Η ΥΨΗΛΗ κερδοφορία που παρουσίασαν οι εμπορικές τράπεζες το 1997 δεν πρέπει να καλλιεργήσει αυταπάτες. Δεν ανακαλύφθηκε στον χώρο αυτόν κανένα χρυσωρυχείο ούτε τα περυσινά κέρδη είναι πρόκριμα για μεγαλύτερες αποδόσεις στο μέλλον. Οσοι γνωρίζουν να διαβάζουν ισολογισμούς θα βρουν ήδη μέσα στην ανάλυση των εφετεινών κερδών πολλά ανησυχητικά μηνύματα για το μέλλον. Και το πρώτο από αυτά είναι ότι, αν δεν εκσυγχρονισθούν γρήγορα οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες, δεν θα επιβιώσουν στο ανταγωνιστικό περιβάλλον που θα στηθεί αμέσως μετά την καθιέρωση του ευρώ.
Δεν είναι απλώς το θέμα της απωλείας σημαντικών εσόδων που θα έχουν οι ελληνικές τράπεζες από την κατάργηση των πράξεων σε συνάλλαγμα· είναι προπαντός το ύψος των επιτοκίων, που για λόγους που συνδέονται και με τον πληθωρισμό και με τη χαμηλή παραγωγικότητα είναι υψηλό στην Ελλάδα. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου μιλώντας την Τετάρτη στη Βουλή είπε τα εξής ενδιαφέροντα για το θέμα αυτό:
«Σε τρία χρόνια θα είμαστε μέσα στο ευρώ και όλοι οι τομείς της οικονομίας θα εκτεθούν σε έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό. Ερωτώ: Σε ποιον τομέα της οικονομίας ο ανταγωνισμός αυτός θα είναι οξύτερος, θανατηφόρος; Προφανώς στον τραπεζικό. Διότι στον τραπεζικό τομέα δεν υπάρχει ούτε ποιότητα ούτε άλλα στοιχεία συγκρίσεως μεταξύ προϊόντων και υπηρεσιών. Στη βιομηχανία, στον τουρισμό παρεμβάλλονται και άλλες παράμετροι για να αξιολογήσεις πόσο ανταγωνιστικό είναι το προσφερόμενο προϊόν. Για το δάνειο, όμως, υπάρχει ένα και μόνο κριτήριο, το επιτόκιο. Και όταν όλα τα επιτόκια συγκρίνονται σε ευρώ, ποιος είναι ο λόγος να προτιμήσει κανείς μια ελληνική τράπεζα και όχι μια σουηδική, μια αγγλική, μια ιταλική ή μια γαλλική; Αν οι ευρωπαϊκές τράπεζες προσφέρουν έστω και οριακά ευνοϊκότερα επιτόκια είτε για καταθέσεις είτε για επενδύσεις, οι ελληνικές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν ένα θανατηφόρο κίνδυνο είτε συρρίκνωσης είτε κλεισίματος είτε βεβαίως εξαγοράς».
Αλλά και αυτά καθαυτά τα κέρδη αν υπολογισθούν με βάση το απασχολούμενο κεφάλαιο, κάθε άλλο παρά υπερβολικά μπορούν να χαρακτηρισθούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πιο σύγχρονη τράπεζα, η Alpha Τράπεζα Πίστεως, έχει ποσοστό κέρδους που κυμαίνεται στα μέσα επίπεδα της Ευρώπης. Τόσο κερδίζουν, όπως είπε ο κ. Ι. Κωστόπουλος, οι αντίστοιχες εμπορικές τράπεζες στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία κλπ.
Και άλλωστε, με δεδομένη τη διεθνή νομισματική και χρηματιστηριακή αναταραχή που έπληξε και τη χώρα μας προκαλώντας γενική άνοδο των επιτοκίων, το τραπεζικό μας σύστημα «μάτωσε» κυριολεκτικά. Και τα υψηλά κέρδη που εμφανίστηκαν στους ισολογισμούς σε μεγάλο βαθμό προέρχονται, όπως τονίζει προς «Το Βήμα» ο πρόεδρος της Ιονικής Τράπεζας κ. Χαρ. Σταματόπουλος, όχι από το κύριο αντικείμενο των τραπεζών, δηλαδή τα δάνεια και τις προμήθειες, αλλά από την καλύτερη αξιοποίηση του χαρτοφυλακίου τους. Συγκεκριμένα οι εμπορικές τράπεζες είχαν αποτιμήσει τις συμμετοχές τους, τα ακίνητά τους, τις μετοχές τους σε ιστορικά χαμηλές τιμές. Η αναπροσαρμογή της αξίας του χαρτοφυλακίου, λοιπόν, διευκρινίζει ο κ. Σταματόπουλος, έφερε μεγάλα κέρδη, όπως υψηλά κέρδη έφερε επίσης το συνάλλαγμα που αυξήθηκε όχι λόγω τουρισμού αλλά διότι οι τράπεζες μεσολάβησαν στη σύναψη δανείων σε ξένο νόμισμα από τις επιχειρήσεις.
Τέλος, υπογραμμίζει ο πρόεδρος της Ιονικής, σημαντικά συνέβαλε στην αυξημένη κερδοφορία των τραπεζών η συγκράτηση των δαπανών, ειδικά των δαπανών προσωπικού.
Την ίδια γνώμη για τα κέρδη των τραπεζών διατύπωσε και ο κ. Παπαντωνίου, ο οποίος στην ίδια ομιλία του στη Βουλή είπε:
«Το θέμα του τραπεζικού συστήματος είναι ότι τα κέρδη, τα λεγόμενα πολύ υψηλά, είναι κέρδη φαινομενικά. Θέλω να το σημειώσετε αυτό. Και όταν λέω κέρδη φαινομενικά, θα αναφέρω τον εξής αριθμό: η Εθνική Τράπεζα δήλωσε κέρδη προ ημερών εκατόν είκοσι τρία δισεκατομμύρια (123.000.000.000) δραχμές τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι το 1/3 περίπου του ποσοστού κέρδους μιας αντιστοίχου ιδιωτικής τράπεζας, δηλαδή είναι χαμηλά σε σχέση με το μέγεθος της Εθνικής Τράπεζας και από τα εκατόν είκοσι τρία αυτά δισεκατομμύρια (123.000.000.000) δραχμές τα ογδόντα επτά δισεκατομμύρια (87.000.000.000) δραχμές τα διέγραψε ουσιαστικά από κέρδη και τα έβαλε σε έναν ειδικό λογαριασμό καλύψεως επισφαλών απαιτήσεων. Τι δηλοί αυτό; Δηλοί ότι οι ελληνικές τράπεζες, και όχι μόνον η Εθνική, ουσιαστικά τα κέρδη τους τα αξιοποιούν για να σβήσουν τα θαλασσοδάνεια του παρελθόντος. Υπάρχουν τεράστια βάρη του παρελθόντος και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος είναι δυστυχώς μια μακρά και επίπονη διαδικασία. Τα μεγάλα κέρδη είναι κυρίως μια οπτική απάτη. Δεν πάνε σε μερίσματα ούτε σε κατανάλωση. Πάνε για να σβήσουν παλαιά χρέη, τα οποία δεν είναι δυνατόν να εισπραχθούν».
Αλλωστε η κερδοφορία των τραπεζών την περίοδο αυτή είναι το μεγάλο ζητούμενο γιατί τα κέρδη θα επιτρέψουν τον εκσυγχρονισμό των τραπεζών, που είναι προϋπόθεση της επιβίωσής τους.



