Ο πληθωρισμός αποδεικνύεται πιο σκληρός αντίπαλος απ’ ό,τι περίμενε η κυβέρνηση. Οι προσδοκίες στο επιτελείο του υπουργού Εθνικής Οικονομίας ήταν ότι κατά το 1997 ο ρυθμός πληθωρισμού θα είναι περίπου στο 5,3%, ενώ σύμφωνα με το υπουργείο Εμπορίου στο 6%. Δυστυχώς, η σημαντική ανατίμηση του δολαρίου και η εξ αυτού αύξηση της τιμής των καυσίμων καθώς και άλλων εισαγόμενων προϊόντων ανατρέπει τις υπάρχουσες ευνοϊκές προσδοκίες. Ταυτόχρονα, οι αυξήσεις των τιμών πολλών υπηρεσιών καθιστούν πιθανή μια αναβίωση του πληθωριστικού κλίματος.


Αν ο πληθωρισμός δεν υποχωρήσει στα αναμενόμενα επίπεδα τίθεται σε κίνδυνο η υπό σχεδιασμό εισοδηματική πολιτική για το επόμενο έτος και η επ’ αυτής βασιζόμενη περαιτέρω μείωση του πληθωρισμού. Για τον λόγο αυτό οι επιτελείς των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, και Εμπορίου σκέφτονται να σταθεροποιήσουν τις τιμές με δύο άμεσα μέτρα: πρώτον, τη μείωση της φορολογίας των καυσίμων κατά την έκταση που η ανατίμηση του δολαρίου αυξάνει την τιμή εισαγωγής τους, ούτως ώστε η τιμή για τον καταναλωτή να παραμείνει σταθερή και συνεπώς να μην επηρεασθεί δυσμενώς ο πληθωρισμός. Δεύτερον, τη μείωση ή την κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων που θα έχει την ίδια συνέπεια. Το πρώτο μέτρο έχει ήδη αποφασισθεί να ανακοινωθεί.


Στα οικονομικά θέματα σπανίως τα πράγματα είναι καλά για όλους ή άσχημα για όλους. Συνήθως κάτι που είναι καλό για μια ομάδα ανθρώπων είναι κακό για μιαν άλλη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τα δύο προτεινόμενα μέτρα. Η μείωση του φόρου κατανάλωσης των καυσίμων είναι θετική για τον καταναλωτή. Ταυτόχρονα όμως είναι αρνητική για τα έσοδα του κράτους τα οποία υπολείπονται σημαντικά των εξόδων. Ερωτάται συνεπώς με ποιον τρόπο θα καλυφθεί το δημιουργούμενο κενό ώστε να μην αναιρεί το επιδιωκόμενο αντιπληθωριστικό αποτέλεσμα. Η μείωση ή κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων είναι σαφώς θετικό μέτρο και θα έπρεπε να ληφθεί ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων επί του πληθωρισμού.


Και τα δύο αυτά μέτρα όμως έχουν μια σημαντική αδυναμία ως μέσα αντιπληθωριστικής πολιτικής. Εχουν τον χαρακτήρα τού «μια κι έξω», δηλ. μπορεί να χρησιμοποιηθούν μόνο μία φορά. Με άλλα λόγια, δεν αποτελούν αντιπληθωριστικό μηχανισμό αλλά αντιπληθωριστικό μέτρο μιας χρήσης. Κατά κάποιον τρόπο είναι μέτρα απελπισίας.


Από την εμπειρία της ελληνικής οικονομίας κατά τα τελευταία χρόνια θα έπρεπε να γίνει κατανοητό ότι η αντιπληθωριστική πολιτική μόνο βραχυχρόνια μπορεί να βασίζεται σε άλλες πολιτικές όπως η συναλλαγματική, η εισοδηματική και η φορολογική. Η αντιπληθωριστική πολιτική, και κυρίως σε διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, πρέπει να βασίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας. Το «μυστικό» της ευημερούσας και σταθερής οικονομίας είναι η αύξηση της παραγωγικότητας.


Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.