Βρεθήκαμε στη Νέα Υόρκη για να ακούσουμε από τους ίδιους τους μεγαλοποντικούς τα μελλοντικά (και πάντα κινούμενα) σχέδια της μεγαλύτερης βιομηχανίας καρτούν. Και «σκοντάψαμε» μα από πού και ως πού; πάνω στην Γκλεν Κλόουζ, στον Ντόναλντ, στον Φιλ Κόλινς και στον Ταρζάν!
Νέα Υόρκη, Φεβρουάριος.
«Αυτό είναι ένα μικρό δώρο για τα γενέθλιά σου». Βρίσκομαι στο New Amsterdam Theatre, στη δυτική 42η οδό, μεταξύ 7ης και 8ης λεωφόρου. Ηδη απολαμβάνω ένα πρώτο δείγμα από τα σοκολατένια νεοϋορκέζικα cookies που εντόπισα εν πλήρει βουλιμία στον μπουφέ της Walt Disney Co. Κοιτάζω σαν χάνος ένα χαρτί με τετραγωνάκια. Διαβάζω: «Το Lena, Best Wishes, Glen Close» («Στη Λένα, Θερμές Ευχές, Γκλεν Κλόουζ»). Εκτιμώ την πρόθεση του έλληνα συναδέλφου που στο κάτω κάτω δεν μου χρωστάει και τίποτε να μου χαρίσει λίγο πρόωρα ένα μικρό «κάτι» για την αποφράδα επέτειο της άφιξής μου σε αυτό τον κόσμο. Συνοφρυώνομαι όμως με εκείνο το «Γκλεν Κλόουζ». Γιατί να «παίζει» έτσι αδίστακτα με τις κινηματογραφικές ανησυχίες μου; «Μα είναι αληθινό αυτόγραφο!» με προλαβαίνει ο συνάδελφος. «Η Κλόουζ είναι εδώ!».
Εντάξει! Πού να φανταστώ ότι η πιο προσοδοφόρα «κακιά» του Χόλιγουντ, η γυναίκα που έβρασε το κουνέλι της Επουράνιας Αμερικανικής Οικογένειας, συνεχίζει τα πάρε-δώσε με τα καρτούν. Λίγα λεπτά αργότερα θα την απολαύσω ιδίοις όμμασι πολύ πιο μικροσκοπική από ό,τι στην οθόνη με τις δύο ξανθομαλλούσες θυγατέρες της. Είναι άλλωστε από τα τιμώμενα πρόσωπα της καρτουνίστικης αυτής βραδιάς ή καλύτερα του απογεύματος. Οι μεγάλοι ποντικοί της Ντίσνεϊ είναι εδώ για να μας ανακοινώσουν τα μελλοντικά (και όπως πάντα κινούμενα) σχέδιά τους. Και η Γκλεν έχει «δανείσει» τη φωνή της στην Κλάρα, τη γοριλλίτσα-μητέρα του Ταρζάν το φρεσκοκομμένο project της εταιρείας, με προγραμματισμένη ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους. Δεν θα είναι λίγες οι φορές που κάποιος από τους ομιλητές της σημερινής εκδήλωσης θα την «πειράξει» καλοπροαίρετα από τη σκηνή του θεάτρου: «Ε, Κλάρα, τι χαμπάρια;».
Η Ντίσνεϊ έχει κάνει θαύματα με το New Amsterdam Theatre. Το ξακουστό αυτό «στέκι» της Συνοικίας του Θεάτρου (το «θεατρικό Λούβρο» και το «Μητροπολιτικό Μουσείο της δραματικής τέχνης», όπως έγραφαν οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» τον Οκτώβριο του 1903, λίγες μόνο ημέρες μετά το επίσημο «άνοιγμά» του) βρισκόταν για καιρό σε πλήρη αποσύνθεση. Προτού αναλάβει την ανακαίνισή του ο Χιου Χάρντι (για λογαριασμό της Disney Imagineering) είχε καταντήσει ένα παρηκμασμένο σινεμαδάκι της «σειράς». Οι θαμώνες του Μπρόντγουεϊ είχαν προ πολλού λησμονήσει τον art nouveau διάκοσμο του εσωτερικού του (ηθικοί αυτουργοί οι αρχιτέκτονες Χένρι Χερτς και Χιου Τάλαν), τον πρώτο αυτού του είδους στις ΗΠΑ. Ετσι λένε δηλαδή εκείνοι που ξέρουν. Από το 1997, οπότε ολοκληρώθηκε η «αναστήλωση» της χαμένης αίγλης, η Ντίσνεϊ έχει πια τη δική της στέγη για τις θεατρικές παραγωγές της (βλ. «Lion King» κτλ. κτλ.). Επόμενο λοιπόν ήταν το σημερινό «νταβαντούρι» να λάβει χώρα σε αυτό το θέατρο.
