Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή






«Ολοκλήρωσα την όπερα μόλις πριν από τρεις ώρες. Οταν έφτασα στον θάνατο του Χέρμαν, ένιωσα τόσο πολύ ταυτισμένος μαζί του που άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Μπορώ να πω ότι άγγιξα τα όρια της υστερίας. Λίγο αργότερα κατάλαβα γιατί αντέδρασα έτσι. Φαίνεται πως ο Χέρμαν δεν αποτέλεσε μόνο πηγή έμπνευσής μου για την τάδε ή τη δείνα μουσική αλλά είναι ένα αληθινό, ζωντανό και – γιατί όχι; συμπαθητικό πρόσωπο. Εχω την εντύπωση ότι η “Ντάμα Πίκα” είναι μια ωραία όπερα. Για να δούμε τι ανταπόκριση θα έχει…».


Ηταν Μάρτιος του 1890 όταν με τις παραπάνω φράσεις ο Τσαϊκόφσκι απευθυνόταν στον αδελφό του Μόδεστο. Και πραγματικά: ο τελευταίος ήταν δικαιωματικά ο αποδέκτης της μύχιας εξομολόγησης του συνθέτη αμέσως μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας μεγάλης όπεράς του για λόγους πέραν της στενής συγγενικής τους σχέσης. Ο Μόδεστος Τσαϊκόφσκι ήταν αυτός που «σύστησε» στον αδελφό του την ομώνυμη νουβέλα του Πούσκιν διαμορφώνοντας παράλληλα και το λιμπρέτο της «Ντάμα Πίκα». Παρά το ότι ο συνθέτης δεν φάνηκε να ενθουσιάζεται από το θέμα – το αμοραλιστικό κυνήγι του κέρδους στην πράσινη τσόχα – γρήγορα κατάλαβε τις δυνατότητες μετεξέλιξής της σε όπερα.


Το κυνήγι του κέρδους


Το έργο του Τσαϊκόφσκι ωστόσο διαφέρει εντυπωσιακά από τη νουβέλα του Πούσκιν που δημοσιεύτηκε το 1834. Η σημαντικότερη αλλαγή έχει να κάνει με τον βασικό πρωταγωνιστή, τον Χέρμαν, έναν μηχανικό του στρατού, και τη σχέση του με τη νεαρή Λίζα. Ενώ λοιπόν στη νουβέλα ο ήρωας χρησιμοποιεί την κοπέλα προκειμένου να πλησιάσει την κηδεμόνα της γριά κόμισσα, κάτοχο του μυστικού που θα του εξασφαλίσει κέρδη στα χαρτιά, στην όπερά του ο Τσαϊκόφσκι θέλει τους δύο ήρωες ερωτευμένους. Η δραματική σκηνή της αυτοκτονίας της Λίζας στα παγωμένα νερά ενός καναλιού στη διάρκεια της τρίτης πράξης είναι αναμφίβολα μια από τις δυνατότερες στιγμές της όπερας που έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 1890 στο θέατρο Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης. Οπως και στη νουβέλα του Πούσκιν, ο Χέρμαν του Τσαϊκόφσκι είναι ένας αστός ανάμεσα σε ευγενείς. Προκειμένου να ενισχύσει την ταξική διαφορά τους, ο συνθέτης «ανύψωσε» τη Λίζα από κηδεμονευομένη σε εγγονή της γριάς κόμισσας. Ευγενικής καταγωγής η κοπέλα λοιπόν, μπορεί να εξασφαλίσει κοινωνική άνοδο στον εκλεκτό της, με την προϋπόθεση βέβαια ότι και αυτός έχει το απαραίτητο οικονομικό υπόβαθρο. Η παράμετρος αυτή διαφοροποιεί σαφώς και το κίνητρο της επιθυμίας του να αποσπάσει το πολυπόθητο μυστικό που θα του εξασφαλίσει κέρδη στην πράσινη τσόχα.


