειρηματίας. Τη δεκαετία του ’60 εκμεταλλευόμενος τις πολιτικές του διασυνδέσεις και το άφθονο αμερικανικό χρήμα για την εκβιομηχάνιση της χώρας έστησε ένα αξιοθαύμαστο επιχειρηματικό σύμπλεγμα, με πολυεθνικά πλοκάμια, εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και οικονομική ευχέρεια αντάξια μιας μεσαίας χώρας, ελεγχόμενο πλήρως από τους «μανδαρίνους» της οικογένειάς του.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα δυτικά MME αποκαλούν την Κορέα «Δημοκρατία της Hyundai» και την οικογένεια του Τσουνγκ «Κένεντι της Ασίας». Κατά την οικονομική καταστροφή του 1997-1998, τότε που οι μικρότεροι βιομηχανικοί συμπατριώτες του άρχισαν να καταβροχθίζονται αντί πινακίου φακής, ο γερο-Τσουνγκ πήρε απόφαση να μην «ξεπουλήσει», παρά τις ασφυκτικές πιέσεις των ξένων πιστωτών και του ΔΝΤ και τη γενική χρηματιστηριακή καθίζηση. Αντ’ αυτού, προτίμησε να «σπάσει» τον γιγάντιο όμιλο σε 14 αυτόνομες εταιρείες, επιμερίζοντας τα «κακά δάνεια» και τις υποχρεώσεις και μοιράζοντας την εξουσία ανάμεσα στους γιους του και στους πιο στενούς συνεργάτες του. Σκληρός εργοδότης, η Hyundai έριξε και άλλο τις τιμές και τους μισθούς, απέλυσε χιλιάδες, πούλησε ένα μερίδιο της αυτοκινητοβιομηχανίας της στην DaimlerChrysler και σε άλλους μνηστήρες και μπήκε ξανά δυναμικά στο παγκόσμιο παιχνίδι, παρά την κακή πιστωτική της κατάσταση. Σήμερα η Hyundai Motor ελέγχεται κατά 46% από ξένους επενδυτές, αλλά όλοι ξέρουν ότι η οικογένεια Τσουνγκ εξακολουθεί να κρατά τα ηνία.
H επιβίωση της οικογενειακής αυτοκρατορίας δεν ήταν όμως ο μοναδικός καημός του πατριάρχη. Το 1998, σε μια πραγματικά ιστορική στιγμή, οδήγησε 1.001 αγελάδες στον λιμοκτονούντα Βορρά, επιστρέφοντας συμβολικά την αγελάδα που «έκλεψε» από τον βόρειο πατέρα του επί… χίλια. Τον υποδέχτηκε σύσσωμη η σταλινική ηγεσία της Βόρειας Κορέας. H «συμφιλίωση» που ακολούθησε ονομάστηκε επισήμως «πολιτική της λιακάδας» και οδήγησε στην ιστορική σύνοδο του 2000 και σε ένα Νομπέλ Ειρήνης για τον τότε νοτιοκορεάτη πρωθυπουργό, τον Κιμ Ντάε Γιουνγκ.
Εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια άλλαξαν χέρια μέσα στην τελευταία πενταετία. Μετά τις αγελάδες και τους πολιτικούς, ο Τσουνγκ βάλθηκε να πραγματοποιήσει γιγάντιες επενδύσεις στον ξεχασμένο Βορρά, ξεκινώντας από τον τουρισμό και προχωρώντας ταχύτατα στην ειδικότητά του, τη βαριά βιομηχανία. Ως αντάλλαγμα για τη γενναιοδωρία της η Hyundai υπολόγιζε βέβαια σε πολύ περισσότερα πράγματα από μια απλή «ειρήνη των γενναίων»: με τα λεφτά των Τσουνγκ, πατέρα και γιου, ο μετέωρος όμιλος του Νότου είχε στην πράξη αποκτήσει αποκλειστικά προνόμια «διείσδυσης» στην οικονομία της B. Κορέας. Προτού πεθάνει ξαφνικά (και κατά πολλούς Κορεάτες… ύποπτα) τον Μάρτιο του 2001, μάλιστα, ο «πατριάρχης» πρόλαβε να συμφωνήσει με την Πιονγκγιάνγκ στο μεγαλύτερο σχέδιό του: την κατασκευή ενός βιομηχανικού πάρκου στον Βορρά ύψους 20 δισ. δολαρίων, όπου η νοτιοκορεατική τεχνογνωσία θα μπορούσε να συνδυαστεί με το πάμφθηνο και στρατιωτικώς πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό των Βορείων.