Σβήνουν τα φώτα και αρχίζουν τα κλιπάκια από τα Ντίσνεϊ προϊόντα του μέλλοντος. Μαζεμένοι εδώ δημοσιογράφοι και παράγοντες της κινηματογραφικής μεγαλοβιομηχανίας που ήρθαν να δουν από κοντά τι στο καλό έχει πάλι στο («διεστραμμένο») μυαλό της η αυτοκρατορία καρτούν του πλανήτη. Πρώτα ο… άσος, το «Dinosaυr». Το ομολογώ, το θέμα δεν είναι το πλέον πρωτότυπο, αλλά αυτή η επιμειξία ψηφιακού animation με (και πάλι ψηφιακά επεξεργασμένου) ρεαλιστικού φόντου θα αφήσουν πολλούς δίπλα μου με ανοιχτό το στόμα. Και όλα αυτά για ένα βάρους τριών τόνων Ιγουανόδορα, ονόματι Aladar, που αβγό ακόμη ανατρέφεται από μια αγέλη λέμουρων (ένα είδος… προπιθήκων), για να επανενωθεί έπειτα από πολλά χρόνια με τους δικούς του. Μετά θα αρχίσουν οι περιπέτειες με φλεγόμενους μετεωρίτες, άκαρδους εχθρούς της προϊστορικής εποχής και ψιλοκουβεντούλες μεταξύ τρισδιάστατων δεινοσαύρων. Αρκετή ώρα αργότερα, όταν θα πατήσω το κουμπί 11 στο ασανσέρ του «Righa Royal Hotel» (όπου διαμένουμε όλοι οι προσκεκλημένοι της Buena Vista), θα λαθρακούσω δύο αμερικανούς μεγαλοπαράγοντες με παπιγιόν και τιράντα να το εκθειάζουν. «Το “Dinosaur” είναι αυτή τη φορά το βαρύ πυροβολικό της Ντίσνεϊ, my man». Κάτι σαν ντοκυμαντέρ φύσης με πλοκή και δεινόσαυρους!
Παίρνουμε θέση για το «Toy Story Νο 2» (σ.σ.: πολύ παραγωγικός, αλήθεια, ο σκηνοθέτης του Τζον Λάσιτερ τα «Ζουζούνια» του βρίσκονται ήδη στις ελληνικές οθόνες). Γελάω σκεπτόμενη το τετ-α-τετ μου την προηγούμενη ημέρα στο αεροδρόμιο JFK με τον ελεγκτή των διαβατηρίων. Ενας χοντρούλης γιάνκης, από αυτούς που έχουν μεγαλώσει με καπέλο του μπέιζμπολ και οικογενειακές συσκευασίες ποπ κορν μπροστά στην τηλεόραση. Αφού με ρώτησε πόσες ημέρες θα παραμείνω στις ΗΠΑ, τι δουλειά κάνω και γενικά την ιστορία της ζωής μου, θέλησε να μάθει επιπλέον τι σκόπευα τέλος πάντων να κάνω στη Νέα Υόρκη. Απαυδημένη του είπα: «Θα δω το “Toy Story 2” πριν από εσάς!». Πλατύ χαμόγελο και «Αφού είναι έτσι, περάστε, περάστε…». Εντάξει, η ίδια συνταγή, τα ίδια συστατικά, ο Γούντι, Mr. Potato Head, o Σκύλος Σλινκι, ο Ρεξ και ο Χαμ είναι και πάλι παρόντες… Για να μαζέψουν τα δισεκατομμύρια δολάρια που «χτύπησε» το 1995 το παρθενικό «Toy Story». Αυτή τη φορά δε ο Γούντι απάγεται από ένα μανιακό συλλέκτη παιχνιδιών, ο οποίος δεν έχει ιδέα ότι κατέχει έναν συλλεκτικής αξίας ξύλινο καουμπόι. Και φυσικά η παλιοπαρέα σπεύδει να βοηθήσει τον απολεσθέντα φίλο.