«Η ζωή είναι ένα παιχνίδι» αναφωνεί ο Χέρμαν του Τσαϊκόφσκι λίγο προτού αυτοκτονήσει δίνοντας στην «Ντάμα Πίκα» ένα θεαματικό φινάλε. Ο ήρωας του Πούσκιν έχει διαφορετικό τέλος. Αφήνοντας το τραπέζι του τζόγου καταλήγει στο ψυχιατρείο επαναλαμβάνοντας μηχανικά: «Τρία, επτά, άσος! Τρία, επτά, ντάμα». Ποιο είναι άραγε το δυνατότερο αποτέλεσμα; Η συζήτηση καλά κρατεί…


Αντισυμβατικοί ήρωες


Στο φανταστικό… Ρουλέτενμπουργκ, ένα θέρετρο κάπου στη Γερμανία, εκτυλίσσεται η δράση της νεανικής όπερας του Προκόφιεφ «Ο παίκτης». Βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Ντοστογέφσκι προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις προτού ακόμη δει το πρώτο φως της σκηνής. Η «αντισυμβατική» μουσική της, οι «αρνητικοί» της ήρωες – ο νεαρός καθηγητής Αλεξέι που αναζητεί την τύχη του στον τζόγο, η αγαπημένη του Πολίν και η μεταξύ τους σχέση που διαγράφεται αυτοκαταστροφική – καθώς και αυτό καθαυτό το θέμα που «αποθεώνει το υλικό κέρδος» είναι μερικές μόνο από τις αιτίες που τις πυροδότησαν. Δεν έλειψαν μάλιστα καθόλου και αυτοί που αναζήτησαν το κοινωνικό μήνυμα της όπερας θεωρώντας τον «Παίκτη» την πιστή αντανάκλαση μιας κοινωνίας διεφθαρμένης και «δεμένης» στο άρμα του εύκολου κέρδους.


Η νουβέλα του Ντοστογέφσκι είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφική. Η νεαρή Πολίν, η όμορφη και ταυτόχρονα αλαζονική ηρωίδα, «φωτογραφίζει» τη συγγραφέα Απολινάρια Σουσλόβα, από τις πρωτεργάτριες της γυναικείας χειραφέτησης, με την οποία ο συγγραφέας διατηρούσε ερωτική σχέση. Κουρασμένη ωστόσο εκείνη από το πάθος του, τον εγκατέλειψε και πήγε στο Παρίσι. Ο Ντοστογέφσκι την ακολούθησε αλλά δεν κατόρθωσε να την πείσει να επανασυνδεθούν. Στον δρόμο προς τη γαλλική πρωτεύουσα εν τούτοις ο συγγραφέας σταμάτησε στο καζίνο του Βισμπάντεν όπου έχασε ένα τεράστιο ποσό. Προκειμένου λοιπόν να δείξει τη σύγκρουση ανάμεσα στον τζόγο και στην αγάπη, ο συγγραφέας δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την προσωπική του εμπειρία.


Η διαμόρφωση πάντως της νουβέλας σε όπερα «συνάντησε» δύο βασικά προβλήματα. Κατ’ αρχάς ήταν γραμμένη σε ημερολογιακό ύφος – όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες περνούσαν μέσα από την προσωπική αφήγηση του Αλεξέι – ενώ το βασικό της θέμα είναι μια σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που και οι ίδιοι αδυνατούν να καταλάβουν τα αισθήματά τους. Το δεύτερο πρόβλημα λύθηκε μέσω της μουσικής, η οποία «παρασύρει τον θεατή χωρίς να του ζητεί να καταλάβει τη σχέση των δύο ηρώων, τουλάχιστον όχι περισσότερο από ό,τι την καταλαβαίνουν οι ίδιοι». Αναφερόμενος ωστόσο στην κορύφωση της δράσης ο ίδιος ο Προκόφιεφ έγραφε: «Τολμώ να πω ότι η σκηνή του καζίνου είναι εντελώς πρωτοποριακή σε ολόκληρη τη λυρική δημιουργία τόσο σε σύλληψη όσο και σε πραγμάτωση. Νομίζω ότι μέσα από αυτήν κατόρθωσα τελικά να πετύχω ό,τι ήθελα».