Αν τα ζημιογόνα τουριστικά ανοίγματα στη Βόρεια Κορέα ύψους 1 δισ. δολαρίων ήταν για τους κατηγόρους του Τσουνγκ η «βιτρίνα» για τη δωροδοκία του σταλινικού καθεστώτος, το βιομηχανικό πάρκο στο Καεσόνγκ – πάνω σχεδόν στην κατ’ ευφημισμόν «αποστρατοποιημένη ζώνη» των συνόρων, το βαρύτερα οχυρωμένο σύνορο του καιρού μας – ήταν από την αρχή το μεγάλο όνειρο της Hyundai και ο μεγάλος πονοκέφαλος των δυτικών ανταγωνιστών της. Αντί για τα 45.000 δολάρια ετήσιο μισθό για κάθε εξειδικευμένο εργάτη στη Σεούλ, στο Καεσόνγκ (μόλις 42 μίλια βορειότερα) ο μέσος μισθός δεν θα ξεπερνούσε τα 95 δολάρια τον μήνα, και μάλιστα χωρίς απεργίες και άλλα ενοχλητικά παρατράγουδα.
* Πατριώτης ή προδότης;
Οταν ο πατήρ Τσουνγκ αποδήμησε εις Κύριον, ο υιός Τσουνγκ ανέλαβε αμέσως να φέρει σε πέρας το σπουδαίο αυτό σχέδιο κληρονομώντας – εκτός από τη Hyundai Asan – και την προσωπική σχέση του πατέρα του με τον Κιμ Ιλ Γιουνγκ.
Στο μεταξύ το χρήμα των «επενδύσεων» έρρεε άφθονο, εκνευρίζοντας ιδιαίτερα τη συντηρητική κορεατική αντιπολίτευση και κυρίως τους «προστάτες» της στην Ουάσιγκτον, που τον ίδιο καιρό αύξαναν συνεχώς την πίεση προς τον Κιμ σφίγγοντας τον βρόχο των οικονομικών κυρώσεων και επιχειρώντας για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια τον οικονομικό στραγγαλισμό των Βορείων. Για την αμερικανική και κορεατική ελίτ ο Τσουνγκ ήταν ο χειρότερος προδότης – ο άνθρωπος που με τα χρήματά του επέτρεπε στη μισητή Πιονγκγιάνγκ όχι μόνο να επιβιώνει από το ασφυκτικό εμπάργκο, αλλά και να επενδύει φρέσκα κεφάλαια στην εξέλιξη νέων πυρηνικών κεφαλών και πυραύλων μεταφοράς τους. Ετσι, όταν στις 30 του περασμένου Ιουνίου οι Τσουνγκ και Κιμ εγκαινίασαν με πυροτεχνήματα και εμβατήρια το βιομηχανικό πάρκο των κοινών ονείρων τους, με την πλήρη μάλιστα υποστήριξη και του νέου νοτιοκορεάτη πρωθυπουργού Ροχ, ο κύβος ερρίφθη. Το παρασκηνιακό αφεντικό της Hyundai έπρεπε να φύγει από τη μέση, μεταφορικά ή κυριολεκτικά.
Ο θάνατος του ουσιαστικού ηγέτη της Hyundai επανέφερε τις «ανησυχίες» για χρεοκοπία του ομίλου Hyundai και σκέπασε με μαύρα σύννεφα ολόκληρη την κορεατική οικονομία και αγορά εν γένει, παρά τη σχεδόν άμεση λήξη της απεργίας στη Hyundai Motors – μοναδικό θετικό αντίκτυπο της αυτοκτονίας.



