Μετά τις 8 Μαρτίου οι ασφαλιστικές εταιρείες προτίθενται να αυξήσουν τα ασφάλιστρα των αυτοκινήτων, καθώς λήγει ουσιαστικώς το υπεσχημένο προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης μορατόριουμ των ανατιμήσεων. Το ύψος όμως των ανατιμήσεων παραμένει ακόμη άγνωστο δεδομένου ότι τον τόνο στην αγορά δίνουν οι μεγάλες εταιρείες των τραπεζικών ομίλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Εγκυρες πηγές του κλάδου θεωρούν πάντως σίγουρες τις ανατιμήσεις των ασφαλίστρων των αυτοκινήτων, που θα κινούνται μεσοσταθμικά στην περιοχή του 5%. Ηδη μία από τις μεσαίου μεγέθους και ταχύτατα ανερχόμενες εταιρείες προχώρησε σε αυξήσεις της τάξεως 14%-15%.
* Επιθετικοί οι μικροί
Οι διοικήσεις των μεγάλων εταιρειών του κλάδου που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μένει να καθορίσουν την εμπορική τους πολιτική με βάση τα δεδομένα που θα προκύψουν ύστερα από τις εκλογές. Πηγές της αγοράς μάλιστα εκτιμούν ότι οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου του αυτοκινήτου, επειδή πέρυσι προχώρησαν σε ιδιαίτερα μεγάλες ανατιμήσεις, με αποτέλεσμα να χάσουν μερίδιο αγοράς, εφέτος δεν σκοπεύουν να κινηθούν αντιστοίχως.
Πηγές της αγοράς μάλιστα εκτιμούν ότι οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου του αυτοκινήτου, επειδή πέρυσι, το 2003, προχώρησαν σε ιδιαίτερα μεγάλες ανατιμήσεις, με αποτέλεσμα να χάσουν μερίδιο αγοράς, εφέτος δεν σκοπεύουν να κινηθούν αντιστοίχως.
Ωστόσο, πέραν της εκλογικής αναμέτρησης ο καθορισμός της εμπορικής πολιτικής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι πολύ σύνθετος και καθορίζεται από αρκετές παραμέτρους. Ετσι μπορεί τα βασικά μεγέθη του κλάδου, όπως είναι π.χ. το μέσο κόστος της ζημιάς, η συχνότητα των ατυχημάτων ή τα περιθώρια φερεγγυότητας των εταιρειών, να συνηγορούν σε αυξήσεις, και μάλιστα όχι ευκαταφρόνητες, αλλά από την άλλη πλευρά η επιθετική πολιτική που έχουν ακολουθήσει οι μικρές εταιρείες πουλώντας ασφαλίσεις με χαμηλό ασφάλιστρο και κερδίζοντας σημαντικό μερίδιο αγοράς στον κλάδο του αυτοκινήτου αποτελεί σαφώς ανασταλτικό παράγοντα.
Προς τούτο μάλιστα είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, το συνολικό μερίδιο αγοράς μιας ομάδας οκτώ εταιρειών που εφαρμόζουν την πολιτική του χαμηλού ασφαλίστρου, από 10% που ήταν το 1999, ανήλθε στο τέλος του 2002 στο 19,7% και κατά το πρώτο εξάμηνο του 2003 έφθασε στο 22,2%. Στο ίδιο διάστημα το συνολικό μερίδιο αγοράς των μεγάλων εταιρειών, από 43,7% που ήταν το 1999, έπεσε στο 40,4% το 2002 και στο 38,4% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2003. Σε απόλυτους αριθμούς τα προαναφερόμενα στοιχεία είναι πιο αποκαλυπτικά, αφού τα οχήματα που είχε συνολικά ασφαλισμένα το 1999 η ομάδα των μεγάλων εταιρειών από 1.589.292 ανήλθαν σε 1.707.754 το 2002, για να μειωθούν πέρυσι σε 1.592.275. Από την άλλη πλευρά, τα οχήματα που είχε συνολικά ασφαλισμένα το 1999 η ομάδα των οκτώ μικρών εταιρειών από 364.557 ανήλθαν σε 834.211 το 2002 και σε 919.567 το 2003.
Πρόσφατη μελέτη μάλιστα του ΙΟΒΕ, που αφορά την αγορά της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα, επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι «η μελλοντική εξέλιξη της ζήτησης θα εξαρτηθεί, σε σημαντικό βαθμό, από τη στάση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο θέμα της τιμολογιακής πολιτικής. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις ασφαλίστρων είναι επιβεβλημένες, στο πλαίσιο ενός δυσμενούς διεθνούς επιχειρηματικού κλίματος και των εγγενών διαρθρωτικών προβλημάτων, με κυριότερο εκείνο της εποπτείας. H τιμολογιακή αύξηση των ασφαλιστικών υπηρεσιών θα έχει αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του ασφαλιστικού κλάδου, σε αντίθεση με την αναβάθμιση της ανταγωνιστικής ικανότητας των επιχειρήσεων, η οποία είναι δυνατόν να επιτευχθεί με τη βελτίωση της ποιότητας των προσφερόμενων προϊόντων».
* Το εισόδημα των καταναλωτών
Μάλιστα η πολιτική του χαμηλού ασφαλίστρου ενισχύεται εν προκειμένω από τον περιορισμό του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη μελέτη του ΙΟΒΕ, «στην περίπτωση των ασφαλιστικών δαπανών κυριαρχούν οι ασφάλειες για αυτοκίνητα και ταξίδια που απορροφούν το 49,7% των δαπανών των νοικοκυριών για ασφάλιση, για το 1999».
Τονίζεται μάλιστα ότι «οι μικρότερες ασφαλιστικές εταιρείες προσπαθούν να αυξήσουν την παραγωγή ασφαλίστρων και τα μερίδια που κατέχουν στην αγορά, τιμολογώντας σε αρκετές περιπτώσεις σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη συχνότητα έλευσης του κινδύνου. Εκτός από την αύξηση της έντασης του εσωτερικού ανταγωνισμού στον κλάδο, η συγκεκριμένη πρακτική οδηγεί σε αρνητικά τεχνικά αποτελέσματα και τελικά σε επιβάρυνση του συνόλου των επιχειρήσεων του κλάδου, μέσω του επικουρικού κεφαλαίου. Το επικουρικό κεφάλαιο του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης οχημάτων έχει τεράστια ανοίγματα ακριβώς λόγω αυτής της συμπεριφοράς ορισμένων ασφαλιστικών εταιρειών, που τελικά τις οδήγησε είτε σε πτώχευση είτε σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους».
Μετά την ψήφιση όμως στη Βουλή του νομοσχεδίου που αφορά τον νέο εποπτικό φορέα της ασφαλιστικής αγοράς, ο οποίος αναμένεται να συγκροτηθεί μετά τις εκλογές, αποτελεί έτσι κι αλλιώς μια ουσιαστική παράμετρο για την αντιμετώπιση των προαναφερόμενων φαινομένων.