Στη συνέχεια θα ανέβει στο βήμα ο Ρόι Ε. Ντίσνεϊ, ανιψιός του αείμνηστου Γουόλτ και αντιπρόεδρος σήμερα του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ο οποίος ουδέποτε ξέχασε ότι όλα ξεκίνησαν από ένα… ποντίκι. Γελούν και τα μουστάκια του γιατί θα μιλήσει για το εντελώς προσωπικό του «καμάρι», το «Φαντασία 2000». Ναι, εκείνο το κινούμενο αριστούργημα του 1940 που διανθίστηκε με έξι νέες ιστορίες και ισάριθμα σάουντρακ (υπό τη διεύθυνση του Τζέιμς Λεβάιν), για να επανασερβιριστεί την παραμονή ακριβώς της χιλιετίας. «Σας αφήνω να δείτε πώς χειρίζεται ένα γιογιό μια παρέα από φλαμίνγκος» ολοκληρώνει την… εισήγησή του ο κύριος Ντίσνεϊ. Οταν η οθόνη γεμίσει ροζ, όλοι οι παρόντες θα επιβεβαιώσουμε την ικανότητα της Αυτοκρατορίας να ανακυκλώνει αριστοτεχνικά τα παλιά της «χιτ». Ακολουθεί το κλιπάκι με την «Κιβωτό του Νώε». Και ω! πραγματοποιεί αισίως την επιστροφή του ο ανεκδιήγητος Ντόναλντ Ντακ σε ένα ρόλο που θα φτάσει την καριέρα του στο 100ό απόγειό της! Είναι ο βοηθός του Νώε, τεμπελόσκυλο, όπως πάντα, αλλά κατά βάθος καλή ψυχή, ειδικά τώρα που έχει επιφορτιστεί με τη σωτηρία όλων των ειδών του πλανήτη (συμπεριλαμβανομένου και του δικού του). Την επόμενη ιστορία θα την απολαύσουμε ημιτελή. Φέρει τον τίτλο «Θάνατος και Ανάσταση», αλλά εμείς θα αρκεστούμε μόνο στο πρώτο, το πραγματικά ζοφερό όπως το συνήθιζε η παλιά Ντίσνεϊ μέρος.
Συνολικά 55-58 λεπτά παραπάνω φιλμ μαζί βέβαια με «φρεσκαρισμένες» τις ιστορίες της αυθεντικής «Φαντασίας». Υπόκρουση, όπως πάντα, «κεντήματα» της κλασικής μουσικής (δίπλα στον Τσαϊκόφσκι και στον Πονκιέλι προστίθενται οι Μπετόβεν, Σοστακόβιτς, Στραβίνσκι κ.ο.κ.). Οταν θα ανάψουν τα φώτα, ο Ντίσνεϊ βρίσκεται ακόμη στο βήμα για να ανακοινώσει ότι η παγκόσμια πρεμιέρα της ολόφρεσκης «Φαντασίας» θα φιλοξενηθεί στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης στις 12 του ερχόμενου Δεκεμβρίου. Θα ακολουθήσει μια δεκαπενθήμερη παγκόσμια περιοδεία του καρτουνίστικου αυτού έπους με στάσεις στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, το Theatre des Champs-Elysees των Παρισίων και το Orchard Hall του Τόκιο. Το μεγάλο πανηγύρι βέβαια θα φιλοξενηθεί στη «βάση», στο Pasadena Civic Auditorium της Καλιφόρνιας. Μόνο 2.000 επίλεκτοι καλεσμένοι θα «αλλάξουν» χιλιετία με την οικογένεια (Χωραφά) Ντίσνεϊ.
Βέβαια οι κοινοί θνητοί θα χρειαστεί να κάνουν υπομονή τους τέσσερις πρώτους μήνες του 2000 για να δουν τον νιόφερτο μαθητευόμενο μάγο σε… νορμάλ αίθουσα! Τους τέσσερις αυτούς μήνες η «Φαντασία» θα είναι το πρώτο φιλμ κινουμένων σχεδίων που θα προβάλλεται αποκλειστικά σε ΙΜΑΧ κινηματογραφικές αίθουσες. Με άλλα λόγια, όχι στις συνήθεις «φτωχικές» οθονούλες των 35mm, αλλά σε απείρως μεγαλύτερου μεγέθους (για να είμαστε ακριβείς, 15Χ70), όπου ο θεατής γίνεται, θέλοντας και μη, κομμάτι της κινηματογραφικής εμπειρίας. Κάτι σαν αυτό που ήθελε να πετύχει ο Τζον Γουότερς στις ταινίες του (τότε που μοίραζε στους θεατές χαρτάκια «ξύστε και μυρίστε»), αλλά αυτή τη φορά με την ευγενική αρωγή της τεχνολογίας.
Εχει έρθει η ώρα να πάμε στην αμερικανική ζούγκλα με τον «Ταρζάν». Προτού αρχίσει η προβολή των κλιπ, βγαίνει ο επικεφαλής animator, ο βετεράνος Κρις Μπακ με το μολυβάκι και τον προτζέκτορά του, για να μας πει μερικά βασικά. Για το πώς ο ίδιος βρέθηκε με την οικογένειά του στην Ουγκάντα να παρακολουθεί τα πρωινά ξυπνήματα και τα δείπνα μιας οικογένειας γοριλλών. Για το πώς τράβηξε με πολαρόιντ μπόλικες πόζες τα δάχτυλα των ποδιών της συζύγου του, προκειμένου να μελετήσει εις βάθος τη γοριλλίζουσα κινησιολογία του «άρχοντα της ζούγκλας»! Για το πώς ιδέες για καρτούν μπορείς να αντλήσεις από την κόμη ενός ράστα, από τις ακροβασίες των σέρφερ στα κύματα του Ειρηνικού, από ό,τι κατεβάσουν τέλος πάντων κάποιοι αρκετά ευρηματικοί, θα έλεγα εγκέφαλοι.
Με το που θα αρχίσουν τα κλιπάκια του «Ταρζάν», η προσοχή μου θα εστιαστεί στις φωνές. Εντάξει, η Γκλεν Κλόουζ, αλλά και η Μίνι Ντράιβερ και ο Νάιτζελ Χόθορν; Η αρχική προκατάληψή μου μα πάλι «Ταρζάν», έλεος! θα εξανεμιστεί μόλις δω τι δουλειά έχουν «ρίξει» τα πινελάκια της Ντίσνεϊ. Μόνο που καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής υπάρχει και μια άλλη φωνή, η οποία πώς να το πω; υποβόσκει επικίνδυνα. Δεν προλαβαίνω να της δώσω ονοματεπώνυμο και η οθόνη σηκώνεται και εξαφανίζεται. Ιδού η Αυτού Μεγαλειότης ο Φιλ Κόλινς, με ολάκερη μπάντα να ερμηνεύει επί σκηνής το σάουντρακ της ταινίας (τρία από τα πέντε τραγούδια). Εξυπνη κίνηση, δεν λέω, παρ’ ότι δεν υπήρξα ποτέ φαν της δεύτερης ψυχής των Τζένεσις που μια μέρα αποφάσισε να ασχοληθεί με βουτυρωμένα τραγουδάκια των τσαρτ. Το Οσκαράκι πάντως στην τσέπη, από τώρα! Και ενώ το κοινό δεν έχει ακόμη συνέλθει από το σοκ μιας καλοστημένης, είναι η αλήθεια, «λάιβ» εμφάνισης, να σου επεξηγηματικό φιλμάκι που εξιστορεί τα ανδραγαθήματα του Φιλ. Για να μη χάσει, λένε, ο «Ταρζάν» τη μουσική σπιρτάδα του όταν θα μεταγλωττιστεί σε άλλες γλώσσες ο βρετανός κάθησε και ηχογράφησε τα πάντα σε γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και ισπανικά (και της Καστίλης και της Λατινικής Αμερικής, παρακαλώ!).
Το σόου λήγει με το παλιό (εκτός Ντίσνεϊ) σουξέ του Κόλινς «Sussudio» και ενώ οι μεγαλοποντικοί τρίβουν ήδη τα χέρια τους βγαίνω από το New Amsterdam Theatre στο σούρουπο της Νέας Υόρκης.



